Ο καιρός στο χωριό μας

Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

Η Κρήτη Τραγούδησε στην Καρίτσα

«Για μια νύχτα, η πλατεία της Καρίτσας γέμισε λύρα, λαούτο, πενιά και τραγούδια που ένωσαν την Κρήτη με τη Λακωνία σε μια μεγάλη γιορτή της παράδοσης.»

Μια ξεχωριστή βραδιά όπου η κρητική μουσική αντάμωσε τη λακωνική φιλοξενία στην πλατεία του χωριού.

Το βράδυ της Δευτέρας 20 Ιουλίου, η κεντρική πλατεία της Καρίτσας πλημμύρισε από κόσμο, μουσική και ζωντάνια, καθώς πραγματοποιήθηκε η μουσική εκδήλωση «Η Κρήτη τραγουδά στη Λακωνία», που διοργάνωσε ο Πολιτιστικός και Εξωραϊστικός Σύλλογος Απανταχού Καριτσιωτών Λακωνίας.

Πρωταγωνιστής της βραδιάς ήταν ο γνωστός λυράρης και τραγουδιστής Λευτέρης Μαθιουδάκης, ο οποίος, με τη χαρακτηριστική του κρητική λύρα και την αυθεντική ερμηνεία του, ταξίδεψε το κοινό στους μουσικούς δρόμους της Κρήτης. Στο πλευρό του βρέθηκαν ο Μανούσος Κοτσογιάννης στο λαούτο και στο τραγούδι και ο Ανεστέης Νεραντζάκης στην πεντάρα, συνθέτοντας ένα μουσικό σχήμα που κράτησε αμείωτο το κέφι μέχρι αργά.

Το πρόγραμμα περιλάμβανε κρητικά, λαϊκά, νησιώτικα και παραδοσιακά τραγούδια, με τον κόσμο να συμμετέχει με τραγούδι, χορό και θερμό χειροκρότημα. Η πλατεία απέκτησε γιορτινή ατμόσφαιρα και απέδειξε για ακόμη μία φορά πως, όταν η παράδοση συναντά τη φιλοξενία του χωριού, δημιουργούνται βραδιές που μένουν αξέχαστες.

Η εκδήλωση αποτέλεσε ακόμη μία όμορφη πολιτιστική πρωτοβουλία του Συλλόγου, που συνεχίζει να προσφέρει ζωντανές στιγμές στους κατοίκους και στους επισκέπτες της Καρίτσας, κρατώντας ζωντανή την αγάπη για την ελληνική μουσική παράδοση και δημιουργώντας γέφυρες ανάμεσα στις διαφορετικές γωνιές της πατρίδας μας.

Συγχαίρουμε τον Πολιτιστικό και Εξωραϊστικό Σύλλογο Απανταχού Καριτσιωτών Λακωνίας, τους μουσικούς και όλους όσοι συνέβαλαν στην επιτυχία της βραδιάς. Ευχόμαστε να ακολουθήσουν πολλές ακόμη εκδηλώσεις που θα συνεχίσουν να γεμίζουν την πλατεία του χωριού με μουσική, παρέα και χαμόγελα.

Κωνσταντίνος Κατσάμπης (1933–2026)

Με βαθιά συγκίνηση αποχαιρετούμε έναν ακόμη δικό μας άνθρωπο. Ο συγχωριανός μας Κωνσταντίνος Δημητρίου Κατσάμπης έφυγε από τη ζωή σήμερα, 21 Ιουλίου 2026 στην Αδελαΐδα, σε ηλικία 93 ετών.

Γεννήθηκε στην Καρίτσα στις 22 Μαΐου 1933 και μεγάλωσε στα δύσκολα χρόνια του χωριού, κρατώντας σε όλη του τη ζωή άσβεστη την αγάπη για τον τόπο, την οικογένεια και τις αξίες με τις οποίες ανατράφηκε.

Παντρεύτηκε τη Δημητρούλα, το γένος Δημητρίου Δρουγγάνη, από τη Βλησιδιά Κυνουρίας, και μαζί δημιούργησαν μια αγαπημένη οικογένεια, την οποία υπηρέτησαν με αγάπη, μόχθο και αφοσίωση.

Στις 18 Ιανουαρίου 1962, με πρόσκληση του αδελφού του Γιάννη Κατσάμπη, επιβιβάστηκαν στο υπερωκεάνιο «Πατρίς» και πήραν τον δρόμο της ξενιτιάς, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή στην Αυστραλία.

