Οι Καριτσιώτες έχτιζαν τη ζωή τους στην Αυστραλία επί τριάντα τρία χρόνια
προτού ιδρύσουν τη δική τους Κοινότητα. Το βράδυ του Σαββάτου, 26 Σεπτεμβρίου,
το Κοινοτικό Κέντρο του Γκούντγουντ στην Αδελαΐδα γέμισε ασφυκτικά για την 40ή
επέτειο της Κοινότητας Καριτσιωτών Νότιας Αυστραλίας και την παρουσίαση του
βιβλίου Το ταξίδι και η παρακαταθήκη των πρώτων Καριτσιωτών στην
Αυστραλία: Από την Καρίτσα στο Γκούντγουντ.
Οι πρώτοι μετανάστες, τα παιδιά και τα εγγόνια τους αντάμωσαν ξανά στο Γκούντγουντ, που για τόσες οικογένειες είχε γίνει ένα δεύτερο χωριό. Γιόρτασαν όσα έχτισαν μαζί και τίμησαν τις γενιές που οι ιστορίες τους ζωντανεύουν σήμερα στις σελίδες του βιβλίου.
Θυμηθήκαμε εκείνους που έφυγαν
Η βραδιά άρχισε με μια στιγμή μνήμης για τα μέλη της Κοινότητας που δεν
βρίσκονται πια κοντά μας. Η παρουσιάστρια της εκδήλωσης, Δήμητρα Ροζακλή,
μίλησε για τη θέση που εξακολουθούν να έχουν στις καρδιές των δικών τους
ανθρώπων και στην Κοινότητα που βοήθησαν να χτιστεί.
Αναφέρθηκε ιδιαίτερα στον μπάρμπα Διαμαντή Χαγιά, τον πρώτο Καριτσιώτη που
πήρε τον δρόμο για την Αυστραλία.
Και, κατά κάποιον τρόπο, εκεί ακριβώς γράφτηκε και η πρώτη γραμμή
του βιβλίου μας.
Στις 23 Οκτωβρίου 1953, ο Διαμάντης Χαγιάς, είκοσι οκτώ χρονών τότε και ανύπαντρος, κατέβηκε από το μεταναστευτικό καράβι
Τις επόμενες γραμμές συνέχισαν να τις γράφουν, ο καθένας με τον δικό του
τρόπο και τη δική του ιστορία, οι άλλοι 154 Καριτσιώτες που
ακολούθησαν.
Οι οικογένειες βοηθούσαν κάθε νεοφερμένο να σταθεί στα πόδια του και, σιγά
σιγά, στην Αδελαΐδα μεγάλωσε μια δεμένη κοινότητα που κουβαλούσε μαζί της ένα
κομμάτι της Καρίτσας.
Ο πρόεδρος της Κοινότητας, Μιχάλης Μαλαβάζος, καλωσόρισε τους καλεσμένους,
ανάμεσά τους τη Γενική Πρόξενο της Ελλάδας στην Αδελαΐδα, Δρ Αλεξάνδρα
Θεοδωροπούλου, τον δήμαρχο του Δήμου Άνλεϋ, Μάικλ Χιούιτσον, και εκπροσώπους
της ευρύτερης παροικίας.
Για τον Μιχάλη, το βιβλίο έχει και ιδιαίτερη προσωπική σημασία. Θυμήθηκε
πως, στις αρχές του 1986, δύο Καριτσιώτες, ο Κώστας Αναστασίου Μαλαβάζος και ο Διαμαντής Δημητρίου Ροζακλής, πήγαν στον πατέρα του, τον Αδαμάντιο,
και του ζήτησαν να αναλάβει την προσπάθεια για την ίδρυση ενός συλλόγου που θα
εκπροσωπούσε τους Καριτσιώτες της Νότιας Αυστραλίας.
