Ο καιρός στο χωριό μας

Τρίτη 14 Απριλίου 2026

Εικοσιπέντε χρόνια από το θάνατο της Γιωργίας Κατσάμπη-Καραμανή

Μια αφανής ηρωίδα του εργατικού κινήματος
Η ζωή της Γιωργίας Κατσάμπη-Καραμανή

Εικοσιπέντε χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τον θάνατο της αγαπημένης μας Γιωργίας Κατσάμπη – Καραμανή, που άφησε την τελευταία της πνοή στο σπίτι της, στην Αδελαΐδα της Αυστραλίας, το πρωί της 14ης Απριλίου 2001.

Δύο χρόνια νωρίτερα, τον Ιούνιο του 1999, η Καριτσιώτισσα αυτή γυναίκα τιμήθηκε με μια ξεχωριστή διάκριση από το συνδικαλιστικό κίνημα της Νότιας Αυστραλίας. Μια τιμή που δεν αφορούσε μόνο την ίδια, αλλά και την οικογένειά της και την ιδιαίτερη πατρίδα της, την Καρίτσα.

Μετά από δεκαοκτώ χρόνια ακούραστης προσφοράς, αναγνωρίστηκε ως επίτιμο μέλος της Ένωσης Εργαζομένων Ποικίλων Κατηγοριών. Όπως έγραφε χαρακτηριστικά το σωματείο:
«Από αγροτοκόριτσο στα βουνά της Λακωνίας, σε εκπρόσωπο εργατικού σωματείου για δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια. Αυτή ήταν η ζωή της Γιωργίας Καραμανή.»

Η Γιωργία, το γένος Κατσάμπη, γεννήθηκε στις 17 Μαρτίου 1949 στην Καρίτσα Λακωνίας. Πρωτότοκη κόρη του Βαγγέλη και της Παναγιώτας, ήρθε στον κόσμο σε δύσκολα χρόνια, λίγο μετά τον πόλεμο και μέσα στη φτώχεια που μάστιζε τον τόπο. Το χωριό πληγωμένο, οι άνθρωποι όμως τίμιοι, εργατικοί, με φιλότιμο.

Ο παππούς της, ο Γιάννης Κατσάμπης, έζησε τη ζωή του ως ξενοτσόπανος. Κι όμως, μέσα σε τούτες τις στερήσεις, οι γονείς της έπλεκαν όνειρα για ένα σπιτικό γεμάτο παιδιά, αγάπη και προκοπή.

Ως πρωτότοκη, πήρε το όνομα της γιαγιάς της, της Γιωργίτσας από τον Κοσμά Κυνουρίας, και είχε πάντα μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά του πατέρα της, που της είχε μεγάλη αδυναμία.

Μα οι δυσκολίες δεν άφηναν περιθώρια. Το 1958, όταν η Γιωργία ήταν μόλις οκτώ χρονών, ο πατέρας της πήρε τη μεγάλη απόφαση να φύγει για την Αυστραλία, με σκοπό να δουλέψει λίγα χρόνια και να γυρίσει πίσω με κάτι στην άκρη. Η ζωή όμως άλλα είχε γραμμένα.

Σε γράμμα του έγραφε:
«Πολυαγαπημένη μου Παναγιώτα, δεν μπορώ να αρνηθώ αυτή τη χώρα για το μέλλον των παιδιών μας. Σας κάνω πρόσκληση να έρθετε.»
Και η μικρή Γιωργία, όπως θυμόταν, πηδούσε από τη χαρά της πάνω στο κρεβάτι.

Στις 13 Οκτωβρίου 1961, από το λιμάνι του Πειραιά, η μητέρα της Παναγιώτα με τα παιδιά αποχαιρέτησαν τον τόπο. Με το πλοίο «Πατρίς» ταξίδεψαν για είκοσι μέρες, ώσπου έφτασαν στη Μελβούρνη και αντάμωσαν ξανά τον πατέρα.

Η πραγματικότητα όμως ήταν σκληρή. Η δωδεκάχρονη Γιωργία ένιωσε χαμένη. Άγνωστη γλώσσα, ξένος τόπος, λαμαρίνες αντί για κεραμίδια, αυτοκίνητα που έτρεχαν, κι όλη η οικογένεια στρυμωγμένη σε ένα δωμάτιο. «Σαν ζούγκλα» έλεγε αργότερα.

Δεν άργησε να μπει στον αγώνα της ζωής. Πριν καλά καλά κλείσει τα δεκατέσσερα, άρχισε να δουλεύει. Από καραμελάδικο στο Γκούντγουντ μέχρι εργοστάσια, μπισκοτάδικα και στεγνοκαθαριστήρια. Και στις εποχές, στα χωράφια, στον τρύγο, στα μπιζέλια, στα κεράσια. Όπου υπήρχε ανάγκη, ήταν εκεί.

