«Οι πέτρες θυμούνται όσα τα χαρτιά δεν μπόρεσαν να κρατήσουν.»
Έξι περίπου χιλιόμετρα έξω από τον
Βρονταμά, μέσα σε μια άγρια και απόκρημνη λαγκαδιά, βρίσκεται το Παλαιομονάστηρο.
Στεριωμένο μέσα στον ίδιο τον βράχο, μοιάζει σαν να φύτρωσε εκεί μαζί με την
πέτρα.
Σήμερα, όποιος φτάσει ως εκεί ακούει μονάχα τον αέρα, τα πουλιά και τον
αντίλαλο της ρεματιάς. Όμως στις 15 Σεπτεμβρίου 1825, ο τόπος αυτός γέμισε
καπνό, φωτιά, κραυγές και θάνατο. Το παλιό μοναστήρι, που για αιώνες πρόσφερε
προσευχή και καταφύγιο, έγινε ο τάφος εκατοντάδων Βρονταμιτών.
Τι είχε συμβεί;
Ένα μοναστήρι μέσα στον βράχο
Το Παλαιομονάστηρο είναι ένα από τα σημαντικότερα βυζαντινά μνημεία της
Λακωνίας. Στο εσωτερικό του δεσπόζει ο παλιός σπηλαιώδης ναός, λαξευμένος μέσα
στον βράχο, που χρονολογείται, σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, στον 12ο
αιώνα.
Περισσότερες από ογδόντα τοιχογραφίες σώζονται ακόμη στους τοίχους του. Οι
περισσότερες είναι φθαρμένες από τον χρόνο, την υγρασία και την εγκατάλειψη, μα
παραμένουν αναγνωρίσιμες. Μαρτυρούν την ακμή της βυζαντινής τέχνης, αλλά και
την παρουσία των μοναχών που έζησαν και προσευχήθηκαν εκεί πριν από εννέα
περίπου αιώνες.
Οι σχετικές αναφορές συνδέουν τον ναό με την Παναγία, τον Άγιο Νικόλαο και
τον Μεγαλομάρτυρα Νικήτα, ενώ η τοπική παράδοση δένει τον τόπο και με τον Όσιο
Νίκωνα τον «Μετανοείτε».
Γύρω από τον ναό σώζονται ακόμη ταπεινά σημάδια από την καθημερινή ζωή της
μοναστικής αδελφότητας. Οι παλιοί φούρνοι, χτισμένοι με πέτρα και πηλό, όπου
ψηνόταν το ψωμί, και η μεγάλη στέρνα, σκαμμένη μέσα στον βράχο, που μάζευε το
νερό της βροχής.
Δεν ήταν μεγαλόπρεπα χτίσματα. Ήταν όμως ό,τι χρειαζόταν μια μικρή
αδελφότητα για να ζήσει σε τούτο το άγριο και απόμερο μέρος. Το 1825, η στέρνα,
οι φούρνοι και οι λιγοστές προμήθειες που μπορούσαν να φυλαχτούν εκεί πρόσφεραν
για λίγο νερό, τροφή και ελπίδα στους κυνηγημένους Βρονταμίτες.
Η θέση του μοναστηριού δεν είχε διαλεχτεί τυχαία. Ο απόκρημνος βράχος, τα
στενά περάσματα και η φυσική προστασία της σπηλιάς το έκαναν δύσκολο να
πλησιαστεί. Σε χρόνια ανασφάλειας, οι κάτοικοι της γύρω περιοχής ήξεραν πως
εκεί μπορούσαν να κρυφτούν και να βαστάξουν.
Το φθινόπωρο του 1825, όμως, η φυσική αυτή φωλιά έμελλε να γίνει τόπος
μαρτυρίου.
Ο Ιμπραήμ στη Λακωνία
Το 1825 ήταν μια από τις πιο σκοτεινές χρονιές της Ελληνικής Επανάστασης. Ο
Ιμπραήμ Πασάς είχε αποβιβαστεί στην Πελοπόννησο με καλά οργανωμένο αιγυπτιακό
στρατό και προσπαθούσε να πνίξει τον Αγώνα στη φωτιά.