Στις 31 Αυγούστου εκείνης της χρονιάς, 34 Καριτσιώτες συγκεντρώθηκαν στην
αίθουσα του ναού των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, στο Φλόρενς Στριτ του
Γκούντγουντ, για να συντάξουν το πρώτο καταστατικό. Η Κοινότητα Καριτσιωτών
Νότιας Αυστραλίας αναγνωρίστηκε επίσημα στις 28 Οκτωβρίου 1986, ανήμερα του
«Όχι».
Το βιβλίο μιλά για τις δυσκολίες πριν από τη μετανάστευση, τα ταξίδια με τα
πλοία, το κέντρο υποδοχής μεταναστών της Μπονεγκίλα και τις ιστορίες
περισσότερων από εξήντα οικογενειών. Ο Μιχάλης κάλεσε κάθε απόγονο Καριτσιωτών
να το ανοίξει και να βρει μέσα τη σελίδα της δικής του οικογένειας.
Οι φωνές πίσω από το βιβλίο
Μιλώντας εκ μέρους των τεσσάρων συγγραφέων, του ίδιου, του Στέλιου Χαγιά,
του Μιχάλη Μαλαβάζου και του Κώστα Κατσάμπη, ο Δημήτρης Κατσάμπης τίμησε τους
πρώτους Καριτσιώτες που ήρθαν στην Αυστραλία από το 1953 έως το 1973.
Αναγνώρισε επίσης ότι η συγκέντρωση γινόταν στην πατρογονική γη του αυτόχθονου
λαού των Κάουρνα και απέτισε φόρο τιμής στην κοινότητά τους.
Για να δείξει, όμως, πώς γράφτηκε στ’ αλήθεια αυτό το βιβλίο, δεν στάθηκε
μόνο στους συγγραφείς. Έφερε μπροστά τις φωνές των ανθρώπων που βρίσκονται πίσω
από τις σελίδες του.
«Θα σας δώσω μονάχα μερικά δείγματα από όσα θα βρείτε μέσα στις σελίδες
του», είπε.
Και μία από αυτές τις ιστορίες μάς πηγαίνει πίσω, όχι σε γραφείο ή βιβλιοθήκη,
αλλά στο τραπέζι μιας κουζίνας.
Εκεί καθόταν ο μπάρμπα Γιάννης Κατσάμπης απέναντι από τον μπάρμπα Διαμαντή Μαλαβάζο.
Ο μπάρμπα Γιάννης μιλούσε και ο μπάρμπα Διαμαντής κατέγραφε στο χαρτί όσα είχε να
διηγηθεί.
Εκείνες τις χειρόγραφες σελίδες τις φυλάει ακόμη ο γιος του, ο Μιχάλης Μαλαβάζος, σαν πολύτιμο οικογενειακό κειμήλιο.
Έτσι γράφτηκε ένα κομμάτι του βιβλίου.
Ένα άλλο γράφτηκε μέσα από τις αναμνήσεις της Ελένης Δρουγγάνη, το
γένος Αντώνη, το πρώτο Καριτσιωτόπουλο που γεννήθηκε στην Αυστραλία.
Η Ελένη θυμάται μια κουβέντα ανάμεσα στον
πατέρα και τη μητέρα της, από τα χρόνια που ήταν νέοι κι ερωτευμένοι στην
Καρίτσα, λίγο προτού εκείνος φύγει για τον πόλεμο.
«Πάω στον πόλεμο», της είπε. «Θέλω να με περιμένεις. Αν όμως δεν γυρίσω, θέλω να συνεχίσεις τη ζωή σου».
Κι εκείνη τον περίμενε.
Όταν γύρισε, κλέφτηκαν και παντρεύτηκαν κρυφά το 1950, στο ερημοκλήσι του Αϊ
Γιάννη του Αλεποχωρίτη. Τέσσερα χρόνια αργότερα, με δύο μικρά αγόρια
στην αγκαλιά, πήραν τον δρόμο της μετανάστευσης
και έφτασαν στην Αυστραλία, όπου άρχισαν μια καινούργια ζωή.
