Ο καιρός στο χωριό μας

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Τα Καριτσιωτάκια

 

Στην Καρίτσα ξημερώνει, Κυριακή ξανά,
και τα Καριτσιωτάκια βγαίνουν στη γειτονιά.
Στα σοκάκια τρέχουν όλα, φίλοι μια αγκαλιά,
κάθε βήμα και τραγούδι, κάθε γωνιά χαρά.
Στη βρυσούλα πίνουν νερό γλυκό και δροσερό,
κι ύστερα τρεχάλα στο πάρκο το μικρό.

Κούνιες, γέλια και φωνούλες σε κάθε μεριά,
κι η Καρίτσα ζωντανεύει άλλη μια φορά.

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Ποίηση: Το Πατρικό στον Ανήφορο

Με πέτρα με θεμέλιωσαν μετά φωτιά και πόνο,

να γίνω σπίτι και απαντοχή στον δύσκολο τον χρόνο.

Σ’ αυτόν τον άγριο ανήφορο που δέρνει αγέρας κρύος,
στάθηκα τοίχος κι έκανα τον φόβο σας αντρείος.

Είμαι το Βατσουραίικο, πατρικό ριζωμένο,
με γέλιο και με στεναγμό βαθιά σημαδεμένο.

Ο ιδρώτας τους με πότισε, χέρια σκληρά, μεγάλα,
κι έγιναν πέτρα και καρδιά και στήριγμα στα άλλα.

Τον κύρη και τη μάνα σας τους έχω στα παντζούρια,
σαν δυο δοκάρια δυνατά, που αντέχουν τα μπουρίνια.

Η γιαγιά στο κατώφλι μου σιωπή βαριά κρατούσε,
κι ό,τι δεν είπε με φωνή, η πέτρα το μιλούσε.

Κι από ψηλά ο Ελατιάς αγνάντευε και ξέρει,
πως ό,τι ρίζωσε βαθιά, δεν το σκορπά το αγέρι.

Ύστερα ήρθε η ξενιτιά και σας τραβά στα ξένα,
κι έμεινα πέτρα μοναχή με μάτια δακρυσμένα.

Μα την ανάσα σας κρατώ στον τοίχο μου κρυμμένη,
σαν προσευχή που γύρισε στη γη της ευλογημένη.

Γιατί οι ψυχές σαν κουραστούν τον δρόμο τους θυμούνται,
κι εκεί που πρωτοφώλιασαν ξανά γυρογυρνούνε.

Μη με θαρρείτε σιωπηλό, η πέτρα μου ανασαίνει,
κι όποιος κρατά τον ανήφορο ποτέ του δεν πεθαίνει.

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

The Weekend that Never Dawned


(Kosmas, 29–30 January 1944. Not to be forgotten.) 

Some dates the years can never claim,
They live as wounds, as duty, as flame.

I stepped out to the lower threshing grounds,
And gazed across the village bounds.
I saw the fire devour the homes,
Wolves among the scattered flocks,
Enemies at every door.

Kosmas woke to smoke and cries,
Flames climbing high into the skies.
Not alone in grief, not alone in pain,
The village burned, but hearts remain.
From five hundred homes, few were spared,
Yet courage endured, and prayers were shared.

That weekend stays alive in our sight,
Not to reopen wounds, but to honour light.

The sheep may scatter, the wolves may roam,
But Kosmas endures to make our hearts its home.





Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2025

Roots of Resilience

 
Upon the slopes where Kalogeros gleams,

An ancient olive stirs from long-lost dreams.

Its trunk of years, three thousand, three hundred strong,
Has witnessed village life and centuries long.

From Castle Geraki, it stands in quiet might,
A guardian of the valley, steadfast in light.

But summer came in twenty-twenty’s heat,
And flames engulfed its branches, roots, and seat.

The villagers watched, hearts heavy with pain,
As smoke and ash lay down a blackened chain.

They thought it lost, their symbol of the past,
A history burned, perhaps to never last.

Yet deep within the scorched and fractured core,
A hidden spark of life began to soar.

Through Mother Nature’s unseen, gentle hand,
Green shoots appeared to bless the ravaged land.

A crown of hope atop the wounded tree,
A living emblem of resilience to see.