Τα στρατεύματά του έκαιγαν χωριά, κατέστρεφαν σοδειές, έσφαζαν όσους
αντιστέκονταν και έπαιρναν αιχμαλώτους για τα σκλαβοπάζαρα. Ο σκοπός ήταν
ξεκάθαρος. Να γονατίσει ο τόπος, να πεινάσει ο λαός και να αναγκαστούν οι
επαναστατημένοι Έλληνες να προσκυνήσουν.
Η Λακωνία έζησε τότε μέρες τρόμου. Η Καρίτσα, το Γεράκι, ο Βρονταμάς και τα
άλλα χωριά του Πάρνωνα και του κάμπου του Ευρώτα άκουγαν τα κακά μαντάτα και
περίμεναν με αγωνία τη σειρά τους.
Μόλις τρεις ημέρες πριν από την τραγωδία του Παλαιομονάστηρου, τα
γυναικόπαιδα του Γερακίου είχαν πάρει τον δρόμο της φυγής μέσα από το πέρασμα
του Σορμπάνου. Στην Καρίτσα, η μικρή Χρυσούλα και τόσοι άλλοι χωριανοί πάλευαν
κι αυτοί να γλιτώσουν από τη λαίλαπα.
Μέσα σε εκείνες τις φοβερές ημέρες, οι κάτοικοι του Βρονταμά εγκατέλειψαν τα
σπίτια τους και κατέφυγαν στο Παλαιομονάστηρο.
Τριακόσιες με τετρακόσιες ψυχές
Οι ιστορικές πηγές και οι τοπικές παραδόσεις δεν συμφωνούν απόλυτα στον
αριθμό. Οι περισσότερες, όμως, κάνουν λόγο για περίπου τριακόσιους με
τετρακόσιους ανθρώπους.
Ανάμεσά τους βρίσκονταν γυναίκες, παιδιά, γέροντες και αρκετοί ένοπλοι
άνδρες. Δεν ήταν τακτικός στρατός. Ήταν άνθρωποι του χωριού, γεωργοί,
κτηνοτρόφοι, μανάδες και παιδιά, που βρέθηκαν ξαφνικά να υπερασπίζονται τη ζωή,
την πίστη και τη λευτεριά τους.
Ηγετικό ρόλο ανέλαβαν ο παπα Δημήτρης Παπαδημητρίου και ο Βρονταμίτης
οπλαρχηγός Γιαννάκης Καραμπάς. Ο παπάς στεκόταν κοντά στο ποίμνιό του, δίνοντας
κουράγιο και βοηθώντας στην οργάνωση της άμυνας. Ο Καραμπάς, άνθρωπος μαθημένος
στα όπλα και στις κακουχίες του Αγώνα, εμψύχωνε τους πολιορκημένους και
καθοδηγούσε τους λιγοστούς πολεμιστές.
Για τρία μερόνυχτα οι Βρονταμίτες αντιστάθηκαν.
«Ζωντανοί δεν προσκυνάμε»
Οι δυνάμεις του Ιμπραήμ περικύκλωσαν το Παλαιομονάστηρο, αλλά η απόκρημνη
θέση του δεν τους άφηνε να πλησιάσουν εύκολα. Οι πολιορκημένοι, προστατευμένοι
πίσω από την πέτρα, απαντούσαν με όσα όπλα και πολεμοφόδια είχαν.
Ο Ιμπραήμ τούς κάλεσε να παραδοθούν. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, τους
ζήτησε να υπογράψουν προσκυνοχάρτια, δηλαδή να δηλώσουν υποταγή, με αντάλλαγμα
τη ζωή τους.
Εκείνοι αρνήθηκαν. Προτίμησαν να κρατήσουν την τιμή και τη λευτεριά τους,
παρόλο που καταλάβαιναν ολοένα και περισσότερο ποιο τέλος τους περίμενε.
Η περήφανη απάντησή τους δεν έμεινε μονάχα στη μνήμη των ανθρώπων. Πέρασε
και στο δημοτικό τραγούδι, που φύλαξε τον πόνο και το μεγάλο «όχι» των
Βρονταμιτών.
