Ο καιρός στο χωριό μας

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026

Θερμά συγχαρητήρια από τον Τομ Κουτσαντώνη για το βιβλίο των Καριτσιωτών

«Θερμά συγχαρητήρια στην Κοινότητα Καριτσιωτών Νότιας Αυστραλίας για αυτή την όμορφη και πολύτιμη προσπάθεια να μείνει ζωντανή η ιστορία των πρώτων Καριτσιωτών της Αυστραλίας.»

Μια ιδιαίτερα όμορφη στιγμή για την Κοινότητα Καριτσιωτών Νότιας Αυστραλίας ήταν η σημερινή συνάντηση με τον Τομ Κουτσαντώνη, έναν από τους μακροβιότερους βουλευτές της Νότιας Αυστραλίας και σήμερα Υπουργό Οικονομικών, Υπουργό Ενέργειας και Μεταλλείων και Υπουργό Δημόσιου Τομέα.

Ο κ. Κουτσαντώνης είχε την ευκαιρία να δει από κοντά το καινούργιο μας βιβλίο, Το ταξίδι και η παρακαταθήκη των πρώτων Καριτσιωτών στην Αυστραλία: Από την Καρίτσα στο Γκούντγουντ, αλλά και την ελληνική του έκδοση. Έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την προσπάθεια που έγινε ώστε να συγκεντρωθούν και να διασωθούν οι ιστορίες των πρώτων συγχωριανών μας που άφησαν την Καρίτσα και έφτιαξαν μια καινούργια ζωή στην Αυστραλία.

Με τη δική του οικογένεια να έχει επίσης μεταναστευτικές ρίζες από την Ελλάδα, ο κ. Κουτσαντώνης γνωρίζει καλά τι σημαίνει για τις επόμενες γενιές να κρατούν ζωντανή τη μνήμη των ανθρώπων που πήραν τον δύσκολο δρόμο της ξενιτιάς και ξεκίνησαν από την αρχή σε έναν καινούργιο τόπο. Ο ίδιος είναι γιος Ελλήνων μεταναστών και μεγάλωσε στα δυτικά προάστια της Αδελαΐδας.

Κατά τη συνάντηση συνεχάρη την Κοινότητα Καριτσιωτών Νότιας Αυστραλίας για την έκδοση και για την προσπάθεια που γίνεται να παραμείνει ζωντανή η ιστορία του χωριού μας και της παροικίας μας για τα παιδιά και τα εγγόνια μας.

Στη φωτογραφία που συνοδεύει το άρθρο, αριστερά ο Τομ Κουτσαντώνης και δίπλα του ο πρόεδρος της Κοινότητας Καριτσιωτών Νότιας Αυστραλίας, Μιχάλης Μαλαβάζος, με τις αγγλικές και ελληνικές εκδόσεις του βιβλίου στα χέρια τους.

Μια ιστορία που περνά στις επόμενες γενιές

Η σημερινή συνάντηση ήταν ακόμη ένας μικρός σταθμός στο ταξίδι ενός βιβλίου που γράφτηκε για να μη χαθούν οι άνθρωποι και οι ιστορίες τους μέσα στον χρόνο. Από την Καρίτσα στο Γκούντγουντ και από εκεί στα σπίτια των παιδιών και των εγγονιών μας, το βιβλίο συνεχίζει το ταξίδι του.

Και κάθε φορά που περνά σε καινούργια χέρια, παίρνει μαζί του κάτι από το χωριό μας, από τους ανθρώπους που έφυγαν και από εκείνους που κράτησαν την Καρίτσα ζωντανή στην άλλη άκρη του κόσμου.

Ευχαριστούμε θερμά τον Τομ Κουτσαντώνη για τα καλά του λόγια και τις ευχές του προς την Κοινότητά μας. Καλοτάξιδο να είναι το βιβλίο μας και μακάρι να συνεχίσει να ενώνει την Καρίτσα με την Αυστραλία και τις παλιότερες γενιές με εκείνες που ακολουθούν.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Αντώνη Μαλαβάζο: Απ’ την Καρίτσα στην Αυστραλία, με πινέλο και μεράκι

«Ένα κομμάτι απ’ την Καρίτσα, ζωγραφισμένο με μεράκι και αγάπη, τώρα βρίσκεται στα χέρια της Κοινότητάς μας στην Αυστραλία.»

Ένα δώρο με πολλή αγάπη για το χωριό

Η Επιτροπή της Κοινότητας Καριτσιωτών Νότιας Αυστραλίας ευχαριστεί ολόψυχα τον καλλιτέχνη συγχωριανό Αντώνη Μαλαβάζο, για το πανέμορφο έργο τέχνης που χάρισε στην Κοινότητά μας.

Ο Αντώνης ζωγράφισε τον Κοτρώνι, το καμάρι και το χαρακτηριστικό γεωλογικό μνημείο της Καρίτσας μας. Ένα τοπίο που όλοι μας έχουμε στην καρδιά μας, είτε ζούμε στο χωριό είτε είμαστε μακριά του, στην Αυστραλία και στα ξένα.

Το Κοτρώνις του χωριού μας

Το Κοτρώνη δεν είναι απλά ένας βράχος για μας τους Καριτσιώτες. Είναι ένα κομμάτι απ’ το χωριό μας, απ’ τα παιδικά μας χρόνια, απ’ τις αναμνήσεις μας και απ’ τον τόπο που μας μεγάλωσε.

Κι ο Αντώνης κατάφερε με το πινέλο του να δώσει ζωή σ’ αυτό το αγαπημένο μας τοπίο. Η Επιτροπή εκτιμά ιδιαίτερα αυτό το υπέροχο έργο τέχνης και θα το κρατήσει με μεγάλη χαρά και περηφάνια. Θα βρει τη θέση του και θα στολίζει την Κοινότητά μας, για να το χαίρονται όλοι οι Καριτσιώτες.