The leaves once gone, now shimmered fresh and bright,
A green embrace restoring lost delight.

The villagers came, their eyes wide with awe,
They whispered thanks for life’s unbroken law.

And if the earth gives second chances still,
What will we do to honour nature’s will?

Who will record this miracle so rare,
A photograph to show that life repairs?

To every Karitsiotis across the seas,
The image speaks of hope, of roots, of trees.

For even from the darkest, ash-strewn ground,
Life rises up, renewed, profound.

The olive stands, a lesson to impart,
That patience, care, and nature heal the heart.

So may we learn, while watching leaves unfurl,
To guard our heritage, this precious world.

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2025

Sparti’s Lost Sons

 
At Monodendri, what despair,

A clamour rose, hooves filled the air.

The mountain darkened, black as coal,
The wind foretold of death's grim toll.
 
One hundred eighteen sons from Sparti’s land,
And nearby villages, slain by cruel hand.

Embraced as one, a sombre throng,
To face their fate ere day was long.

"Bid life farewell," the killer cried,
And issued orders to decide.

Yet in that final, fleeting breath,
A letter came to halt his death:

“Spare Karvounis, the healer known,
Who served us all, both high and low.

From Sparti’s fields to Taygetos’ crest,
He soothed the sick, he gave them rest.”

Released from line, the doctor stood,
His gaze returned, his heart withstood.

He saw his friends, their silent plea,
And faced his choice with dignity.

“Go, doctor, leave!” the captives said,
“Live on for us when we are dead.

Escape the shadow, flee the snare,
While we descend to death's despair.”

“Friends, I cannot,” came his reply,
“To part from you, my soul would die.

I’ve walked this path, this final fight,
How could I stand and claim the light?

While you are lost, I cannot flee,
In life, in death, we stand as we.

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2025

Ποίηση: Στης Καρίτσας το Κοτρώνι

Η αγριαμυγδαλιά που δε λύγισε ποτές

Αφιερωμένο στο χωριό και στους ανθρώπους του, που κρατούν ρίζες βαθιές όπως κι η γη τους

Στης Καρίτσας το Κοτρώνι, περήφανο, αγέρωχο,
στέκει η αγριαμυγδαλιά, σύμβολο παντοτινό κι αιθέριο.
Μες στους ανέμους άνθισε, στις μπόρες δε λυγίζει,
όπως κι η Καρίτσα μας, ποτέ της δεν γονατίζει.
Στεριώνει στις ρίζες της πάνω σε πέτρα άγρια,
κι είναι για τους χωριανούς εικόνα παλιά κι άγια.
Θαύμα πώς βρίσκει νερό, και ζωή στ’ απόγεια,
σαν να τη θρέφει μυστικά, η θεία αγκαλιά.
Απ’ τα βάθη των καιρών στέκει κι ευλογεί,
τη ζωή, την υπομονή, την πίστη που ανθεί.
Όπως κι εκείνη ανθίζει στου γκρεμού το χείλι,
έτσι κι η Καρίτσα κρατά καρδιά και μνήμη φίλη.
Κι όταν τη δεις να λάμπει στο φως του πρωινού,
θαρρείς πως ψιθυρίζει τα λόγια του Θεού.

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2025

Ποίηση: Διανυκτέρευση

Στη γαλήνη της νύχτας, μετά τα μεσάνυχτα,
ανεβαίνουμε ψηλά, στον Αϊ-Γιάννη τον σεπτό.
Εκεί που τ’ άστρα σκύβουν και μιλάνε με την ψυχή,
κρατούμε ζωντανό το έθιμο, με δέος και με χαρά.

Εννέα χρόνια τώρα, η παρέα μας αγρυπνά,
με ευχαριστία, προσευχή και φως που ξαναγεννά.
Σαν να μας σφίγγουν το χέρι οι παππούδες και οι γιαγιάδες,
σαν να μιλά η γη με την παλιά της φωνή.

Κι όταν χαράξει, και το πρώτο φως ξεπροβάλλει,
νιώθουμε την ψυχή μας γεμάτη ευγνωμοσύνη.
Για την όμορφη Καρίτσα, που δεν λησμονά τις ρίζες της,
για τον Αϊ-Γιάννη, που μας σμίγει κάθε χρόνο ξανά.