Βήματα και φωνές πάνω από τον βράχο
Η πολιορκία του Παλαιομονάστηρου δεν έμεινε ζωντανή μονάχα μέσα από γραπτές
αναφορές. Πέρασε από γενιά σε γενιά με τα λόγια των παππούδων και των
γιαγιάδων, ώσπου έγινε οικογενειακή και χωριάτικη μνήμη.
Γύρω απ’ τα τρομαγμένα παιδιά, οι μάνες έγιναν μια αγκαλιά,
ένα τείχος απέναντι στη φωτιά και στον τρόμο.
Οι αφηγήσεις αυτές δεν αποτελούν επίσημα ιστορικά έγγραφα. Φυλάνε, όμως, όσα
ο λαός δεν ήθελε να ξεχάσει.
«Ακούγονταν βήματα και φωνές από πάνω μας», έλεγε, σύμφωνα με όσα θυμούνται
οι νεότεροι, ο παλιός Στρατήγης. «Ξέραμε ότι δεν θα φύγουν. Ήταν θέμα χρόνου».
Στην οικογένεια Δρεπανιά έμεινε η εικόνα των γυναικών να σχηματίζουν κύκλο
γύρω από τα παιδιά, προσπαθώντας να τα προστατέψουν από τον φόβο και τον
θόρυβο.
«Τα παιδιά έκλαιγαν από τη ζέστη και τον τρόμο», έλεγε η γιαγιά Δρεπανιά,
«και οι μάνες τους τα έσφιγγαν στην αγκαλιά για να μην ακουστούν έξω».
Άλλη αφήγηση, που διασώθηκε στην οικογένεια Καραμπά, μιλά για έναν νεαρό
άνδρα που προσπάθησε να σκαρφαλώσει προς την οροφή για να δει τι έκαναν οι
πολιορκητές. Γύρισε πίσω με το πρόσωπο μαυρισμένο από τον καπνό και είπε μονάχα
δυο λέξεις:
«Μας καίνε».
Από την οικογένεια Δημακάκου έφτασε ως τις μέρες μας η μνήμη κάποιων ανδρών
που προσπάθησαν να ανοίξουν πέρασμα από το πίσω μέρος της σπηλιάς. Χτυπούσαν
την πέτρα με ό,τι έβρισκαν μπροστά τους.
«Η πέτρα δεν έσπαγε», έλεγε ο παππούς Δημακάκος. «Και όταν άρχισε να μπαίνει
ο καπνός, σταμάτησαν. Ήξεραν πως δεν υπήρχε σωτηρία».
Μπορεί να μη γνωρίζουμε σήμερα ποια ακριβώς λόγια ειπώθηκαν εκείνες τις τελευταίες
ώρες. Οι αφηγήσεις αυτές, όμως, μας φέρνουν κοντά στους ανθρώπους που
βρίσκονταν μέσα. Στις μανάδες που έσφιγγαν τα παιδιά τους, στους άνδρες που
χτυπούσαν απελπισμένοι τον βράχο και σε εκείνον τον άγνωστο νέο που γύρισε
μαυρισμένος για να πει το φοβερό μαντάτο.
15 Σεπτεμβρίου 1825
Αφού δεν μπόρεσαν να πάρουν το Παλαιομονάστηρο με κατά μέτωπο επίθεση, οι
άνδρες του Ιμπραήμ αναζήτησαν άλλον τρόπο.
Σύμφωνα με τις ιστορικές αφηγήσεις, ανέβηκαν στο επάνω μέρος του βράχου και
άνοιξαν τρύπες πάνω από τη σπηλιά. Από εκεί έριξαν φρύγανα, θειάφι, μπαρούτι
και άλλες εύφλεκτες ύλες.
Η φωτιά άναψε. Ο πυκνός καπνός άρχισε να κατεβαίνει και να γεμίζει τον
κλειστό χώρο. Η ζέστη και η ασφυξία έγιναν αβάσταχτες.
Οι άνθρωποι μέσα δεν είχαν πού να πάνε. Μπροστά τους περίμεναν τα όπλα των
πολιορκητών. Πίσω τους υψωνόταν ο βράχος. Η φωτιά, οι εκρήξεις και ο καπνός
αποτέλειωσαν σχεδόν όλους τους εγκλωβισμένους.