Ένα τέτοιο δώρο δεν είναι μόνο ένας όμορφος πίνακας. Είναι ένας τρόπος να κρατάμε το χωριό κοντά μας, ακόμα κι όταν μας χωρίζουν χιλιάδες χιλιόμετρα.

Και το όμορφο πιάτο του Αϊ-Γιάννη

Η προσφορά του Αντώνη όμως δεν σταμάτησε εκεί. Ο ίδιος χάρισε στην Κοινότητα και ένα πανέμορφο ζωγραφισμένο πιάτο με το εκκλησάκι του Αϊ-Γιάννη, το οποίο μπήκε ως πρώτο βραβείο στη λαχειοφόρο αγορά της εκδήλωσής μας.

Το τυχερό λαχείο έπεσε στον Ευρεπίδη Θεοδωρακάκο, ο οποίος έγινε ο περήφανος κάτοχος αυτού του ξεχωριστού έργου.

Και βέβαια, ένα μεγάλο μπράβο και στον Αντώνη που, με το μεράκι και την αγάπη του για την Καρίτσα, μας χάρισε δύο έργα που κουβαλάνε πάνω τους κάτι απ’ την ψυχή του χωριού μας.

Ένα ευχαριστώ απ’ την καρδιά μας

Η Επιτροπή της Κοινότητας Καριτσιωτών ευχαριστεί θερμά τον Αντώνη Μαλαβάζο για την απλοχεριά του, το μεράκι του και την αγάπη που έδειξε για το χωριό μας.

Να ’σαι καλά, Αντώνη, και να συνεχίσεις να δημιουργείς και να κρατάς την Καρίτσα μας ζωντανή μέσα απ’ την τέχνη σου.

Το Κοτρώνι μας μπορεί να ’ναι στην Καρίτσα, αλλά τώρα ένα κομμάτι του βρίσκεται και δω, κοντά στους Καριτσιώτες της Αυστραλίας.

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

Η ιστορία των Καριτσιωτών συνεχίζεται: Ένα νέο βιβλίο και σαράντα χρόνια Κοινότητας

Πρώτα ήρθαν οι άνθρωποι. Ύστερα χτίστηκε η Κοινότητα. Τώρα οι ιστορίες μας γίνονται βιβλίο και περνούν στα παιδιά και τα εγγόνια μας.

Οι Καριτσιώτες έχτιζαν τη ζωή τους στην Αυστραλία επί τριάντα τρία χρόνια προτού ιδρύσουν τη δική τους Κοινότητα. Το βράδυ του Σαββάτου, 26 Σεπτεμβρίου, το Κοινοτικό Κέντρο του Γκούντγουντ στην Αδελαΐδα γέμισε ασφυκτικά για την 40ή επέτειο της Κοινότητας Καριτσιωτών Νότιας Αυστραλίας και την παρουσίαση του βιβλίου Το ταξίδι και η παρακαταθήκη των πρώτων Καριτσιωτών στην Αυστραλία: Από την Καρίτσα στο Γκούντγουντ.

Οι πρώτοι μετανάστες, τα παιδιά και τα εγγόνια τους αντάμωσαν ξανά στο Γκούντγουντ, που για τόσες οικογένειες είχε γίνει ένα δεύτερο χωριό. Γιόρτασαν όσα έχτισαν μαζί και τίμησαν τις γενιές που οι ιστορίες τους ζωντανεύουν στις σελίδες του βιβλίου.

Θυμηθήκαμε εκείνους που έφυγαν

Η βραδιά άρχισε με μια στιγμή μνήμης για τα μέλη της Κοινότητας που δεν βρίσκονται πια κοντά μας. Η παρουσιάστρια της εκδήλωσης, Δήμητρα Ροζακλή, μίλησε για τη θέση που εξακολουθούν να έχουν στις καρδιές των δικών τους ανθρώπων και στην Κοινότητα που βοήθησαν να χτιστεί.

Αναφέρθηκε στον μπαρμπα Διαμαντή Χαγιά, τον πρώτο Καριτσιώτη μετανάστη, που η ιστορία του περιλαμβάνεται στο βιβλίο. Μετά από εκείνον ήρθαν στην Αυστραλία άλλοι 154 συγχωριανοί. Οι οικογένειες βοηθούσαν κάθε νεοφερμένο να σταθεί στα πόδια του και, σιγά σιγά, στην Αδελαΐδα μεγάλωσε μια δεμένη κοινότητα που κουβαλούσε μαζί της ένα κομμάτι της Καρίτσας.

Ο πρόεδρος της Κοινότητας, Μιχάλης Μαλαβάζος, καλωσόρισε τους καλεσμένους, ανάμεσά τους τη Γενική Πρόξενο της Ελλάδας στην Αδελαΐδα, Δρ Αλεξάνδρα Θεοδωροπούλου, τον δήμαρχο του τοπικού Δήμου Άνλεϋ, Μάικλ Χιούιτσον, και εκπροσώπους της ευρύτερης παροικίας.

Για τον Μιχάλη, το βιβλίο έχει και ιδιαίτερη προσωπική σημασία. Θυμήθηκε πως, στις αρχές του 1986, δύο Καριτσιώτες πήγαν στον πατέρα του, τον Αδαμάντιο, και του ζήτησαν να αναλάβει την προσπάθεια για την ίδρυση ενός συλλόγου που θα εκπροσωπούσε τους Καριτσιώτες της Νότιας Αυστραλίας. Στις 31 Αυγούστου εκείνης της χρονιάς, 34 Καριτσιώτες συγκεντρώθηκαν στην αίθουσα του ναού των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, στο Φλόρενς Στριτ στο Γκούντγουντ, για να συντάξουν το πρώτο καταστατικό. Η Κοινότητα Καριτσιωτών Νότιας Αυστραλίας αναγνωρίστηκε επίσημα στις 28 Οκτωβρίου 1986, ανήμερα του «Όχι».