Δεν ξέχασε ποτέ το χέρι που τον βοήθησε στα πρώτα του βήματα. Όταν πια ρίζωσε στη νέα του πατρίδα, στάθηκε κι εκείνος δίπλα σε συγγενείς, βοηθώντας τους να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο.

Ήσυχος, εργατικός και αξιοπρεπής, ο Κώστας υπήρξε ένας από εκείνους τους πρωτοπόρους Καριτσιώτες που, με υπομονή και σκληρή δουλειά, δημιούργησαν μια καλύτερη ζωή για τα παιδιά τους, χωρίς ποτέ να λησμονήσουν την Καρίτσα που τους γέννησε.

Στη λατρεμένη του σύζυγο Δημητρούλα, στους γιους τους, στα εγγόνια, στα δισέγγονα και σε όλους τους συγγενείς του εκφράζουμε τα πιο θερμά και ειλικρινή μας συλλυπητήρια.

Κώστα, καλό σου ταξίδι. Θα σε θυμόμαστε πάντα με αγάπη και εκτίμηση.

Ας είναι αιωνία η μνήμη σου.

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Ανέκδοτο από την Καρίτσα του Χτες: Ο κουμπάρος και τα… ακριβά ψάρια

Τα αξίζουν, κουμπάρα μου! Τα αξίζουν!
Στα παλιά τα χρόνια στην Καρίτσα, τότε που το ψάρι ήταν πιο σπάνιο κι από βροχή τον Αύγουστο, ένας κουμπάρος βρέθηκε Κυριακή μεσημέρι καλεσμένος στου κουμπάρου του.

Το τραπέζι ήταν όπως τα ήξερε το χωριό. Στη μέση του σοφρά ήταν ακουμπισμένη η μουρχούτα, γεμάτη «λάχανα», όπως έλεγαν τότε όλα τα άγρια χόρτα. Δίπλα, λίγο ψωμί ζυμωτό, κρασί από το βαρέλι και, μεγάλη πολυτέλεια, φρέσκα ψάρια που είχε φέρει εκείνο το πρωί ο ψαράς που γύριζε τα χωριά.

Μόλις κάθισαν, ο κουμπάρος δεν έχασε καιρό. Άφησε τα λάχανα στην άκρη κι έπεσε στα ψάρια σαν να είχε να δει θάλασσα από τότε που γεννήθηκε. Ένα, δεύτερο, τρίτο... τα κόκαλα άρχισαν να στοιβάζονται μπροστά του.

Όποιος τον έβλεπε εκείνη την ώρα θα θυμόταν την παλιά κουβέντα του χωριού:

— Θέλει μια μουρχούτα να χορτάσει!

Η κουμπάρα τον κοίταξε με μια μικρή ανησυχία και του λέει γλυκά:

— Κουμπάρε, έχει και λάχανα!

Ο κουμπάρος ούτε που σήκωσε το κεφάλι.

— Ευχαριστώ, κουμπάρα... καλύτερα είναι τα ψάρια!

Η κουμπάρα ξαναμίλησε, αυτή τη φορά με μια παρατήρηση:

— Ναι... αλλά τα ψάρια είναι ακριβά!

Κι εκείνος, χωρίς να χάσει μπουκιά, αποκρίθηκε ατάραχος:

— Τα αξίζουν, κουμπάρα μου! Τα αξίζουν!

Λένε πως το τραπέζι γέλασε τόσο, που για χρόνια, κάθε φορά που κάποιος άφηνε τα φτωχικά και διάλεγε τον πιο εκλεκτό μεζέ, όλο και βρισκόταν κάποιος να του πει με νόημα:

— Τα αξίζουν, κουμπάρα μου! Τα αξίζουν!

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

«Ο Πάρνωνας και τα Χωριά του»: Ο Σωτήρης Σκεύης μάς ταξιδεύει ξανά στην αγαπημένη του Καρίτσα

Ένα χωριό που αγναντεύει τη Λακωνία από ψηλά και κρατά ζωντανές τις μνήμες και τις παραδόσεις των ανθρώπων του.

Με είκοσι νέες φωτογραφίες, ο Σωτήρης Σκεύης συνεχίζει το όμορφο φωτογραφικό του οδοιπορικό «Ο Πάρνωνας και τα χωριά του», αφιερώνοντας αυτή τη φορά τον φακό του στην Καρίτσα, το χωριό της αείμνηστης μητέρας του, Στρατηγούλας Κατσάμπη.