Το μοναστήρι που τους είχε προστατέψει για τρεις ημέρες έγινε ο κοινός τους
τάφος.
Ανάμεσα στους νεκρούς βρίσκονταν ο παπα Δημήτρης Παπαδημητρίου, ο Γιαννάκης
Καραμπάς και εκατοντάδες ανώνυμοι μάρτυρες. Άνδρες, γυναίκες, παιδιά και
γέροντες, άνθρωποι απλοί, που το όνομά τους μπορεί να χάθηκε, μα η θυσία τους
δεν ξεχάστηκε.
Η παράδοση αναφέρει πως σώθηκαν μονάχα δύο γυναίκες. Αιχμαλωτίστηκαν,
πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Αιγύπτου και, χρόνια αργότερα, ελευθερώθηκαν με
τη βοήθεια Ελλήνων εμπόρων. Και σε αυτή την αφήγηση οι λεπτομέρειες αλλάζουν
από στόμα σε στόμα. Ο πυρήνας της ιστορίας, όμως, μένει ο ίδιος. Ελάχιστοι
γλίτωσαν από το ολοκαύτωμα.
Το τραγούδι του Ολοκαυτώματος
Όσα δεν πρόλαβαν να γράψουν οι άνθρωποι τα κράτησε το δημοτικό τραγούδι. Με
λίγους στίχους, απλούς και πονεμένους, μας μεταφέρει στη ράχη της Κρίτσοβας και
αφήνει τρία πουλάκια να κοιτάζουν τον Βρονταμά και το ποτάμι.
Το τρίτο πουλάκι, «το καλύτερο», γίνεται η φωνή ολόκληρου του χωριού:
Τρία πουλάκια κάθονται στης Κρίτσοβας τη ράχη,
τώνα τηράει το Βρονταμά και τάλλο το ποτάμι,
το τρίτο το καλύτερο μοιρολογάει και λέει:
«Θε’ μου και τι γίνηκαν οι δόλιοι οι Βρονταμίτες;
Μάϊδε σε γάμο φαίνονται, μάϊδε σε πανηγύρι,
μον’ πήγαν κι αποκλείστηκαν μέσα στο Μοναστήρι.
Μπραήμ Πασάς επέρασε, Μπραήμ Πασάς τους λέει:
“Βγάτε να προσκυνήσετε, την εκκλησιά ν’ αφήστε!”
Και κείνοι τ’ απαντήσανε και κείνοι τ’ απαντάνε:
“Άϊστε και σεις κι η πίστη σας, μουρτάτες χαθείτε,
οι Βρονταμίτες ζωντανοί, Τούρκους δεν προσκυνάνε,
καλλιό ’χομε το κάψιμο, παρά να σκλαβωθούμε...”»
Το τραγούδι δεν είναι στρατιωτική αναφορά ούτε επίσημο ιστορικό έγγραφο. Είναι
το μοιρολόι του τόπου. Είναι ο τρόπος με τον οποίο οι επόμενες γενιές
προσπάθησαν να χωρέσουν μέσα σε λίγους στίχους μια τραγωδία που δεν χωρά εύκολα
σε λόγια.
Τα τρία πουλάκια, γνώριμη εικόνα των δημοτικών μας τραγουδιών, στέκονται σαν
αθάνατοι μάρτυρες πάνω από τον τόπο. Το ένα κοιτάζει το χωριό, το άλλο το
ποτάμι και το τρίτο αναρωτιέται γιατί οι Βρονταμίτες χάθηκαν από τη συνηθισμένη
ζωή. Δεν βρίσκονται ούτε σε γάμο ούτε σε πανηγύρι. Είναι όλοι αποκλεισμένοι
μέσα στο Μοναστήρι.
Και μέσα στους δυο τελευταίους στίχους κλείνεται ολόκληρο το νόημα της
θυσίας τους:
«Οι Βρονταμίτες ζωντανοί, Τούρκους δεν προσκυνάνε, καλλιό ’χομε το κάψιμο, παρά να σκλαβωθούμε».