Το βιβλίο μιλά για τις δυσκολίες πριν από τη μετανάστευση, τα ταξίδια με τα πλοία, το κέντρο υποδοχής μεταναστών της Μπονεγκίλα και τις ιστορίες περισσότερων από εξήντα οικογενειών. Ο Μιχάλης κάλεσε κάθε απόγονο Καριτσιωτών να το ανοίξει και να βρει μέσα τη σελίδα της δικής του οικογένειας.

Οι φωνές πίσω από το βιβλίο

Μιλώντας εκ μέρους των τεσσάρων συγγραφέων, του ίδιου, του Στέλιου Χαγιά, του Μιχάλη Μαλαβάζου και του Κώστα Κατσάμπη, ο Δημήτρης Κατσάμπης τίμησε τους πρώτους Καριτσιώτες που ήρθαν στην Αυστραλία από το 1953 έως το 1973. Αναγνώρισε επίσης ότι η συγκέντρωση γινόταν στην πατρογονική γη του αυτόχθονου λαού «Κάουρνα» και απέτισε φόρο τιμής στην κοινότητά τους.

Για να δείξει πώς γεννήθηκε το βιβλίο, ο Δημήτρης έφερε στο προσκήνιο τις φωνές που φυλάχτηκαν στις σελίδες του: τις αναμνήσεις του μπαρμπα Γιάννη Κατσάμπη, που κατέγραψε ο Διαμαντής Μαλαβάζος, τη διήγηση της Ελένης Δρουγγάνη για τους γονείς της, την προσεκτική καταμέτρηση του Γιάγκου Σταυριανού για τους Καριτσιώτες εδώ και στο χωριό, και ένα γράμμα που είχε στείλει ο Βαγγέλης Κατσάμπης στη γυναίκα του πίσω στην Ελλάδα. Μίλησε ακόμη για τον υπέροχο πίνακα με το Κοτρώνι, το ξακουστό σημάδι του χωριού μας, που ζωγράφισε ειδικά για την περίσταση ο καλλιτέχνης Τόνι Μαλαβάζος.

«Αυτές οι φωνές, αυτές οι αναμνήσεις και αυτά τα παλιά γράμματα είναι που έγραψαν στ’ αλήθεια το βιβλίο μας», είπε ο Δημήτρης. Οι συγγραφείς τα συγκέντρωσαν για να φτάσουν στις επόμενες γενιές «πριν τα σβήσει ο χρόνος».

Πολλές από τις οικογενειακές ιστορίες προέκυψαν και από συνεντεύξεις που πήραν αφοσιωμένα μέλη της επιτροπής της Κοινότητας. Πριν γίνουν σελίδες βιβλίου, ήταν κουβέντες γύρω από το τραπέζι της κουζίνας, ειπωμένες με εμπιστοσύνη. Εκείνοι που πήραν τις συνεντεύξεις άκουσαν προσεκτικά και κατέγραψαν όσα τους είπαν, ενώ οι οικογένειες τους άνοιξαν τα σπίτια και τις αναμνήσεις τους. Χάρη και σε αυτή την προσπάθεια, οι φωνές της πρώτης γενιάς θα μείνουν ζωντανές για όλους μας.

Το βιβλίο κυκλοφορεί σε δύο ξεχωριστές εκδόσεις, μία στα ελληνικά και μία στα αγγλικά. Ο Δημήτρης μίλησε για την ελπίδα του να το κατεβάσουν κάποτε τα εγγόνια του από το ράφι και να ανοίξουν τις σελίδες 80 και 81. Εκεί θα μάθουν για τον παππού, τον προπάππου και την προγιαγιά τους. Την ώρα που μιλούσε, τα εγγόνια του στέκονταν δίπλα του στη σκηνή. Όλοι μπορούσαμε να δούμε μπροστά μας για ποιους γράφτηκε το βιβλίο.

Σαράντα χρόνια μαζί

Στον χαιρετισμό της, η Γενική Πρόξενος, Δρ Αλεξάνδρα Θεοδωροπούλου, είπε πως η ιστορία των Καριτσιωτών «αξίζει να ειπωθεί, να διαφυλαχθεί και να περάσει στις επόμενες γενιές». Ο δήμαρχος Μάικλ Χιούιτσον ευχαρίστησε τους Καριτσιώτες για την προσφορά τους στον Δήμο του Unley. Ένα μήνυμα από την πρόεδρο της Τοπικής Κοινότητας Καρίτσας, Μαρία Μαλαβάζου, ένωσε τους δύο τόπους με λίγα απλά λόγια: «Η Καρίτσα είναι κάτι περισσότερο από ένας τόπος. Είναι μνήμη. Είναι ρίζες. Είναι καρδιά».

Από τις πιο συγκινητικές στιγμές της βραδιάς ήταν η τιμή που αποδόθηκε στα 34 ιδρυτικά μέλη της Κοινότητας. Στον καθένα αφιερώθηκε ένα αναμνηστικό τρόπαιο με χαραγμένη επιγραφή για την 40ή επέτειο. Για πολλές οικογένειες, το παρέλαβαν οι δικοί τους άνθρωποι στη μνήμη τους. Ο Γιάγκος Σταυριανός, που υπηρέτησε για πολλά χρόνια ως πρόεδρος, δεν μπόρεσε να κρύψει τη συγκίνησή του. Με δάκρυα στα μάτια, χαιρετούσε τον κόσμο και του έστελνε φιλιά. Ήταν μια στιγμή που δύσκολα θα ξεχάσουμε.

Η γιορτή έδειξε και πόση ψυχή έβαλε η σημερινή επιτροπή. Ύστερα από μήνες προετοιμασίας και δουλειάς, κατάφερε να φέρει κοντά όλες τις γενιές για μια βραδιά αντάξια της περίστασης. Από το καλωσόρισμα και τα λουλούδια ως τα βιβλία και τις τιμητικές στιγμές, η φροντίδα της φαινόταν παντού. Με τη συνεχή προσφορά της κρατά την Κοινότητά μας δυνατή και ενωμένη.

