Ο καιρός στο χωριό μας

Κυριακή 5 Απριλίου 2026

Στο πλευρό του παιδικού βιβλίου οι μαθητές της Μαγούλας: Μια ξεχωριστή συνάντηση με τον Βασίλη Βλαχάκο γεφύρωσε παρελθόν και παρόν


Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου, στις 2 Απριλίου, το Δημοτικό Σχολείο Μαγούλας φιλοξένησε μια ιδιαίτερη δράση που άφησε το αποτύπωμά της σε μαθητές και εκπαιδευτικούς. Καλεσμένος της σχολικής κοινότητας ήταν ο συγγραφέας και ποιητής Βασίλης Βλαχάκος, ο οποίος, ύστερα από 25 χρόνια, επέστρεψε συμβολικά «στην έδρα» για να συνεορτάσει με τα παιδιά της Ε΄ και Στ΄ τάξης τη σημασία του παιδικού βιβλίου.

Η ημέρα εξελίχθηκε σε ένα ζωντανό μάθημα μνήμης, γνώσης και δημιουργίας. Οι μαθητές ενημερώθηκαν για τις Παγκόσμιες Ημέρες και ταξίδεψαν νοερά σε σημαντικά μνημεία της UNESCO, διευρύνοντας τους ορίζοντές τους πέρα από τη σχολική ύλη. Παράλληλα, μέσα από αφηγήσεις και φωτογραφικό υλικό, γνώρισαν πτυχές της σχολικής ζωής και της καθημερινότητας προηγούμενων γενεών.

Ο ίδιος ο κ. Βλαχάκος μοιράστηκε προσωπικές αναμνήσεις από τα μαθητικά του χρόνια στη δεκαετία του 1960, σκιαγραφώντας μια εποχή διαφορετική αλλά βαθιά ανθρώπινη. «Συνταξιδέψαμε στο παρελθόν, τότε που ήμουν μαθητής σε μια αίθουσα με 60 παιδιά, όλες οι τάξεις μαζί και με έναν δάσκαλο, υπόδειγμα λειτουργού και παράδειγμα ανθρώπου», ανέφερε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας τη διαχρονική αξία του εκπαιδευτικού έργου.


Δεν παρέλειψε, ωστόσο, να αναφερθεί και στις προκλήσεις της σύγχρονης εκπαίδευσης, σημειώνοντας με νόημα πως οι δάσκαλοι «παρά τις καλύτερες συνθήκες, βράζουν στο ίδιο καζάνι της πολιτείας, έτσι όπως παιδεύει τα παιδία η Παιδεία».

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη σημασία της ιστορικής γνώσης και της οικογενειακής μνήμης. Μέσα από τη συζήτηση, τα παιδιά κατανόησαν πως το μέλλον χτίζεται πάνω στη γνώση του παρελθόντος, ξεκινώντας ακόμη και από το γενεαλογικό τους δέντρο.

Η δράση κορυφώθηκε με μια δημιουργική άσκηση, κατά την οποία οι μαθητές κλήθηκαν να εκφράσουν τις σκέψεις τους για το σχολείο, τους δασκάλους και το βιβλίο. Με αφορμή έναν στίχο που τους παρουσίασε ο συγγραφέας, ανακάλυψαν τις δικές τους δημιουργικές δυνατότητες. «Είδαν ότι είναι μικροί ποιητές και δεν το ήξεραν, ότι μπορούν να γίνουν συγγραφείς ή ζωγράφοι, αρκεί να ψαχτούν και να βρουν τα ταλέντα που κρύβονται μέσα τους», τόνισε ο κ. Βλαχάκος.

Ο Βασίλης Βλαχάκος δεν είναι απλώς ένας επισκέπτης συγγραφέας, αλλά ένας άνθρωπος που στις αρχές της δεκαετίας του 1970 δίδαξε στην Καρίτσα, αφήνοντας το δικό του αποτύπωμα στις μνήμες των ανθρώπων της. Από εκείνη την εμπειρία γεννήθηκε και ένα μέρος του έργου του, με κορυφαίο το βιβλίο «Οι Αετοί της Καρίτσας», αλλά και ποιήματα όπως «Ο Μιχάλης ο “Ρουμάνος”», «Η Καρίτσα (στη φαντασία και στο χρόνο)» και «Η Ελιά της Καρίτσας», που αποτυπώνουν με ευαισθησία τον τόπο και τους ανθρώπους του.