Χρόνια πολλά, Καρίτσα πανέμορφη·
στον ουρανό σου ανατέλλει κάθε χρόνο
μια νέα αυγή παράδοσης.

Πέμπτη 21 Αυγούστου 2025

Ποίηση: Τ’ Αγιαννιού μας σμίγει, τ’ Αγιαννιού μας ενώνει

Στον Αϊ-Γιάννη τον μικρό, στου βουνού την αγκαλιά,
το ξωκλήσι μας φυλά, δίνει χάρη στην καρδιά.
Απ’ τον Ελατιά ψηλά, όλο το χωριό αντικρίζει,
στέλνει φως και περηφάνια, στήριγμα που δεν λυγίζει.

Σιαπάνου, που ο ήλιος χρυσώνει τα Μνήματα,
όπου θάψαν οι λεβέντες τους πασάδες στα χώματα.
Σιαπέρα το Διάσελλο, μεγάλη η κορυφή,
κι η Τσούκα αντικρύζει τα βοσκοτόπια εκεί.

Σιακάτου τα χωράφια, στάχυα κι ελιές μαζί,
κάθε πέτρα τους μιλάει για αγώνα και ζωή.
Στα χαμοκάλυβα ρίζες και στα μαντριά το αίμα τρέχει,
κι όποιος φεύγει απ’ τον τόπο, η καρδιά εδώ προστρέχει.

Μα σαν ηχεί η καμπάνα στις 29 τ’ Αγιαννιού,
τα τροκάνια αντηχούν σαν τραγούδι τ’ ουρανού.
Στ’ αλώνι, που οι παππούδες αλωνίζαν το σιτάρι,
τώρα γέροι και νέοι το χορεύουνε με καμάρι.

Βιολιά και κλαρίνα λαλούν, τα λαούτα κελαηδούνε,
τραπέζια στρώνονται πλατιά κι όλοι οι χωριανοί γλεντούνε.
Τ’ Αγιαννιού μας σμίγει, φέρνει το γλέντι της χρονιάς,
κι η Καρίτσα καμαρώνει, ζει στιγμές λευτεριάς. 
See less



Τρίτη 29 Απριλίου 2025

Ποίηση: Στου Παππού την Πόρτα















Στου παππού την πόρτα, στρωμένα τα παιδιά,
γέλια και παιχνίδια, ζεστά σαν αγκαλιά.
Λουλούδια ανθισμένα, μοσχοβολούν τριγύρω,
και το σκυλάκι χαρωπό κάνει κύκλο γύρω.
Τα σκαλοπάτια γίναν θρόνος, μικρό βασίλειό τους,
με βλέμμα καθαρό, όνειρα στο μυαλό τους.
Το σπίτι το παλιό, πέτρα και αναμνήσεις,
κρατάει ιστορίες, χαρές και συγκινήσεις.
Με μάγουλα ροδένια και μάτια λαμπερά,
σμιλεύουν το αύριο με γέλια δυνατά.
Και ο παππούς στο βλέμμα τους βρίσκει παρηγοριά,
σαν ήλιος που φωτίζει τα γέρικα του φτερά.
Στου παππού την πόρτα, στις ρίζες της ζωής,
γράφεται η ελπίδα με γέλιο παιδικής αυγής.
Και στου παππού την αύρα, γεννιέται η χαρά,
σαν χάδι του ανέμου σε γέρικα μαλλιά.

Πέμπτη 24 Απριλίου 2025

Πικραμυγδαλιά στο Λυκόφως

Μονάχη στέκεις στη σιγή,

κορμός λυγισμένος σαν προσευχή,

στη ρίζα σου σκύβει το φως να πιει

μια στάλα ελπίδα — κι ίσως ψυχή.

Τα κλαδιά σου, φλόγες στον ουρανό,

χαιρετούν έναν κόσμο μισό και φθαρτό.

Σε κάθε φύλλο σου — μια μνήμη παλιά,

μια λέξη άρρητη, μια μικρή χαρά.

Το χρώμα κυλά σαν δάκρυ θερμό,

πράσινο, ώχρα, πορτοκαλί,

μια θάλασσα πίσω σου σιωπηλή,

και μπρος — το αύριο, το αβέβαιο, το γυμνό.