Οι ομιλητές ευχαρίστησαν τους συγγραφείς, τις επιμελήτριες Δήμητρα Ροζακλή, Μαρίνα Προφύρη και Μαρία Κατσάμπη, την επιτροπή, τους εθελοντές, καθώς και τους φορείς και τις οικογένειες που βοήθησαν οικονομικά να εκδοθεί το βιβλίο: τον Δήμο του Άνλεϋ, την Κυβέρνηση της Νότιας Αυστραλίας, την Theodorakakos Property Group και την οικογένεια Τσαγκούρη. Και στις κουβέντες των καλεσμένων ακουγόταν η ίδια ευγνωμοσύνη για όλους όσοι συνέβαλαν στη βραδιά.

Το ταξίδι συνεχίζεται

Η γιορτή τελείωσε, μα το ταξίδι του βιβλίου μόλις αρχίζει. Θα περάσει από χέρι σε χέρι και θα βρει θέση στα σπίτια των οικογενειών μας. Μέσα από τις σελίδες του, τα παιδιά και τα εγγόνια μας θα γνωρίσουν κάτι περισσότερο από ονόματα και ημερομηνίες. Θα γνωρίσουν τους ανθρώπους που έφυγαν από την Καρίτσα, έφτιαξαν σπιτικό στο Γκούντγουντ και τους άφησαν μια ιστορία που είναι και δική τους.

Το βιβλίο έχει ήδη πάρει τον δρόμο για την Ελλάδα. Η Κοινότητα Καριτσιωτών Νότιας Αυστραλίας στέλνει αντίτυπα στην πρόεδρο της Τοπικής Κοινότητας Καρίτσας, στο κοινοτικό γραφείο και στις δημόσιες βιβλιοθήκες του Γερακίου, της Σκάλας και της Σπάρτης. Ένα αντίτυπο θα φτάσει και στο καφενείο του χωριού, εκεί όπου πολλές από τις ιστορίες του λέγονταν από στόμα σε στόμα, πολύ πριν μπουν στο χαρτί.

Καλοτάξιδο το βιβλίο μας! Μακάρι να φτάσει σε κάθε Καριτσιώτικο σπίτι και να κρατήσει ζωντανές τις ιστορίες μας για τα παιδιά και τα εγγόνια μας.

Στη μνήμη των δικών μας ανθρώπων που έφυγαν. Τους θυμόμαστε, τους τιμούμε και κρατάμε ζωντανά όσα μας άφησαν.

Αιωνία τους η μνήμη.



Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

Δημήτρης Γεωργακάκος (1940-2026)

Με βαθιά λύπη αποχαιρετούμε τον Δημήτρη Γεωργακάκο, ο οποίος έφυγε από τη ζωή στην Αδελαΐδα στις 16 Σεπτεμβρίου 2026, σε ηλικία 86 ετών.

Ο Δημήτρης γεννήθηκε στις 4 Αυγούστου 1940 στην Παντάνασσα Λακωνίας. Στις 24 Αυγούστου 1964, μόλις είκοσι μέρες μετά τα εικοστά τέταρτα γενέθλιά του, έφτασε στην Αυστραλία με το υπερωκεάνιο Ελληνίς. Όπως τόσα νέα παιδιά εκείνης της εποχής, πήρε κι αυτός τον δύσκολο δρόμο της μετανάστευσης, με την ελπίδα να χτίσει μια καινούργια ζωή στην Αυστραλία.

Στις 30 Απριλίου 1967 παντρεύτηκε την αγαπημένη του Διαμάντω Χαγιά, με καταγωγή από το Βλαχιώτη και την Καρίτσα. Μαζί πορεύτηκαν στη ζωή και έκαναν την Αδελαΐδα μόνιμη πατρίδα τους.

Υπήρξε αγαπημένος σύζυγος της Διαμάντως, στοργικός πατέρας και πεθερός του Αλέκου και της Μαρίας, καθώς και της Βενέττας και του Τομ, και πολυαγαπημένος παππούς του Δημήτρη, της Διαμάντας, του Μάθιου, της Μαρίας, της Στέλλας και του Δημήτρη.

Αφοσιωμένος οικογενειάρχης, έζησε με αγάπη και έγνοια για τους δικούς του ανθρώπους. Θα τον θυμούνται πάντα με αγάπη η οικογένεια, οι συγγενείς και οι φίλοι του στην Αυστραλία και την Ελλάδα.

Εκφράζουμε τα θερμά μας συλλυπητήρια στη σύζυγό του Διαμάντω, στα παιδιά, στα εγγόνια και σε όλους τους αγαπημένους του ανθρώπους.

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

Οι Βρονταμίτες δεν προσκύνησαν: Τρία μερόνυχτα αντίστασης, δυο αιώνες μνήμης

Το Ολοκαύτωμα του Παλαιομονάστηρου, 15 Σεπτεμβρίου 1825

«Οι πέτρες θυμούνται όσα τα χαρτιά δεν μπόρεσαν να κρατήσουν.»

Έξι περίπου χιλιόμετρα έξω από τον Βρονταμά, μέσα σε μια άγρια και απόκρημνη λαγκαδιά, βρίσκεται το Παλαιομονάστηρο. Στεριωμένο μέσα στον ίδιο τον βράχο, μοιάζει σαν να φύτρωσε εκεί μαζί με την πέτρα.

Σήμερα, όποιος φτάσει ως εκεί ακούει μονάχα τον αέρα, τα πουλιά και τον αντίλαλο της ρεματιάς. Όμως στις 15 Σεπτεμβρίου 1825, ο τόπος αυτός γέμισε καπνό, φωτιά, κραυγές και θάνατο. Το παλιό μοναστήρι, που για αιώνες πρόσφερε προσευχή και καταφύγιο, έγινε ο τάφος εκατοντάδων Βρονταμιτών.