Το 1968, στα δεκαεννιά της, παντρεύτηκε τον Κυριάκο Τσιριγώτη από τις Βελιές. Ο γάμος δεν κράτησε πολύ, μα της χάρισε το μεγαλύτερο δώρο της ζωής της. Την 1η Μαρτίου 1969 γεννήθηκε ο γιος της, ο Σαράντος, που έγινε το στήριγμα και το νόημά της.

Το 1972 ξεκίνησε να εργάζεται στο Κέντρο Τζούλια Φαρ, φροντίζοντας άτομα με αναπηρίες. Εκεί ξεδιπλώθηκε ο χαρακτήρας της. Δυναμική, δίκαιη, με καρδιά μεγάλη. Γρήγορα ανέλαβε ενεργό ρόλο και στο συνδικάτο, παλεύοντας για καλύτερες συνθήκες και δικαιώματα.

Στάθηκε δίπλα στους εργαζόμενους σαν δικός τους άνθρωπος. Για χρόνια, το ίδιο της το σπίτι έγινε στέκι αγώνα, τόπος συζήτησης και σχεδιασμού. Κι όμως, την ίδια ώρα, είχε και την εκτίμηση της διοίκησης, γιατί ήξερε να στέκεται με αξιοπρέπεια και καθαρό λόγο.

Το 1973 γνώρισε τον Μανόλη Καραμανή από τη Ρόδο. Τον Φλεβάρη του 1974 ενώθηκαν με τα δεσμά του γάμου, και από τότε πορεύτηκαν μαζί στη ζωή, με αγάπη και στήριξη.

Το 1998 ξεκίνησε έναν ακόμη δύσκολο αγώνα, αυτόν της υγείας της. Μα δεν λύγισε. Με πίστη, δύναμη και την αγάπη των δικών της, στάθηκε όρθια μέχρι το τέλος.

Η Γιωργία δεν ήταν μια συνηθισμένη γυναίκα. Ήταν αγωνίστρια, μάνα, εργάτρια, άνθρωπος με αρχές. Έζησε με πάθος και έδωσε χωρίς να λογαριάσει.

Έφυγε στις 14 Απριλίου 2001, μα δεν χάθηκε. Μένει ζωντανή στις μνήμες, στις ιστορίες και στο παράδειγμα που άφησε πίσω της.

Δείτε τον οικογενειακό κλάδο της αείμνηστης στα Οικογενειακά Δέντρα του Νότιου Πάρνωνα.

Τα Οικογενειακά Δέντρα του Νότιου Πάρνωνα έρχονται υπό την αιγίδα του Παλλακωνικού Συλλόγου Νότιας Αυστραλίας «Ο Λεωνίδας», καθώς και της Κοινότητας Καριτσιωτών Νότιας Αυστραλίας «Καρίτσα»

Κυριακή 5 Απριλίου 2026

Στο πλευρό του παιδικού βιβλίου οι μαθητές της Μαγούλας: Μια ξεχωριστή συνάντηση με τον Βασίλη Βλαχάκο γεφύρωσε παρελθόν και παρόν


Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου, στις 2 Απριλίου, το Δημοτικό Σχολείο Μαγούλας φιλοξένησε μια ιδιαίτερη δράση που άφησε το αποτύπωμά της σε μαθητές και εκπαιδευτικούς. Καλεσμένος της σχολικής κοινότητας ήταν ο συγγραφέας και ποιητής Βασίλης Βλαχάκος, ο οποίος, ύστερα από 25 χρόνια, επέστρεψε συμβολικά «στην έδρα» για να συνεορτάσει με τα παιδιά της Ε΄ και Στ΄ τάξης τη σημασία του παιδικού βιβλίου.

Η ημέρα εξελίχθηκε σε ένα ζωντανό μάθημα μνήμης, γνώσης και δημιουργίας. Οι μαθητές ενημερώθηκαν για τις Παγκόσμιες Ημέρες και ταξίδεψαν νοερά σε σημαντικά μνημεία της UNESCO, διευρύνοντας τους ορίζοντές τους πέρα από τη σχολική ύλη. Παράλληλα, μέσα από αφηγήσεις και φωτογραφικό υλικό, γνώρισαν πτυχές της σχολικής ζωής και της καθημερινότητας προηγούμενων γενεών.

Ο ίδιος ο κ. Βλαχάκος μοιράστηκε προσωπικές αναμνήσεις από τα μαθητικά του χρόνια στη δεκαετία του 1960, σκιαγραφώντας μια εποχή διαφορετική αλλά βαθιά ανθρώπινη. «Συνταξιδέψαμε στο παρελθόν, τότε που ήμουν μαθητής σε μια αίθουσα με 60 παιδιά, όλες οι τάξεις μαζί και με έναν δάσκαλο, υπόδειγμα λειτουργού και παράδειγμα ανθρώπου», ανέφερε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας τη διαχρονική αξία του εκπαιδευτικού έργου.