Δεν είσαι δέντρο· είσαι πληγή και φως,

ρίζες που τρέφονται απ’ το παρελθόν.

Και μες στο σκοτάδι, μες στη σιγή,

ανθίζεις πάντα — χωρίς κραυγή.

Αφιερωμένο στον δάσκαλο Κώστα Γιαννακούρα

Εμπνευσμένο από τον ομώνυμο πίνακά του
«Η πικραμυγδαλιά του ποιήματος είναι σαν τα παιδιά που δίδαξε: ρίζες βαθιές, άνθη σιωπηλά, φως αληθινό.»

Σάββατο 15 Μαρτίου 2025

Ποίηση Βασίλη Βλαχάκου: «Ελεύθεροι – ελευθερωτές»

 


Βασίλης Βλαχάκος

Ο Βασίλης Βλαχάκος, βραβευμένος Λάκωνας ποιητής και λογοτέχνης, υπηρέτησε ως δάσκαλος στο μονοθέσιο σχολείο της Καρίτσας στις αρχές της δεκαετίας του 1970.

Η έκδοση του «Ελεύθεροι – Ελευθερωτές» δεν θα μπορούσε να είναι πιο επίκαιρη και ταιριαστή, καθώς ζωντανεύει το ίδιο το πνεύμα που άναψε τη φλόγα της Επανάστασης του 1821. Εκεί, στην Τσίμοβα (Αρεόπολη), στις 17 Μαρτίου, ξεκίνησαν όλα—όταν οι Μανιάτες πολεμιστές, με αρχηγό τον Πετρόμπεη, έδωσαν τον ιερό τους όρκο και σήκωσαν το λάβαρο της λευτεριάς για την Ελλάδα.

Μέσα από στίχους γεμάτους πάθος και συγκίνηση, ο ποιητής τιμά το θάρρος, την αντοχή και την αμετάκλητη προσήλωση των Μανιατών στην ελευθερία—μια αξία που στη Μάνη δεν ήταν ποτέ απλή ιδέα, αλλά τρόπος ζωής.

Οι στίχοι ζωντανεύουν τις μορφές των θρυλικών πολεμιστών της Μάνης, εκείνων που δεν λύγισαν μπροστά στον τύραννο, που οργάνωσαν τα κάστρα και τα πυργόσπιτά τους ως οχυρά αντίστασης, που κράτησαν άσβεστη τη φλόγα της λευτεριάς. Από τους ξακουστούς Μπέηδες που ηγήθηκαν των μαχών, μέχρι τις αντρειωμένες γυναίκες που στάθηκαν δίπλα στους πολεμιστές, ο Βλαχάκος υφαίνει έναν ύμνο στη γενιά που δεν γνώριζε υποταγή.

Η Μάνη, με το άγριο και ανυπότακτο τοπίο της, που αγκαλιάζει εδάφη της Λακωνίας και της Μεσσηνίας, παρουσιάζεται ως γενέτειρα και προπύργιο της ελληνικής ανεξαρτησίας. Οι επιβλητικοί πέτρινοι πύργοι της, σημάδια δύναμης και άγρυπνης φρουράς, στέκουν ακόμα αγέρωχοι, μάρτυρες μιας ιστορίας γραμμένης με αίμα και αρετή. Κάθε ποίημα αντηχεί σαν καμπάνα μνήμης, αποτίνοντας φόρο τιμής σε εκείνους που έδωσαν τη ζωή τους για να μείνει η Ελλάδα ελεύθερη.

Με γλώσσα γεμάτη εικόνες και ρυθμό που πάλλεται από την ένταση του αγώνα, ο Βλαχάκος καλεί τον αναγνώστη να βαδίσει στα μονοπάτια της Μάνης, να νιώσει το βάρος της ιστορίας της και να αφουγκραστεί το μήνυμα μιας γενιάς που έζησε και πέθανε με το σύνθημα: «Νίκη ή Θάνατος!»