Τρεις μαυροφόρες στη ράχη του Πάρνωνα
Ο θρήνος του Παλαιομονάστηρου δεν έμεινε μονάχα στο παλιό δημοτικό τραγούδι.
Πολλά χρόνια αργότερα ξαναπήρε φωνή μέσα από ένα σύντομο, συγκλονιστικό
τσάμικο, που κυκλοφόρησε σε δίσκο το 1967 με τη φωνή του Βρονταμίτη Αργύρη
Φαρλέκα:
Τρεις μαυροφόρες κάθονταν στου Πάρνωνα τη ράχη,
τους Βρονταμίτες κλαίγανε κι οι πέτρες εραγίζαν,
που οι εχθροί τους καίγανε κι αυτοί πανηγυρίζαν.
Στο παλιό μοιρολόι, τρία πουλάκια αγναντεύουν από τη ράχη της Κρίτσοβας. Στο
νεότερο τραγούδι, τη θέση τους παίρνουν τρεις μαυροφόρες πάνω στη ράχη του
Πάρνωνα.
Οι εικόνες αλλάζουν, μα ο θρήνος μένει ο ίδιος. Οι άνθρωποι χάθηκαν μέσα
στις φλόγες, όμως ο πόνος τους έμεινε ζωντανός στο τραγούδι, τόσο βαρύς που
ακόμη και οι πέτρες ραγίζουν.
Ο Γιαννάκης Καραμπάς και η κραυγή «Ελλάς»
Για τη ζωή του Γιαννάκη Καραμπά δεν έχουν σωθεί όσα θα θέλαμε. Η μορφή του
έφτασε ως εμάς κυρίως μέσα από την τοπική μνήμη και την προφορική παράδοση.
Η στερνή κραυγή του Καραμπά: «Ελλάς!»
Οι παλιοί τον θυμούνταν ως τον οπλαρχηγό που δεν λύγισε, που στάθηκε δίπλα
στους συγχωριανούς του μέχρι το τέλος και που προτίμησε τον θάνατο από το
προσκύνημα.
Η παράδοση τον θέλει, βαριά τραυματισμένο και λίγο πριν αφήσει την τελευταία
του πνοή, να φωνάζει μια μονάχα λέξη:
«Ελλάς!»
Μπορεί να μη διαθέτουμε γραπτή μαρτυρία που να καταγράφει εκείνη τη στιγμή.
Η παράδοση, όμως, δεν φύλαξε τυχαία αυτή τη λέξη. Μέσα της έκλεισε όλο το νόημα
της θυσίας. Πατρίδα, πίστη, λευτεριά και άρνηση της υποταγής.
Δίπλα στον Καραμπά έμεινε ως το τέλος και ο παπα Δημήτρης Παπαδημητρίου. Δεν
εγκατέλειψε τους ανθρώπους του. Έγινε μαζί τους πολιορκημένος, αγωνιστής και
μάρτυρας.
Το μικρό Μεσολόγγι της Λακωνίας
Το Παλαιομονάστηρο έχει ονομαστεί δικαιολογημένα «το μικρό Μεσολόγγι
της Λακωνίας».
Η σύγκριση δεν σημαίνει πως τα δύο γεγονότα είχαν την ίδια έκταση ή
ακολούθησαν ακριβώς την ίδια πορεία. Το Μεσολόγγι ήταν μια οχυρωμένη πόλη και η
ηρωική Έξοδός του, τον Απρίλιο του 1826, είχε πανελλήνια και διεθνή απήχηση.
Στον Βρονταμά δεν υπήρξε οργανωμένη Έξοδος ούτε μεγάλη στρατιωτική δύναμη.
Υπήρχε, όμως, το ίδιο αδούλωτο φρόνημα. Άμαχοι παγιδευμένοι, πολιορκημένοι
που αρνήθηκαν να προσκυνήσουν και ένας ολόκληρος τόπος που πλήρωσε με αίμα την
απόφασή του να μείνει ελεύθερος.
Το Παλαιομονάστηρο ήταν μικρότερο σε μέγεθος, όχι όμως και σε θυσία.