Τι είχε συμβεί;

Ένα μοναστήρι μέσα στον βράχο

Το Παλαιομονάστηρο είναι ένα από τα σημαντικότερα βυζαντινά μνημεία της Λακωνίας. Στο εσωτερικό του δεσπόζει ο παλιός σπηλαιώδης ναός, λαξευμένος μέσα στον βράχο, που χρονολογείται, σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, στον 12ο αιώνα.

Περισσότερες από ογδόντα τοιχογραφίες σώζονται ακόμη στους τοίχους του. Οι περισσότερες είναι φθαρμένες από τον χρόνο, την υγρασία και την εγκατάλειψη, μα παραμένουν αναγνωρίσιμες. Μαρτυρούν την ακμή της βυζαντινής τέχνης, αλλά και την παρουσία των μοναχών που έζησαν και προσευχήθηκαν εκεί πριν από εννέα περίπου αιώνες.

Οι σχετικές αναφορές συνδέουν τον ναό με την Παναγία, τον Άγιο Νικόλαο και τον Μεγαλομάρτυρα Νικήτα, ενώ η τοπική παράδοση δένει τον τόπο και με τον Όσιο Νίκωνα τον «Μετανοείτε».

Γύρω από τον ναό σώζονται ακόμη ταπεινά σημάδια από την καθημερινή ζωή της μοναστικής αδελφότητας. Οι παλιοί φούρνοι, χτισμένοι με πέτρα και πηλό, όπου ψηνόταν το ψωμί, και η μεγάλη στέρνα, σκαμμένη μέσα στον βράχο, που μάζευε το νερό της βροχής.

Δεν ήταν μεγαλόπρεπα χτίσματα. Ήταν όμως ό,τι χρειαζόταν μια μικρή αδελφότητα για να ζήσει σε τούτο το άγριο και απόμερο μέρος. Το 1825, η στέρνα, οι φούρνοι και οι λιγοστές προμήθειες που μπορούσαν να φυλαχτούν εκεί πρόσφεραν για λίγο νερό, τροφή και ελπίδα στους κυνηγημένους Βρονταμίτες.

Η θέση του μοναστηριού δεν είχε διαλεχτεί τυχαία. Ο απόκρημνος βράχος, τα στενά περάσματα και η φυσική προστασία της σπηλιάς το έκαναν δύσκολο να πλησιαστεί. Σε χρόνια ανασφάλειας, οι κάτοικοι της γύρω περιοχής ήξεραν πως εκεί μπορούσαν να κρυφτούν και να βαστάξουν.

Το φθινόπωρο του 1825, όμως, η φυσική αυτή φωλιά έμελλε να γίνει τόπος μαρτυρίου.

Ο Ιμπραήμ στη Λακωνία

Το 1825 ήταν μια από τις πιο σκοτεινές χρονιές της Ελληνικής Επανάστασης. Ο Ιμπραήμ Πασάς είχε αποβιβαστεί στην Πελοπόννησο με καλά οργανωμένο αιγυπτιακό στρατό και προσπαθούσε να πνίξει τον Αγώνα στη φωτιά.

Τα στρατεύματά του έκαιγαν χωριά, κατέστρεφαν σοδειές, έσφαζαν όσους αντιστέκονταν και έπαιρναν αιχμαλώτους για τα σκλαβοπάζαρα. Ο σκοπός ήταν ξεκάθαρος. Να γονατίσει ο τόπος, να πεινάσει ο λαός και να αναγκαστούν οι επαναστατημένοι Έλληνες να προσκυνήσουν.

Η Λακωνία έζησε τότε μέρες τρόμου. Η Καρίτσα, το Γεράκι, ο Βρονταμάς και τα άλλα χωριά του Πάρνωνα και του κάμπου του Ευρώτα άκουγαν τα κακά μαντάτα και περίμεναν με αγωνία τη σειρά τους.

Μόλις τρεις ημέρες πριν από την τραγωδία του Παλαιομονάστηρου, τα γυναικόπαιδα του Γερακίου είχαν πάρει τον δρόμο της φυγής μέσα από το πέρασμα του Σορμπάνου. Στην Καρίτσα, η μικρή Χρυσούλα και τόσοι άλλοι χωριανοί πάλευαν κι αυτοί να γλιτώσουν από τη λαίλαπα.

Μέσα σε εκείνες τις φοβερές ημέρες, οι κάτοικοι του Βρονταμά εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και κατέφυγαν στο Παλαιομονάστηρο.

Τριακόσιες με τετρακόσιες ψυχές

Οι ιστορικές πηγές και οι τοπικές παραδόσεις δεν συμφωνούν απόλυτα στον αριθμό. Οι περισσότερες, όμως, κάνουν λόγο για περίπου τριακόσιους με τετρακόσιους ανθρώπους.

Ανάμεσά τους βρίσκονταν γυναίκες, παιδιά, γέροντες και αρκετοί ένοπλοι άνδρες. Δεν ήταν τακτικός στρατός. Ήταν άνθρωποι του χωριού, γεωργοί, κτηνοτρόφοι, μανάδες και παιδιά, που βρέθηκαν ξαφνικά να υπερασπίζονται τη ζωή, την πίστη και τη λευτεριά τους.

Ηγετικό ρόλο ανέλαβαν ο παπα Δημήτρης Παπαδημητρίου και ο Βρονταμίτης οπλαρχηγός Γιαννάκης Καραμπάς. Ο παπάς στεκόταν κοντά στο ποίμνιό του, δίνοντας κουράγιο και βοηθώντας στην οργάνωση της άμυνας. Ο Καραμπάς, άνθρωπος μαθημένος στα όπλα και στις κακουχίες του Αγώνα, εμψύχωνε τους πολιορκημένους και καθοδηγούσε τους λιγοστούς πολεμιστές.