Η παρουσία του στη Μαγούλα δεν ήταν μόνο μια σχολική εκδήλωση, αλλά μια ζωντανή υπενθύμιση πως το βιβλίο μπορεί να κρατήσει άσβεστη τη μνήμη και να μετατρέψει την εμπειρία σε διαχρονική παρακαταθήκη.


Σάββατο 4 Απριλίου 2026

Το Λινό του Καφετζή, Μνήμη Χαραγμένη στης Καρίτσας τη Γη

«Δεν είναι τυχαίο καλυβάκι, αλλά ένας χώρος που ζούσε και ανέπνεε μαζί με την καριτσιώτικη γη γύρω του.»

Η φωτογραφία, τραβηγμένη από τον Γιάννη Γαβριήλ, μας οδηγεί σε μια γωνιά της καριτσιώτικης γης που για πολλούς από τη νεότερη γενιά, μέχρι πρόσφατα, ίσως στεκόταν σαν ένα μικρό αίνιγμα. Ανάμεσα στα χωράφια και χαμηλή βλάστηση, ένα πέτρινο καλυβάκι, λιτό και σιωπηλό όπως δεκάδες κι άλλα, μαρτυρούσε πως κάποτε είχε έναν λόγο ύπαρξης βαθιά δεμένο με τον τόπο. Το ερώτημα όμως παρέμενε, ποιος ήταν ο ρόλος του και τι ιστορία έκρυβε μέσα του.

Σήμερα, το αίνιγμα αυτό έχει πλέον όνομα. Πρόκειται για το «Λινό του Καφετζή», κοντά στα αμπέλια στην Απάνου Λούτσα, έναν χώρο όπου οι προγονοί μας πατούσαν τα σταφύλια με τα πόδια για να βγάλουν το κρασί της χρονιάς τους.

Ένας Τόπος με Σκοπό

Το κτίσμα δεν ήταν απλώς ένα καλυβάκι, αλλά μέρος μιας οργανωμένης αγροτικής λειτουργίας, άμεσα συνδεδεμένης με τον τρύγο και την οινοπαραγωγή. Η θέση του, μέσα στην καλλιεργημένη γη και σε άμεση γειτνίαση με τα αμπέλια, δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας. Εξυπηρετούσε τις ανάγκες του ληνού, ως βοηθητικός χώρος προετοιμασίας και φύλαξης.

Ο ληνός αποτελούσε το κέντρο της διαδικασίας. Εκεί πατούσαν τα σταφύλια, μοιράζονταν κόπο και χαρά και μετέδιδαν γνώση από γενιά σε γενιά. Ήταν τόπος εργασίας και συνάντησης, βαθιά δεμένος με τη γη και τον ετήσιο κύκλο ζωής, όπου η παραγωγή αποκτούσε συλλογικό χαρακτήρα.

Ο Τρύγος ως Βίωμα

Την εποχή του τρύγου, ο χώρος ζωντάνευε. Οι άνθρωποι συγκεντρώνονταν, κουβαλούσαν τα κοφίνια με τα σταφύλια και, με γυμνά πόδια, τα πατούσαν, μετατρέποντας τον καρπό σε μούστο. Δεν ήταν μια σιωπηλή εργασία, αλλά μια κοινή εμπειρία, γεμάτη ρυθμό, φωνές και συμμετοχή.

Το κρασί που προέκυπτε δεν ήταν απλώς προϊόν, αλλά η απόσταξη μιας ολόκληρης χρονιάς, της γης και των ανθρώπων της.

Το Τέλος μιας Εποχής

Το λινό σταμάτησε να λειτουργεί στα τέλη της δεκαετίας του 1950 ή στις αρχές του 1960, σηματοδοτώντας το τέλος ενός τρόπου ζωής όπου η παραγωγή ήταν άμεσα δεμένη με την καθημερινότητα και την κοινότητα.

Από τότε, το κτίσμα έμεινε πίσω, σιωπηλό και εκτεθειμένο στον χρόνο, χωρίς όμως να χάσει τη μνήμη του.

Από το Μυστικό στη Μαρτυρία

Για χρόνια, το καλυβάκι στεκόταν σαν ένα μικρό μυστικό μέσα στο τοπίο. Σήμερα, η ταυτότητά του έχει αποκατασταθεί και μαζί της αναδύεται μια ολόκληρη εικόνα ζωής που κάποτε ήταν αυτονόητη.