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2025

Ποίηση Βασίλη Βλαχάκου: Στην μνήμη των «57»


Μια νύχτα μαύρη-αποφράδα, σε ένα ταξίδι δίχως γυρισμό
στα Τέμπη αιμορράγησε η γη, με δάκρυα ποτισμένο το χαρτί
πάγος στο μελανoδοχείο το μελάνι
στη μνήμη τους «ενός λεπτού σιγή».
Τα τραγούδια γίναν μοιρολόγια
φέρετρα τα βαγόνια στο συρμό
κόπηκαν της νιότης τα μπουμπούκια
τα όνειρά τους πήρανε φωτιά.
«Μάρτη» δεν είχaνε στο χέρι, κάρβουνο έγιναν και στάχτη
Άνοιξη δεν θα ζήσουνε ξανά.
Μύρισε η ατμόσφαιρα λιβάνι, χωρίς ψάλτη, δίχως και παπά
με την ανάσα τους κομμένη, χωρίς οξυγόνο η αναπνοή
μαζί οι ζωντανοί και οι νεκροί
μέλη στα μπάζα ενταφιασμένα, σε κενοτάφια οι σταυροί.
*
Γύριζαν σαν τα χελιδόνια στη γονική τους τη φωλιά
και ξάφνου έπεσαν σε ενέδρα, 57 ανυποψίαστα παιδιά
σαν άγγελοι τώρα στα αστέρια
σε δέντρο-μνημείο σαν πουλιά.
Πώς να αντέξει κάθε μάνα σαν πίσω δεν γυρίζουνε ξανά
με τί ψυχή και τί κουράγιο πόσο να αντέξει η καρδιά
χτυπάει όπως την καμπάνα
πένθιμος στη φλέβα ο σφυγμός.
Η συμπαράσταση του κόσμου-παρηγοριά και αποκούμπι
κι ο χρόνος καλύτερος γιατρός
η Θέμιδα μ’ επιμονή κ’ υπομονή
της Αριάδνης το μίτο ξετυλίγει μες τον Λαβύρινθο να βρει
τους υπεύθυνους για ισόβια τιμωρία
από το σκαμνί στη φυλακή
και τους ανεύθυνους για τη μοίρα
μη δουν ήλιου αχτίδα στη ζωή.
*
«Όσο είναι τα παιδιά στη μνήμη μας θα ζουν
και όσο λέμε το όνομά τους θα υπάρχουν»

Βασίλης Βλαχάκος

Ο Βασίλης Βλαχάκος, βραβευμένος Λάκωνας ποιητής και λογοτέχνης, υπηρέτησε ως δάσκαλος στο μονοθέσιο σχολείο της Καρίτσας στις αρχές της δεκαετίας του 1970.

Το ποίημα «Στην μνήμη των 57» είναι ένα οδυνηρό μοιρολόι για τα 57 θύματα της τραγωδίας στα Τέμπη (28/2/2023). Μέσα από συμβολισμούς και εικόνες μεταφέρει τη συντριβή μιας γενιάς που έπεσε σε «ενέδρα», τα όνειρα της οποίας έγιναν στάχτη. Εκφράζει το πένθος των μητέρων, την αθεσία τελετών και τη συλλογική μνήμη που μετατρέπει τα θύματα σε «άγγελους στα αστέρια». Παράλληλα, απαιτεί δικαιοσύνη: η Θεμίδα, με το νήμα της Αριάδνης, καταδιώκει τους υπαίτιους για ισόβια τιμωρία, ενώ η κοινωνία ψάχνει παρηγοριά στη συμπαράσταση και στην ελπίδα ότι «η μνήμη τους θα ζεί».

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2025

Ποίηση: Στης Καρίτσας τις Γιδοστράτες


Στου Πάρνωνα τις πλαγιές, του ήλιου το φιλί,
με κοπάδια τριγύρω, ξυπνάει το πρωί.
Τροκάνια αντηχούν στ’ αρχαία μονοπάτια,
και βελάσματα γεμίζουν τις γιδοστράτες, τα βράχια.

Με φλογέρα στα χείλη, με κλίτσια στο χέρι,
ο τσοπάνης τραβάει προς το βουνό το αστέρι.
Της Καρίτσας οι ψυχές, δεμένες με τη γη,
με γίδια και με πρόβατα ζουν σε αιώνια φυγή.

Η Ασφάκα την αυγή καλημερίζει στα ανατολικά,
η Τσούκα το δειλινό αποχαιρετά στα δυτικά.
Κι ο Ελατιάς περήφανος, ψηλά στον βοριά,
στέκει φύλακας αιώνιος, στη σιγή σιωπηλά.