Για τρία μερόνυχτα οι Βρονταμίτες αντιστάθηκαν.

«Ζωντανοί δεν προσκυνάμε»

Οι δυνάμεις του Ιμπραήμ περικύκλωσαν το Παλαιομονάστηρο, αλλά η απόκρημνη θέση του δεν τους άφηνε να πλησιάσουν εύκολα. Οι πολιορκημένοι, προστατευμένοι πίσω από την πέτρα, απαντούσαν με όσα όπλα και πολεμοφόδια είχαν.

Ο Ιμπραήμ τούς κάλεσε να παραδοθούν. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, τους ζήτησε να υπογράψουν προσκυνοχάρτια, δηλαδή να δηλώσουν υποταγή, με αντάλλαγμα τη ζωή τους.

Εκείνοι αρνήθηκαν. Προτίμησαν να κρατήσουν την τιμή και τη λευτεριά τους, παρόλο που καταλάβαιναν ολοένα και περισσότερο ποιο τέλος τους περίμενε.

Η περήφανη απάντησή τους δεν έμεινε μονάχα στη μνήμη των ανθρώπων. Πέρασε και στο δημοτικό τραγούδι, που φύλαξε τον πόνο και το μεγάλο «όχι» των Βρονταμιτών.

Βήματα και φωνές πάνω από τον βράχο

Γύρω απ’ τα τρομαγμένα παιδιά, οι μάνες έγιναν μια αγκαλιά,
ένα τείχος απέναντι στη φωτιά και στον τρόμο.
Η πολιορκία του Παλαιομονάστηρου δεν έμεινε ζωντανή μονάχα μέσα από γραπτές αναφορές. Πέρασε από γενιά σε γενιά με τα λόγια των παππούδων και των γιαγιάδων, ώσπου έγινε οικογενειακή και χωριάτικη μνήμη.

Οι αφηγήσεις αυτές δεν αποτελούν επίσημα ιστορικά έγγραφα. Φυλάνε, όμως, όσα ο λαός δεν ήθελε να ξεχάσει.

«Ακούγονταν βήματα και φωνές από πάνω μας», έλεγε, σύμφωνα με όσα θυμούνται οι νεότεροι, ο παλιός Στρατήγης. «Ξέραμε ότι δεν θα φύγουν. Ήταν θέμα χρόνου».

Στην οικογένεια Δρεπανιά έμεινε η εικόνα των γυναικών να σχηματίζουν κύκλο γύρω από τα παιδιά, προσπαθώντας να τα προστατέψουν από τον φόβο και τον θόρυβο.

«Τα παιδιά έκλαιγαν από τη ζέστη και τον τρόμο», έλεγε η γιαγιά Δρεπανιά, «και οι μάνες τους τα έσφιγγαν στην αγκαλιά για να μην ακουστούν έξω».

Άλλη αφήγηση, που διασώθηκε στην οικογένεια Καραμπά, μιλά για έναν νεαρό άνδρα που προσπάθησε να σκαρφαλώσει προς την οροφή για να δει τι έκαναν οι πολιορκητές. Γύρισε πίσω με το πρόσωπο μαυρισμένο από τον καπνό και είπε μονάχα δυο λέξεις:

«Μας καίνε».

Από την οικογένεια Δημακάκου έφτασε ως τις μέρες μας η μνήμη κάποιων ανδρών που προσπάθησαν να ανοίξουν πέρασμα από το πίσω μέρος της σπηλιάς. Χτυπούσαν την πέτρα με ό,τι έβρισκαν μπροστά τους.

«Η πέτρα δεν έσπαγε», έλεγε ο παππούς Δημακάκος. «Και όταν άρχισε να μπαίνει ο καπνός, σταμάτησαν. Ήξεραν πως δεν υπήρχε σωτηρία».

Μπορεί να μη γνωρίζουμε σήμερα ποια ακριβώς λόγια ειπώθηκαν εκείνες τις τελευταίες ώρες. Οι αφηγήσεις αυτές, όμως, μας φέρνουν κοντά στους ανθρώπους που βρίσκονταν μέσα. Στις μανάδες που έσφιγγαν τα παιδιά τους, στους άνδρες που χτυπούσαν απελπισμένοι τον βράχο και σε εκείνον τον άγνωστο νέο που γύρισε μαυρισμένος για να πει το φοβερό μαντάτο.

15 Σεπτεμβρίου 1825

Αφού δεν μπόρεσαν να πάρουν το Παλαιομονάστηρο με κατά μέτωπο επίθεση, οι άνδρες του Ιμπραήμ αναζήτησαν άλλον τρόπο.

Σύμφωνα με τις ιστορικές αφηγήσεις, ανέβηκαν στο επάνω μέρος του βράχου και άνοιξαν τρύπες πάνω από τη σπηλιά. Από εκεί έριξαν φρύγανα, θειάφι, μπαρούτι και άλλες εύφλεκτες ύλες.

Η φωτιά άναψε. Ο πυκνός καπνός άρχισε να κατεβαίνει και να γεμίζει τον κλειστό χώρο. Η ζέστη και η ασφυξία έγιναν αβάσταχτες.

Οι άνθρωποι μέσα δεν είχαν πού να πάνε. Μπροστά τους περίμεναν τα όπλα των πολιορκητών. Πίσω τους υψωνόταν ο βράχος. Η φωτιά, οι εκρήξεις και ο καπνός αποτέλειωσαν σχεδόν όλους τους εγκλωβισμένους.

Το μοναστήρι που τους είχε προστατέψει για τρεις ημέρες έγινε ο κοινός τους τάφος.