Το βιβλίο γράφτηκε και από τον Γιάγκο Σταυριανό, που κάποια
στιγμή κάθισε και λογάριασε, έναν έναν, τους Καριτσιώτες που ζούσαν στο χωριό
μας και εκείνους που βρίσκονταν εδώ, στην Αδελαΐδα.
Και τι ανακάλυψε;
Ότι σήμερα οι Καριτσιώτες εδώ, στην Αδελαΐδα, είμαστε περισσότεροι από όσους
κατοικούν στην ίδια την Καρίτσα.
Μια απλή καταμέτρηση, μα πίσω από τους αριθμούς κρύβεται ολόκληρη η ιστορία
ενός χωριού που ταξίδεψε στην άλλη άκρη του κόσμου και ξαναρίζωσε εκεί.
Και ύστερα είναι ένα παλιό γράμμα.
Ένα γράμμα του Βαγγέλη Κατσάμπη προς τη γυναίκα του, την
Παναγιώτα, που είχε μείνει πίσω στην πατρίδα.
Με το ύφος και τη γλώσσα εκείνης της εποχής, της έγραφε:
«Πολυαγαπημένη Παναγιώτα,
Εύχομαι το γράμμα μου να σας εύρει όλους εις άκραν υγείαν και χαράν. Εγώ είμαι καλά και δουλεύω, έχοντας πάντοτε τον νου μου σε σένα και στα αγαπημένα μας παιδιά. … Εδώ υπάρχει δουλειά και μπορούμε να φτιάξουμε μια καλύτερη ζωή. Θα κάνω τα χαρτιά για να σας φέρω κοντά μου στην Αυστραλία. Δεν μπορώ να αρνηθώ στα παιδιά μας το μέλλον που μπορεί να τους προσφέρει αυτή η υπέροχη χώρα. … Φίλησέ μου τα παιδιά ένα ένα και δώσε τους την ευχή μου. Χαιρετισμούς εις όλους που ρωτάνε για μένα.
Σου φιλώ τη δεξιά χείρα.
Ο σύζυγός σου
Ευάγγελος Κατσάμπης»
Μέσα σε λίγες γραμμές χωράει σχεδόν ολόκληρη η ιστορία της μετανάστευσης: η
απόσταση, η λαχτάρα για την οικογένεια, η δουλειά, η ελπίδα και πάνω απ’ όλα η αγωνία
των γονιών να προσφέρουν στα παιδιά τους ένα καλύτερο μέλλον.
Ο Δημήτρης μίλησε ακόμη για τον υπέροχο πίνακα με Το Κοτρώνι, το ξακουστό σημάδι του χωριού μας, που ζωγράφισε ο καλλιτέχνης Αντώνης Μαλαβάζος και που έδωσε ακόμη μια ξεχωριστή καριτσιώτικη πινελιά στο βιβλίο.
«Αυτές οι φωνές, αυτές οι αναμνήσεις και αυτά τα παλιά γράμματα είναι που
έγραψαν στ’ αλήθεια το βιβλίο μας», είπε ο Δημήτρης.
Οι συγγραφείς απλώς προσπάθησαν να τα συγκεντρώσουν και να τα παραδώσουν
στις επόμενες γενιές, πριν τα σβήσει ο χρόνος.
Πολλές από τις οικογενειακές ιστορίες προέκυψαν και από συνεντεύξεις που
πήραν αφοσιωμένα μέλη της επιτροπής της Κοινότητας. Πριν γίνουν σελίδες
βιβλίου, ήταν κουβέντες γύρω από το τραπέζι της κουζίνας, ειπωμένες με
εμπιστοσύνη. Εκείνοι που πήραν τις συνεντεύξεις άκουσαν προσεκτικά και
κατέγραψαν όσα τους είπαν, ενώ οι οικογένειες τους άνοιξαν τα σπίτια και τις
αναμνήσεις τους.