Δεν είναι απλώς ένα εγκαταλειμμένο καλυβάκι Είναι μάρτυρας μιας εποχής όπου ο κόπος είχε πρόσωπο, η γη είχε φωνή και το κρασί είχε ιστορία.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό. Ότι τέτοιοι τόποι δεν χάνονται πραγματικά. Παραμένουν εκεί, σιωπηλοί αλλά παρόντες, μέχρι κάποιος να τους αναγνωρίσει ξανά και να τους επιστρέψει τη θέση που τους αξίζει στη συλλογική μνήμη.

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Τα Καριτσιωτάκια

 

Στην Καρίτσα ξημερώνει, Κυριακή ξανά,
και τα Καριτσιωτάκια βγαίνουν στη γειτονιά.
Στα σοκάκια τρέχουν όλα, φίλοι μια αγκαλιά,
κάθε βήμα και τραγούδι, κάθε γωνιά χαρά.
Στη βρυσούλα πίνουν νερό γλυκό και δροσερό,
κι ύστερα τρεχάλα στο πάρκο το μικρό.

Κούνιες, γέλια και φωνούλες σε κάθε μεριά,
κι η Καρίτσα ζωντανεύει άλλη μια φορά.

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

Καριτσιώτικο ανέκδοτο: «Πάσχα δω, Πάσχα κει, Πάσχα και στην Άγια Καρίτσα!»

«Χωρίς ημερολόγιο, χωρίς ρολόι, μόνο με μια χούφτα κουκιά και πολλή καρδιά.»

Ένα παλιό χωριανό ανέκδοτο, όπως το έλεγε σαν παραμύθι ο Βαγγέλης Κατσάμπης στα παιδιά του, μαζεμένα γύρω από το αναμμένο τζάκι 

Τα παλιά, τα πολύ δύσκολα χρόνια, τότε που η Καρίτσα έπαιρνε σχήμα χωριού στις απότομες πλαγιές του Νότιου Πάρνωνα, οι πρώτοι Καριτσιώτες δεν είχαν ούτε πολλά ούτε εύκολα. Είχαν όμως πείσμα.

Γύρω από μια νεροπηγή σήκωσαν κάμποσα πετρόχτιστα, πλακοσκέπαστα χαμόσπιτα. Πιο πάνω, σ’ ένα αγνάντι που το φύλαγε ένας μεγάλος κέδρος σαν άγρυπνος φρουρός, έχτισαν μαντρότοιχο όλο γύρω από τη «Γειτονιά των Αγγέλων». Κι από δίπλα, κοντά σ’ ένα ρουμάνι που σφύριζε ο αγέρας, έστησαν την πολιούχο, την Αγία Παρασκευή.

Σπίτια υπήρχαν. Εκκλησιά υπήρχε. Νεκροταφείο υπήρχε.
Σχολειό; Ούτε για δείγμα.

Ο παπάς που άφησε τα γίδια και κράτησε το πετραχήλι

Όλο το χωριό αγράμματο. Κι ο παπάς μαζί.

Λένε πως άφησε την κλίτσα, τα γίδια και τα πρόβατα στην Τσούκα και φόρεσε το πετραχήλι για να ποιμάνει στην Αγία Παρασκευή. Ευλογημένος άνθρωπος. Καλοπροαίρετος. Μα γράμματα δεν ήξερε. Ούτε να διαβάσει, ούτε να γράψει, ούτε καλά καλά να μετρήσει.

Έψελνε ό,τι θυμόταν νεράκι, λίγο μπερδεμένα, λίγο ανακατεμένα. Το Ευαγγέλιο το έλεγε απ’ έξω, απ’ όσα κρατούσε από παιδάκι. Κουτσά στραβά τα κατάφερνε.

Το μεγάλο βάσανο όμως δεν ήταν τα τροπάρια. Ήταν οι γιορτές.
Πότε πέφτει τ’ Αγιαννιού; Πότε τα Χριστούγεννα; Και το Πάσχα, βρε παιδί μου, πότε έρχεται το Πάσχα;

Η Μεγάλη Σαρακοστή και τα σαράντα οχτώ κουκιά

Η μεγαλύτερη σκοτούρα ήταν η Σαρακοστή. Σαράντα οχτώ μέρες από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι το Μεγάλο Σάββατο. Σαράντα οχτώ μέρες που κυλούσαν αργά σαν ανοιξιάτικο νεράκι, γιατί όλο το χωριό νήστευε.

Ο παπάς, άνθρωπος πρακτικός, βρήκε λύση.
Την Καθαρά Δευτέρα έβαζε σαράντα οχτώ κουκιά στα μπενίσια του. Κάθε πρωί έπερνε από ένα. Όταν θα έφτανε στο τελευταίο, θα ήταν Μεγάλο Σάββατο. Τα μεσάνυχτα Χριστός Ανέστη, και την άλλη μέρα Πάσχα. Τόσο απλά.