Οι φωτογραφίες του δεν αποτυπώνουν μόνο πέτρες, δρόμους και τοπία. Αποτυπώνουν την ίδια την ψυχή του χωριού. Μας παρουσιάζουν την Καρίτσα όπως τη γνώρισαν οι παλιότεροι και όπως τη συναντούν σήμερα όσοι ανεβαίνουν στα 680 μέτρα του Πάρνωνα για να αγναντέψουν τον Λακωνικό Κόλπο, το Γύθειο και τα χωριά της λακωνικής πεδιάδας.

Φωλιασμένη στις πλαγιές του βουνού, ανάμεσα στην Τσούκα, τον Ελατιά, το Μαζαράκι, τον Μεγάλο Βράχο και τη ράχη της Ασφάκας, η Καρίτσα παραμένει ένα από τα ομορφότερα και πιο αυθεντικά χωριά της Λακωνίας. Ένα χωριό που απέχει μόλις λίγα χιλιόμετρα από το ιστορικό Γεράκι, αλλά διατηρεί αναλλοίωτη τη δική του ξεχωριστή ταυτότητα.

Μέσα από τις φωτογραφίες και τις σύντομες αναφορές του Σωτήρη περνά μπροστά από τα μάτια μας ολόκληρη η ζωή του χωριού. Η Δώθε και η Πέρα Γειτονιά. Η παλιά βρύση που δρόσιζε γενιές και γενιές Καριτσιωτών. Οι πέτρινες κρήνες που ακόμη ψιθυρίζουν ιστορίες του παρελθόντος. Η πλατεία, η παιδική χαρά και η επιβλητική Ευαγγελίστρια, χτισμένη πριν από περίπου εκατόν είκοσι χρόνια με ντόπιο μάρμαρο.

Δεν λείπουν βέβαια οι αναφορές στις εκκλησιές και τα ξωκλήσια του χωριού. Ο Άγιος Κωνσταντίνος, ο Αϊ-Γιάννης, ο Αϊ-Νικόλας, η Αγία Κυριακή και ο Άγιος Δημήτριος, τόποι προσευχής αλλά και σημεία αναφοράς για κάθε Καριτσιώτη, όπου κι αν βρίσκεται.

Ιδιαίτερη θέση στο αφιέρωμα κατέχει και η ταβέρνα – καφενείο του Παναγιώτη Κατσάμπη. Εκεί όπου, τους καλοκαιρινούς μήνες, χτυπά η καρδιά του χωριού. Εκεί όπου οι συγχωριανοί ανταμώνουν, πίνουν το κρασάκι τους, λένε τα νέα τους και χαίρονται τη συντροφιά. Ο ίδιος ο Σωτήρης δεν παραλείπει να υψώσει το ποτήρι του «στην υγειά των συγχωριανών», ενώ παράλληλα μας ανοίγει την όρεξη με φωτογραφίες από τα περίφημα ψητά της ταβέρνας.

Όμως η Καρίτσα δεν είναι μόνο ομορφιά και φιλοξενία. Είναι και ιστορία. Είναι ο τόπος που έδωσε αγωνιστές στην Επανάσταση του 1821 και που γνώρισε τη φρίκη του πολέμου στη μάχη στα «Μνήματα» το 1825, όταν οι δυνάμεις του Κολοκοτρώνη συγκρούστηκαν με τον Ιμπραήμ σε μία από τις σκληρότερες αναμετρήσεις της περιοχής.

«Η Καρίτσα δεν είναι απλώς το χωριό της μάνας μου», μοιάζει να μας λέει μέσα από τον φακό του ο Σωτήρης Σκεύης. «Είναι ένας τόπος γεμάτος μνήμες, ιστορία και ανθρώπους που κρατούν ακόμη ζωντανή την ψυχή του Πάρνωνα.»

Και αυτό ακριβώς πετυχαίνει η νέα του φωτογραφική συλλογή: να μας θυμίσει πως τα χωριά μας μπορεί να είναι μικρά στον χάρτη, μα παραμένουν μεγάλα στις καρδιές όσων τα αγαπούν.

Σημείωση

Οι είκοσι φωτογραφίες του Σωτήρη Σκεύη αποτελούν το νεότερο μέρος της σειράς «Ο Πάρνωνας και τα χωριά του», μιας αξιέπαινης προσπάθειας καταγραφής της φυσικής ομορφιάς, της ιστορίας και της καθημερινής ζωής των χωριών του Πάρνωνα για τις σημερινές και τις επόμενες γενιές.