Χάρη και σε αυτή την προσπάθεια, οι φωνές της πρώτης γενιάς θα μείνουν
ζωντανές για όλους μας.
Το βιβλίο κυκλοφορεί σε δύο ξεχωριστές εκδόσεις, μία στα ελληνικά και μία
στα αγγλικά. Ο Δημήτρης μίλησε για την ελπίδα του να το κατεβάσουν κάποτε τα
εγγόνια του από το ράφι και να ανοίξουν τις σελίδες 80 και 81. Εκεί θα μάθουν
για τον παππού, τον προπάππου και την προγιαγιά τους.
Την ώρα που μιλούσε, τα εγγόνια του στέκονταν δίπλα του στη σκηνή.
Όλοι μπορούσαμε να δούμε μπροστά μας για ποιους γράφτηκε το βιβλίο.
Σαράντα χρόνια μαζί
Στον χαιρετισμό της, η Γενική Πρόξενος, Δρ Αλεξάνδρα Θεοδωροπούλου, είπε πως
η ιστορία των Καριτσιωτών «αξίζει να ειπωθεί, να διαφυλαχθεί και να περάσει
στις επόμενες γενιές».
Ο δήμαρχος Μάικλ Χιούιτσον ευχαρίστησε τους Καριτσιώτες για την προσφορά
τους στον Δήμο του Άνλεϋ.
Ένα μήνυμα από την πρόεδρο της Τοπικής Κοινότητας Καρίτσας, Μαρία Μαλαβάζου,
ένωσε τους δύο τόπους με λίγα απλά λόγια:
«Η Καρίτσα είναι κάτι περισσότερο από ένας τόπος. Είναι μνήμη. Είναι ρίζες.
Είναι καρδιά».
Από τις πιο συγκινητικές στιγμές της βραδιάς ήταν η τιμή που αποδόθηκε στα
34 ιδρυτικά μέλη της Κοινότητας. Στον καθένα αφιερώθηκε ένα αναμνηστικό με
χαραγμένη επιγραφή για την 40ή επέτειο. Για εκείνους που δεν βρίσκονται πια
μαζί μας, το παρέλαβαν οι δικοί τους άνθρωποι στη μνήμη τους.
Ο Γιάγκος Σταυριανός, που υπηρέτησε για πολλά χρόνια ως πρόεδρος, δεν
μπόρεσε να κρύψει τη συγκίνησή του. Με δάκρυα στα μάτια, χαιρετούσε τον κόσμο
και του έστελνε φιλιά.
Ήταν μια στιγμή που δύσκολα θα ξεχάσουμε.
Η γιορτή έδειξε και πόση ψυχή έβαλε η σημερινή επιτροπή. Ύστερα από μήνες
προετοιμασίας και δουλειάς, κατάφερε να φέρει κοντά όλες τις γενιές για μια
βραδιά αντάξια της περίστασης. Από το καλωσόρισμα και τα λουλούδια ως τα βιβλία
και τις τιμητικές στιγμές, η φροντίδα της φαινόταν παντού. Με τη συνεχή
προσφορά της κρατά την Κοινότητά μας δυνατή και ενωμένη.
Οι ομιλητές ευχαρίστησαν τους συγγραφείς, τις επιμελήτριες Δήμητρα Ροζακλή,
Μαρίνα Προφύρη και Μαρία Κατσάμπη, την επιτροπή, τους εθελοντές, καθώς και τους
φορείς και τις οικογένειες που βοήθησαν οικονομικά να εκδοθεί το βιβλίο: τον
Δήμο του Άνλεϋ, την Κυβέρνηση της Νότιας Αυστραλίας, την Theodorakakos Property
Group και την οικογένεια Τσαγκούρη.
Και στις κουβέντες των καλεσμένων ακουγόταν η ίδια ευγνωμοσύνη για όλους όσοι συνέβαλαν στη βραδιά.
Το ταξίδι του βιβλίου
Η γιορτή τελείωσε, μα το ταξίδι του βιβλίου μόλις αρχίζει.