Ή έτσι νόμιζε.

Η παπαδιά και η μοιραία χούφτα

Μια μέρα η παπαδιά, καθώς μπάλωνε τα μπενίσια, βρίσκει τα κουκιά.

«Αα, του αρέσουν του ευλογημένου τα κουκιά», λέει η καλή ψυχή.
Και για να τον ευχαριστήσει, του ρίχνει μέσα άλλη μια γερή χούφτα.

Από κείνη τη μέρα ο παπάς έπερνε κάθε πρωί το κουκάκι του και μετρούσε την αντίστροφη μέτρηση για το Πάσχα. Μόνο που τα κουκιά δεν τελείωναν ποτέ.

Κι οι Καριτσιώτες;
Νήστευαν. Και ξανά νηστεύαν. Σαράντα οχτώ μέρες και κάμποσες ακόμη. Πόσες; Κανείς δεν ξέρει. Η πιο μακρόσυρτη Σαρακοστή που γνώρισε ο Νότιος Πάρνωνας.

Τα κόκκινα τσόφλια στο Γεράκι

Ένα πρωινό, πριν καλά καλά φέξει, ο παπάς πήρε το κουκάκι του, καβάλησε το γαϊδουράκι και τράβηξε για το διπλανό κεφαλοχώρι, το Γεράκι.

Κατηφόρισε από τις Τρόκλες, άναψε κεράκι στον Άι Νικόλα, έκανε τον σταυρό του στον Άι Γιάννη στο Βαρικό, κι όπως έμπαινε στο Γεράκι έκανε πάλι το σταυρό του μπροστά στον Άι Θανάση.

Και τότε τα είδε.

Σκόρπια πάνω στο καλντερίμι, φθαρμένα κόκκινα τσόφλια. Λίγο πιο πέρα, κι άλλα. Και παραπάνω, παντού κατακόκκινα.

Ο παπάς πάγωσε.
Το Πάσχα είχε περάσει. Και στην Καρίτσα ακόμα τρώγανε κουκιά.

Χωρίς δεύτερη σκέψη, γύρισε το γαϊδουράκι και πήρε τον ανήφορο πίσω. Όχι για δουλειές. Για σωτηρία.

Το μεσημεριάτικο «Χριστός Ανέστη»

Κόντευε μεσημέρι όταν έφτασε στο χωριό. Ο ήλιος έλαμπε από ψηλά, περίπου στη μέση του ουρανού ανάμεσα στην Τσούκα και την Ασφάκα και οι Καριτσιώτες, νηστικοί μα γαλήνιοι, κάθονταν έξω από τα πετρόχτιστα, λες και περίμεναν κάτι που δεν ήξεραν ακόμη.

Ξάφνου η καμπάνα στον μεγάλο κέδρο χτύπησε αλλιώτικα. Όχι πένθιμα. Όχι γιορτινά. Ανησυχητικά.

Στην Αγία Παρασκευή μαζεύτηκαν όλοι.

Ο παπάς στεκόταν μπροστά στην Ωραία Πύλη. Με τα καλά του άμφια. Στο χέρι μια μεγάλη λαμπάδα αναμμένη, που έσταζε κερί πάνω στις πλάκες.

Πήρε βαθιά ανάσα. Έκανε τον σταυρό του.

Και άρχισε, λίγο σπαστά στην αρχή, μα έπειτα με φωνή που γέμισε το εκκλησάκι:

«Χριστός Ανέστη εκ νεκρών,
θανάτω θάνατον πατήσας…»

Σταμάτησε μια στιγμή. Κοίταξε τον κόσμο του, τους ανθρώπους του, που είχαν νηστέψει παραπάνω απ’ όσο έπρεπε χωρίς να το ξέρουν.

Και τότε, σαν να του το ψιθύρισε ο ίδιος ο άνεμος από το ρουμάνι, ύψωσε τη λαμπάδα και φώναξε:

«Χριστός Ανέστη.
Δεῦτε λάβετε φως.
Πάσχα δω, Πάσχα κει,
Πάσχα και στην Άγια Καρίτσα.»

Ο κόσμος αναστέναξε. Κάποιοι κάναν το σταυρό τους. Κάποιοι χαμογέλασαν με μάτια βουρκωμένα.