Η μνήμη πέρασε από στόμα σε στόμα
Το ολοκαύτωμα δεν ξεχάστηκε. Πέρασε από τους παλιούς στους νεότερους μέσα
από αφηγήσεις, οικογενειακές μνήμες, μοιρολόγια και το τραγούδι του
Παλαιομονάστηρου.
Οι λεπτομέρειες μπορεί να άλλαζαν με τα χρόνια. Άλλος θυμόταν τα βήματα πάνω
στον βράχο. Άλλος τις μανάδες που έκλειναν τα παιδιά μέσα στην αγκαλιά τους.
Άλλος τον νέο που γύρισε μαυρισμένος από τον καπνό. Ο πόνος, όμως, η περηφάνια
και το μεγάλο «όχι» στην υποταγή έμεναν αναλλοίωτα.
Κάθε χρόνο, στις 15 Σεπτεμβρίου, οι Βρονταμίτες τιμούν τους νεκρούς τους.
Κατεβαίνουν ξανά στον ιστορικό τόπο, προσεύχονται και θυμούνται εκείνους που
χάθηκαν μέσα στη φωτιά.
Το Παλαιομονάστηρο έχει αναγνωριστεί ως ιστορικό μνημείο, μα για τους
ανθρώπους του χωριού είναι κάτι πολύ περισσότερο.
Είναι τόπος δικός τους. Τόπος πόνου, περηφάνειας και οικογενειακής μνήμης.
Οι πέτρες θυμούνται
Σήμερα σώζονται ακόμη τα παλιά χτίσματα, τα εκκλησάκια, οι φούρνοι, η
στέρνα, οι φθαρμένες βυζαντινές τοιχογραφίες και ο βράχος που σκέπασε τους
πολιορκημένους. Όλα τους χρειάζονται φροντίδα και προστασία.
Το Παλαιομονάστηρο δεν είναι απλώς ένας αρχαιολογικός χώρος ούτε ένα όμορφο
μέρος για επίσκεψη. Είναι μαρτυρία της ιστορίας μας. Κάθε πέτρα του μιλά για
ανθρώπους που κάποτε έτρεξαν εκεί με τα παιδιά στην αγκαλιά, ελπίζοντας να
σωθούν.
Για τους κοντοχωριανούς, η ιστορία του Βρονταμά δεν είναι μια ξένη ιστορία
από κάποιον μακρινό τόπο. Ανήκει στην ίδια φοβερή βδομάδα του Σεπτέμβρη του
1825, όταν η μικρή Χρυσούλα της Καρίτσας πάλευε να βρει τον δρόμο της
επιστροφής και τα γυναικόπαιδα του Γερακίου περνούσαν κυνηγημένα μέσα από του
Σορμπάνου.
Ήταν ο ίδιος εχθρός, ο ίδιος φόβος και ο ίδιος αγώνας για επιβίωση.
Γι’ αυτό εξακολουθούμε να λέμε την ιστορία. Γιατί η λευτεριά δεν κερδήθηκε
μονάχα από τους μεγάλους καπεταναίους στα πεδία των μαχών. Πληρώθηκε και από
απλούς ανθρώπους, από μανάδες, παιδιά, παπάδες και χωρικούς, σε άγνωστες
λαγκαδιές και μοναστήρια σκαλισμένα μέσα στον βράχο.
Και όσο εμείς θυμόμαστε, διηγούμαστε και τραγουδάμε το μοιρολόι τους, οι
ψυχές του Παλαιομονάστηρου δεν χάνονται στη σιωπή.
Σημείωση: Το τσάμικο «Τρεις μαυροφόρες κάθονταν» πρωτοκυκλοφόρησε σε
δίσκο 45 στροφών στις 27 Μαρτίου 1967, με τη φωνή του Βρονταμίτη Αργύρη Φαρλέκα.
Τη μουσική έγραψε και έπαιξε στο κλαρίνο ο Βασίλης Σκαλιώτης, τους στίχους
έγραψε ο Αργύρης Φαρλέκας και στο βιολί συνόδευσε ο Αλέκος Αραπάκης. Μπορείτε
να ακούσετε την ιστορική ηχογράφηση εδώ.














.jpg)