Θα περάσει από
χέρι σε χέρι και θα βρει θέση στα σπίτια των οικογενειών μας. Μέσα από τις
σελίδες του, τα παιδιά και τα εγγόνια μας θα γνωρίσουν κάτι περισσότερο από
ονόματα και ημερομηνίες. Θα γνωρίσουν τους ανθρώπους που έφυγαν από την
Καρίτσα, έφτιαξαν σπιτικό στο Γκούντγουντ και τους άφησαν μια ιστορία που είναι
και δική τους.
Γιατί, όσο
μακριά κι αν ταξίδεψαν εκείνοι οι πρώτοι Καριτσιώτες, ένα κομμάτι τους δεν
έφυγε ποτέ από το χωριό.
Και ίσως κανείς
να μην το είπε καλύτερα από τον αείμνηστο Αγγελή Χαγιά, που
συνήθιζε να λέει:
«Το σώμα
μου βρίσκεται εδώ, στην Αυστραλία, με τα παιδιά μου, μα η ψυχή μου θα βρίσκεται
πάντα στην Ελλάδα».
Λίγα λόγια, που όμως κλείνουν μέσα τους τον
καημό, τη νοσταλγία και την αγάπη για την πατρίδα μιας ολόκληρης γενιάς.
Το βιβλίο έχει ήδη πάρει τη θέση του στα ράφια των δημοτικών βιβλιοθηκών του
Γκούντγουντ και του Άνλεϊ, καθώς και στη βιβλιοθήκη του Παλλακωνικού Συλλόγου Νότιας
Αυστραλίας, του μητρικού μας συλλόγου. Και είναι
ιδιαίτερα ταιριαστό ένα βιβλίο που διηγείται πώς ένα μικρό χωριό της Λακωνίας
έγινε κομμάτι της ιστορίας του Γκούντγουντ, να βρίσκεται τώρα στη διάθεση της
ίδιας της τοπικής κοινωνίας, κρατώντας ζωντανή την ιστορία των ανθρώπων της.
Το βιβλίο έχει αρχίσει και το ταξίδι της
επιστροφής στην Ελλάδα. Η Κοινότητα Καριτσιωτών Νότιας Αυστραλίας έχει ήδη
στείλει αντίτυπα στην πρόεδρο της Τοπικής Κοινότητας Καρίτσας, στο γραφείο της
Κοινότητας, καθώς και στις δημόσιες βιβλιοθήκες του Γερακίου, της Σκάλας και
της Σπάρτης.
Ένα αντίτυπο θα φτάσει και στο καφενείο του
χωριού, εκεί όπου τόσες και τόσες ιστορίες περνούσαν από στόμα σε στόμα, πολύ
πριν σκεφτεί κανείς να τις βάλει στο χαρτί.
Κι έτσι, το ταξίδι που ξεκίνησε στις 23
Οκτωβρίου 1953, όταν ο Διαμαντής Χαγιάς κατέβηκε από το Fairsea στο
λιμάνι της Μελβούρνης, παίρνει τώρα τον δρόμο του γυρισμού.
Από την Αυστραλία πίσω στην Καρίτσα.
Καλοτάξιδο! Να ταξιδέψει μακριά και να φτάσει σε πολλά σπίτια και σε πολλές καρδιές Καριτσιωτών, όπου κι αν βρίσκονται. Και μέσα από τις σελίδες του να μείνουν ζωντανές οι ιστορίες εκείνων που έφυγαν πριν από εμάς, για να τις γνωρίσουν και να τις κρατήσουν οι γενιές που έρχονται.
Στη μνήμη των δικών μας ανθρώπων που έφυγαν. Τους θυμόμαστε, τους τιμούμε και κρατάμε ζωντανά όσα μας άφησαν.
Αιωνία τους η μνήμη.


