Ανάμεσα στους νεκρούς βρίσκονταν ο παπα Δημήτρης Παπαδημητρίου, ο Γιαννάκης Καραμπάς και εκατοντάδες ανώνυμοι μάρτυρες. Άνδρες, γυναίκες, παιδιά και γέροντες, άνθρωποι απλοί, που το όνομά τους μπορεί να χάθηκε, μα η θυσία τους δεν ξεχάστηκε.

Η παράδοση αναφέρει πως σώθηκαν μονάχα δύο γυναίκες. Αιχμαλωτίστηκαν, πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Αιγύπτου και, χρόνια αργότερα, ελευθερώθηκαν με τη βοήθεια Ελλήνων εμπόρων. Και σε αυτή την αφήγηση οι λεπτομέρειες αλλάζουν από στόμα σε στόμα. Ο πυρήνας της ιστορίας, όμως, μένει ο ίδιος. Ελάχιστοι γλίτωσαν από το ολοκαύτωμα.

Το τραγούδι του Ολοκαυτώματος

Όσα δεν πρόλαβαν να γράψουν οι άνθρωποι τα κράτησε το δημοτικό τραγούδι. Με λίγους στίχους, απλούς και πονεμένους, μας μεταφέρει στη ράχη της Κρίτσοβας και αφήνει τρία πουλάκια να κοιτάζουν τον Βρονταμά και το ποτάμι.

Το τρίτο πουλάκι, «το καλύτερο», γίνεται η φωνή ολόκληρου του χωριού:

Τρία πουλάκια κάθονται στης Κρίτσοβας τη ράχη,

τώνα τηράει το Βρονταμά και τάλλο το ποτάμι,

το τρίτο το καλύτερο μοιρολογάει και λέει:

«Θε’ μου και τι γίνηκαν οι δόλιοι οι Βρονταμίτες;

Μάϊδε σε γάμο φαίνονται, μάϊδε σε πανηγύρι,

μον’ πήγαν κι αποκλείστηκαν μέσα στο Μοναστήρι.

Μπραήμ Πασάς επέρασε, Μπραήμ Πασάς τους λέει:

“Βγάτε να προσκυνήσετε, την εκκλησιά ν’ αφήστε!”

Και κείνοι τ’ απαντήσανε και κείνοι τ’ απαντάνε:

“Άϊστε και σεις κι η πίστη σας, μουρτάτες χαθείτε,

οι Βρονταμίτες ζωντανοί, Τούρκους δεν προσκυνάνε,

καλλιό ’χομε το κάψιμο, παρά να σκλαβωθούμε...”»

Το τραγούδι δεν είναι στρατιωτική αναφορά ούτε επίσημο ιστορικό έγγραφο. Είναι το μοιρολόι του τόπου. Είναι ο τρόπος με τον οποίο οι επόμενες γενιές προσπάθησαν να χωρέσουν μέσα σε λίγους στίχους μια τραγωδία που δεν χωρά εύκολα σε λόγια.

Τα τρία πουλάκια, γνώριμη εικόνα των δημοτικών μας τραγουδιών, στέκονται σαν αθάνατοι μάρτυρες πάνω από τον τόπο. Το ένα κοιτάζει το χωριό, το άλλο το ποτάμι και το τρίτο αναρωτιέται γιατί οι Βρονταμίτες χάθηκαν από τη συνηθισμένη ζωή. Δεν βρίσκονται ούτε σε γάμο ούτε σε πανηγύρι. Είναι όλοι αποκλεισμένοι μέσα στο Μοναστήρι.

Και μέσα στους δυο τελευταίους στίχους κλείνεται ολόκληρο το νόημα της θυσίας τους:

«Οι Βρονταμίτες ζωντανοί, Τούρκους δεν προσκυνάνε, καλλιό ’χομε το κάψιμο, παρά να σκλαβωθούμε».

Τρεις μαυροφόρες στη ράχη του Πάρνωνα

Ο θρήνος του Παλαιομονάστηρου δεν έμεινε μονάχα στο παλιό δημοτικό τραγούδι. Πολλά χρόνια αργότερα ξαναπήρε φωνή μέσα από ένα σύντομο, συγκλονιστικό τσάμικο, που κυκλοφόρησε σε δίσκο το 1967 με τη φωνή του Βρονταμίτη Αργύρη Φαρλέκα:

Τρεις μαυροφόρες κάθονταν στου Πάρνωνα τη ράχη,

τους Βρονταμίτες κλαίγανε κι οι πέτρες εραγίζαν,

που οι εχθροί τους καίγανε κι αυτοί πανηγυρίζαν.

Στο παλιό μοιρολόι, τρία πουλάκια αγναντεύουν από τη ράχη της Κρίτσοβας. Στο νεότερο τραγούδι, τη θέση τους παίρνουν τρεις μαυροφόρες πάνω στη ράχη του Πάρνωνα.

Οι εικόνες αλλάζουν, μα ο θρήνος μένει ο ίδιος. Οι άνθρωποι χάθηκαν μέσα στις φλόγες, όμως ο πόνος τους έμεινε ζωντανός στο τραγούδι, τόσο βαρύς που ακόμη και οι πέτρες ραγίζουν.

Ο Γιαννάκης Καραμπάς και η κραυγή «Ελλάς»

Η στερνή κραυγή του Καραμπά: «Ελλάς!»
Για τη ζωή του Γιαννάκη Καραμπά δεν έχουν σωθεί όσα θα θέλαμε. Η μορφή του έφτασε ως εμάς κυρίως μέσα από την τοπική μνήμη και την προφορική παράδοση.

Οι παλιοί τον θυμούνταν ως τον οπλαρχηγό που δεν λύγισε, που στάθηκε δίπλα στους συγχωριανούς του μέχρι το τέλος και που προτίμησε τον θάνατο από το προσκύνημα.

Η παράδοση τον θέλει, βαριά τραυματισμένο και λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, να φωνάζει μια μονάχα λέξη:

«Ελλάς!»