Κι εκείνος ξανάπιασε το τροπάριο, πιο σίγουρος τώρα:

«…και τοις εν τοις μνήμασι
ζωήν χαρισάμενος.»

Κι έτσι, μεσημέρι, κάτω από το φως του ήλιου κι όχι του φεγγαριού, η Ανάσταση ήρθε στην Καρίτσα. Όχι με τυμπανοκρουσίες και νυχτερινά βαρελότα. Μα με μια φωνή τίμια και καθαρή, που μπέρδεψε τα λόγια μα όχι την πίστη.

Και λένε πως από τότε, όταν μπερδεύονται τα πράγματα στο χωριό, κάποιος θα πει γελώντας:

«Μην ανησυχείτε. Πάσχα δω, Πάσχα κει, Πάσχα και στην Άγια Καρίτσα.»

Και όλα μπαίνουν στη θέση τους.

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

Μια εικόνα που είχε χρόνια να δει το χωριό. Η Κεντρική Βρύση ξαναξεχείλισε

Φωτογραφίες από Χρήστο Μαλαβάζο

«Δεν ήταν απλώς νερό που έτρεχε, ήταν μνήμες, ευλογία και η καρδιά του χωριού που ξαναχτύπησε.»

Ένα σπάνιο θέαμα χάρισε χθες η Κεντρική Βρύση της Καρίτσας στους χωριανούς. Το νερό όχι μόνο έτρεξε ζωηρό, αλλά ξεχείλισε, κάτι που είχε πολλά χρόνια να συμβεί. Ο Χρήστος Μαλαβάζος ήταν εκεί για να καταγράψει τη στιγμή και να τη μοιραστεί με τους απανταχού Καριτσιώτες.

Μπροστά σε τούτη την εικόνα στάθηκαν και δυο καλοί γείτονες, ο Νίκος Αντωνίου κι ο Στέλιος Μαλαβάζος, άνθρωποι που το χωριό τρέχει στο αίμα τους σαν το νερό της βρύσης. Και το καμάρωναν, με φανερή χαρά, να περισσεύει και να παίρνει τον δρόμο του για το αυλάκι.

Το ευχάριστο γεγονός

Η Κεντρική Βρύση, σημείο αναφοράς για το χωριό μας από τα παλιά χρόνια, υπήρξε για δεκαετίες η βασική πηγή ζωής της καθημερινότητας. Εκεί γέμιζαν οι στάμνες, εκεί ποτίζονταν τα ζώα, εκεί συναντιούνταν οι άνθρωποι και αντάλλασσαν δυο κουβέντες. Το ξεχείλισμα του νερού ήταν κάποτε γνώριμη εικόνα, σημάδι αφθονίας και ευλογίας. Τα τελευταία χρόνια όμως, τέτοιες στιγμές έγιναν σπάνιες.

Όταν λοιπόν το νερό άρχισε να υπερχειλίζει και να κυλά στο αυλάκι, ήταν σαν να γύρισε ο χρόνος πίσω. Ο Νίκος Αντωνίου και ο Στέλιος Μαλαβάζος, πρώην πρόεδρος της Κοινότητας, στάθηκαν σιωπηλοί, κοιτώντας το νερό με εκείνη τη γνώριμη αίσθηση που μόνο όσοι έζησαν τις παλιές εποχές μπορούν να νιώσουν. «Χρόνια είχαμε να το δούμε έτσι», ειπώθηκε χαμηλόφωνα.

Η σημασία της στιγμής

Δεν ήταν απλώς ένα φυσικό φαινόμενο. Ήταν μια υπενθύμιση. Το νερό που ξεχείλισε ξύπνησε μνήμες από εποχές που η βρύση έσφυζε από ζωή, από παιδικές φωνές, από κουβέντες και γέλια γύρω από την πέτρα.

Η Κεντρική Βρύση δεν είναι μόνο πέτρα και τρεχούμενο νερό. Είναι τόπος συνάντησης, κομμάτι της ιστορίας και της ταυτότητας της Καρίτσας. Κάθε ρυάκι που κατεβαίνει από εκεί κουβαλά ιστορίες γενεών. Το χτεσινό ξεχείλισμα δεν ήταν απλώς μια όμορφη εικόνα. Ήταν μια μικρή, αλλά ουσιαστική υπενθύμιση ότι το χωριό ζει ακόμη μέσα στις μνήμες και στα σημάδια του. Όσο το νερό συνεχίζει να τρέχει και όσο υπάρχουν άνθρωποι που στέκονται και το παρατηρούν, η καρδιά της Καρίτσας θα συνεχίζει να χτυπά.