Ο άνεμος σφυρίζει, στη στάνη τη ζεστή,
και το γάλα κυλάει, σαν δώρο της ζωής.
Οι πέτρες μαρτυρούν, στα μονοπάτια αυτά,
ιστορίες αρχαίες, βαθιά χαραγμένα μυστικά.

Μα ο τσοπάνης ξέρει πως είναι ευλογία,
να ζεις με τα γίδια και τα πρόβατα σε τέτοια αρμονία.
Γιατί η Καρίτσα ανθίζει με ιδρώτα και ψυχή,
και κρατά την παράδοση σαν ιερή ευχή.

Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2024

Ποίηση: Καρίτσα των Γιορτών


Καρίτσα μου γλυκιά, χωριό ονειρεμένο,
στου Πάρνωνα τις πλαγιές, πάντα φυλαγμένο.
Με χιόνια στις κορφές και φως στον ουρανό,
φέρνεις της γιορτής το μήνυμα το ζεστό.

Χριστούγεννα φτάνουν, ψυχές να γλυκάνουν,
οι καμπάνες ηχούν και οι αναμνήσεις φθάνουν.
Στην εκκλησιά, κερί αναμμένο,
η καρδιά χτυπά για ό,τι αγαπημένο.

Για όσους χωριανούς η ξενιτιά κρατά,
η σκέψη μας τους φέρνει στο σπίτι ξανά.
Με αγκαλιές ζεστές και λόγια απλά,
τους θυμόμαστε, πάντα, κοντά μας σιμά.

Το σπιτικό σας να ’χει γαλήνη και χαρά,
με υγεία, αγάπη, κι όνειρα φωτεινά.
Κι ο χρόνος που έρχεται, ας σας ευλογεί,
με κάθε πορεία να σας οδηγεί.

Καρίτσα μας γλυκιά, φως νοσταλγικό,
σ’ όποια γωνιά του κόσμου, σε κρατώ ζωντανό.
Χρόνια πολλά, χωριανοί αγαπημένοι,
με ευχές για μια χρονιά ευλογημένη.

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2024

Ποίηση: Ο Ξενοτσόπανος Βατσούρας

Ο Ξενοτσόπανος Βατσούρας


Ο Γιαννάκης ο Κατζιάμπης του Θανασάκη ,
Στην Καρίτσα Βατσούρας, από μικρό, ξυπόλυτο παιδάκι.

Ξενοτσόπανος στο Ρόγκι, πάνω στην Ασφάκα,
Στα σκληρά, άγρια βουνά, με τα σφαχτά ξαγρυπνά.

Χαμογελαστός, μικροκαμωμένος, φτωχός μα γεμάτος πνοή,
Από τα πιο φτωχά του χωριού, ψυχούλα με ευχή.

Με τη Γιωργίτσα, την Πηλιουρίτσα, φέρανε οκτώ παιδιά,
Δύο μονάχα έζησαν, να φτιάξουν δικιά τους φωλιά.

Το κονάκι τους ταπεινό, χαμηλό στην άκρη του χωριού,
Εκεί που οι βοριάδες φυσούσαν κάτω απ’ τα άστρα του ουρανού.

Με αίμα, ιδρώτα και δάκρυα, έζησε μια ζωή,
Πάλεψε και άντεξε, με πίστη και υπομονή.

Στον καιρό της μαύρης ξένης κατοχής,
Χάρος χτυπάει την πόρτα της ζωής.

Μια ζωή, περισσότερο βάσανα πάρα χαρά,
Τον Γιαννάκη θυμόμαστε με αγάπη, πάντα κοντά.

Δημήτρης Ε Κατσάμπης

Μνημείο αγάπης για τον παππού Γιάννη (1868-1944), που δυστυχώς δεν είχα την τύχη να γνωρίσω, καθώς έφυγε από τη ζωή οκτώ χρόνια πριν γεννηθώ. Δεν έχουμε καν μια φωτογραφία του, αλλά οι παλαιότεροι μας λένε πως ήταν ένας ταπεινός άνθρωπος, από τους φτωχότερους του χωριού, μα για μας σύμβολο αντοχής και αφοσίωσης, που πάλεψε στη ζωή με πίστη και υπομονή.