Μπορεί να μη διαθέτουμε γραπτή μαρτυρία που να καταγράφει εκείνη τη στιγμή. Η παράδοση, όμως, δεν φύλαξε τυχαία αυτή τη λέξη. Μέσα της έκλεισε όλο το νόημα της θυσίας. Πατρίδα, πίστη, λευτεριά και άρνηση της υποταγής.

Δίπλα στον Καραμπά έμεινε ως το τέλος και ο παπα Δημήτρης Παπαδημητρίου. Δεν εγκατέλειψε τους ανθρώπους του. Έγινε μαζί τους πολιορκημένος, αγωνιστής και μάρτυρας.

Το μικρό Μεσολόγγι της Λακωνίας

Το Παλαιομονάστηρο έχει ονομαστεί δικαιολογημένα «το μικρό Μεσολόγγι της Λακωνίας».

Η σύγκριση δεν σημαίνει πως τα δύο γεγονότα είχαν την ίδια έκταση ή ακολούθησαν ακριβώς την ίδια πορεία. Το Μεσολόγγι ήταν μια οχυρωμένη πόλη και η ηρωική Έξοδός του, τον Απρίλιο του 1826, είχε πανελλήνια και διεθνή απήχηση. Στον Βρονταμά δεν υπήρξε οργανωμένη Έξοδος ούτε μεγάλη στρατιωτική δύναμη.

Υπήρχε, όμως, το ίδιο αδούλωτο φρόνημα. Άμαχοι παγιδευμένοι, πολιορκημένοι που αρνήθηκαν να προσκυνήσουν και ένας ολόκληρος τόπος που πλήρωσε με αίμα την απόφασή του να μείνει ελεύθερος.

Το Παλαιομονάστηρο ήταν μικρότερο σε μέγεθος, όχι όμως και σε θυσία.

Η μνήμη πέρασε από στόμα σε στόμα

Το ολοκαύτωμα δεν ξεχάστηκε. Πέρασε από τους παλιούς στους νεότερους μέσα από αφηγήσεις, οικογενειακές μνήμες, μοιρολόγια και το τραγούδι του Παλαιομονάστηρου.

Οι λεπτομέρειες μπορεί να άλλαζαν με τα χρόνια. Άλλος θυμόταν τα βήματα πάνω στον βράχο. Άλλος τις μανάδες που έκλειναν τα παιδιά μέσα στην αγκαλιά τους. Άλλος τον νέο που γύρισε μαυρισμένος από τον καπνό. Ο πόνος, όμως, η περηφάνια και το μεγάλο «όχι» στην υποταγή έμεναν αναλλοίωτα.

Κάθε χρόνο, στις 15 Σεπτεμβρίου, οι Βρονταμίτες τιμούν τους νεκρούς τους. Κατεβαίνουν ξανά στον ιστορικό τόπο, προσεύχονται και θυμούνται εκείνους που χάθηκαν μέσα στη φωτιά.

Το Παλαιομονάστηρο έχει αναγνωριστεί ως ιστορικό μνημείο, μα για τους ανθρώπους του χωριού είναι κάτι πολύ περισσότερο.

Είναι τόπος δικός τους. Τόπος πόνου, περηφάνειας και οικογενειακής μνήμης.

Οι πέτρες θυμούνται

Σήμερα σώζονται ακόμη τα παλιά χτίσματα, τα εκκλησάκια, οι φούρνοι, η στέρνα, οι φθαρμένες βυζαντινές τοιχογραφίες και ο βράχος που σκέπασε τους πολιορκημένους. Όλα τους χρειάζονται φροντίδα και προστασία.

Το Παλαιομονάστηρο δεν είναι απλώς ένας αρχαιολογικός χώρος ούτε ένα όμορφο μέρος για επίσκεψη. Είναι μαρτυρία της ιστορίας μας. Κάθε πέτρα του μιλά για ανθρώπους που κάποτε έτρεξαν εκεί με τα παιδιά στην αγκαλιά, ελπίζοντας να σωθούν.

Για τους κοντοχωριανούς, η ιστορία του Βρονταμά δεν είναι μια ξένη ιστορία από κάποιον μακρινό τόπο. Ανήκει στην ίδια φοβερή βδομάδα του Σεπτέμβρη του 1825, όταν η μικρή Χρυσούλα της Καρίτσας πάλευε να βρει τον δρόμο της επιστροφής και τα γυναικόπαιδα του Γερακίου περνούσαν κυνηγημένα μέσα από του Σορμπάνου.

Ήταν ο ίδιος εχθρός, ο ίδιος φόβος και ο ίδιος αγώνας για επιβίωση.

Γι’ αυτό εξακολουθούμε να λέμε την ιστορία. Γιατί η λευτεριά δεν κερδήθηκε μονάχα από τους μεγάλους καπεταναίους στα πεδία των μαχών. Πληρώθηκε και από απλούς ανθρώπους, από μανάδες, παιδιά, παπάδες και χωρικούς, σε άγνωστες λαγκαδιές και μοναστήρια σκαλισμένα μέσα στον βράχο.

Και όσο εμείς θυμόμαστε, διηγούμαστε και τραγουδάμε το μοιρολόι τους, οι ψυχές του Παλαιομονάστηρου δεν χάνονται στη σιωπή.


Σημείωση: Το τσάμικο «Τρεις μαυροφόρες κάθονταν» πρωτοκυκλοφόρησε σε δίσκο 45 στροφών στις 27 Μαρτίου 1967, με τη φωνή του Βρονταμίτη Αργύρη Φαρλέκα. Τη μουσική έγραψε και έπαιξε στο κλαρίνο ο Βασίλης Σκαλιώτης, τους στίχους έγραψε ο Αργύρης Φαρλέκας και στο βιολί συνόδευσε ο Αλέκος Αραπάκης. Μπορείτε να ακούσετε την ιστορική ηχογράφηση εδώ.