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Πρώτο Κούρο Χωρίς τον Βασίλη: Ένα χέρι βοήθειας για τον φίλο

«Στα χωριά μας οι φίλοι δε λησμονιούνται. Κι άμα φύγει ένας νοικοκύρης, οι άλλοι στέκουνται δίπλα στην οικογένειά του και συνεχίζουν το έργο του.»

Το φετινό κούρο στα γίδια της οικογένειας του αείμνηστου Βασίλη Κατσάμπη είχε μια ξεχωριστή συγκίνηση. Ήταν το πρώτο χωρίς τον Βασίλη, που έφυγε ξαφνικά από τη ζωή στις αρχές της περσινής χρονιάς, σκορπίζοντας θλίψη στην οικογένειά του, στους φίλους και σε ολόκληρη την Καρίτσα. Άνθρωπος εργατικός και αγαπητός, αγάπησε τον τόπο του, την οικογένειά του και τη στάνη του, αφήνοντας πίσω του τη γυναίκα του Ελένη και τα τρία τους παιδιά να συνεχίσουν το σπιτικό και την παράδοση που κράτησε ζωντανή μια ολόκληρη ζωή.

Ανάμεσα σ’ εκείνους που βρέθηκαν κοντά στην οικογένεια ήταν και ο δικός μας Στέλιος Μαλαβάζος. Παρότι ήρθε από την Αυστραλία πριν μόλις λίγες μέρες, δεν άργησε να ξαναμπεί στους ρυθμούς του χωριού. Μόλις έμαθε πως ήρθε η ώρα για το κούρο, πήγε χωρίς δεύτερη κουβέντα να βάλει ένα χέρι, όπως θα έκανε κάθε καλός φίλος.

Οι φωτογραφίες τον δείχνουν μέσα στο μαντρί, ανάμεσα στους συγγενείς, στους χωριανούς και στα ζωντανά, να βοηθά στο κούρεμα των γιδιών. Εκεί, ανάμεσα στα μαλλιά, στις φωνές και στα πειράγματα της παρέας, η απουσία του Βασίλη ήταν αισθητή. Μα εξίσου αισθητή ήταν και η παρουσία της μνήμης του.

Όπως θυμίζει ο κοντοχωριανός μας Γιάννης Πριφτάκης, η αλληλεγγύη στη ζωή των ποιμένων υπήρχε πάντοτε σε πολλές μορφές. Στον κούρο, όταν κάποιος ξεκινούσε δικό του κοπάδι και οι άλλοι του χάριζαν ένα ζωντανό με την ευχή «να τα χιλιάσει», όταν χτυπούσε αρρώστια το κοπάδι ή όταν οι κτηνοτρόφοι έκαναν σμίχτες για να τα βγάλουν πέρα στις δύσκολες εποχές. Ο κούρος δεν ήταν ποτέ μια απλή αγροτική δουλειά. Ήταν γιορτή, συνεργασία και αλληλοβοήθεια.

Ο Σωτήρης Σκεύης στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία της συμπαράστασης προς την οικογένεια, γράφοντας πως πέρα από τη χειρωνακτική βοήθεια, εκείνο που μετρά περισσότερο είναι να νιώθει κανείς πως δεν είναι μόνος στις δύσκολες στιγμές της ζωής. Και πράγματι, αυτό ήταν το μεγαλύτερο μήνυμα της ημέρας.

Το κούρο τελείωσε όπως τελείωναν πάντα τέτοιες δουλειές στο χωριό: με κουβέντες, αναμνήσεις και την ικανοποίηση πως όλοι έβαλαν το λιθαράκι τους. Μπορεί να έλειπε ο βασικός στύλος της οικογένειας, όπως χαρακτηριστικά σημείωσε ο Γιάννης Πριφτάκης, όμως γύρω από την Ελένη και τα παιδιά στάθηκαν συγγενείς, φίλοι και χωριανοί, αποδεικνύοντας πως οι δεσμοί της Καρίτσας παραμένουν δυνατοί.

Γιατί η καλύτερη τιμή για έναν άνθρωπο δεν είναι τα μεγάλα λόγια. Είναι να συνεχίζονται όσα αγάπησε. Κι όσο υπάρχουν άνθρωποι που στέκονται ο ένας δίπλα στον άλλο, ο Βασίλης θα παραμένει παρών στις μνήμες, στις κουβέντες και στις καρδιές όλων μας.