Δεν παρέλειψε, ωστόσο, να αναφερθεί και στις προκλήσεις της σύγχρονης εκπαίδευσης, σημειώνοντας με νόημα πως οι δάσκαλοι «παρά τις καλύτερες συνθήκες, βράζουν στο ίδιο καζάνι της πολιτείας, έτσι όπως παιδεύει τα παιδία η Παιδεία».

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη σημασία της ιστορικής γνώσης και της οικογενειακής μνήμης. Μέσα από τη συζήτηση, τα παιδιά κατανόησαν πως το μέλλον χτίζεται πάνω στη γνώση του παρελθόντος, ξεκινώντας ακόμη και από το γενεαλογικό τους δέντρο.

Η δράση κορυφώθηκε με μια δημιουργική άσκηση, κατά την οποία οι μαθητές κλήθηκαν να εκφράσουν τις σκέψεις τους για το σχολείο, τους δασκάλους και το βιβλίο. Με αφορμή έναν στίχο που τους παρουσίασε ο συγγραφέας, ανακάλυψαν τις δικές τους δημιουργικές δυνατότητες. «Είδαν ότι είναι μικροί ποιητές και δεν το ήξεραν, ότι μπορούν να γίνουν συγγραφείς ή ζωγράφοι, αρκεί να ψαχτούν και να βρουν τα ταλέντα που κρύβονται μέσα τους», τόνισε ο κ. Βλαχάκος.

Ο Βασίλης Βλαχάκος δεν είναι απλώς ένας επισκέπτης συγγραφέας, αλλά ένας άνθρωπος που στις αρχές της δεκαετίας του 1970 δίδαξε στην Καρίτσα, αφήνοντας το δικό του αποτύπωμα στις μνήμες των ανθρώπων της. Από εκείνη την εμπειρία γεννήθηκε και ένα μέρος του έργου του, με κορυφαίο το βιβλίο «Οι Αετοί της Καρίτσας», αλλά και ποιήματα όπως «Ο Μιχάλης ο “Ρουμάνος”», «Η Καρίτσα (στη φαντασία και στο χρόνο)» και «Η Ελιά της Καρίτσας», που αποτυπώνουν με ευαισθησία τον τόπο και τους ανθρώπους του.

Η παρουσία του στη Μαγούλα δεν ήταν μόνο μια σχολική εκδήλωση, αλλά μια ζωντανή υπενθύμιση πως το βιβλίο μπορεί να κρατήσει άσβεστη τη μνήμη και να μετατρέψει την εμπειρία σε διαχρονική παρακαταθήκη.


Σάββατο 4 Απριλίου 2026

Το Λινό του Καφετζή, Μνήμη Χαραγμένη στης Καρίτσας τη Γη

«Δεν είναι τυχαίο καλυβάκι, αλλά ένας χώρος που ζούσε και ανέπνεε μαζί με την καριτσιώτικη γη γύρω του.»

Η φωτογραφία, τραβηγμένη από τον Γιάννη Γαβριήλ, μας οδηγεί σε μια γωνιά της καριτσιώτικης γης που για πολλούς από τη νεότερη γενιά, μέχρι πρόσφατα, ίσως στεκόταν σαν ένα μικρό αίνιγμα. Ανάμεσα στα χωράφια και χαμηλή βλάστηση, ένα πέτρινο καλυβάκι, λιτό και σιωπηλό όπως δεκάδες κι άλλα, μαρτυρούσε πως κάποτε είχε έναν λόγο ύπαρξης βαθιά δεμένο με τον τόπο. Το ερώτημα όμως παρέμενε, ποιος ήταν ο ρόλος του και τι ιστορία έκρυβε μέσα του.

Σήμερα, το αίνιγμα αυτό έχει πλέον όνομα. Πρόκειται για το «Λινό του Καφετζή», κοντά στα αμπέλια στην Απάνου Λούτσα, έναν χώρο όπου οι προγονοί μας πατούσαν τα σταφύλια με τα πόδια για να βγάλουν το κρασί της χρονιάς τους.

Ένας Τόπος με Σκοπό

Το κτίσμα δεν ήταν απλώς ένα καλυβάκι, αλλά μέρος μιας οργανωμένης αγροτικής λειτουργίας, άμεσα συνδεδεμένης με τον τρύγο και την οινοπαραγωγή. Η θέση του, μέσα στην καλλιεργημένη γη και σε άμεση γειτνίαση με τα αμπέλια, δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας. Εξυπηρετούσε τις ανάγκες του ληνού, ως βοηθητικός χώρος προετοιμασίας και φύλαξης.

Ο ληνός αποτελούσε το κέντρο της διαδικασίας. Εκεί πατούσαν τα σταφύλια, μοιράζονταν κόπο και χαρά και μετέδιδαν γνώση από γενιά σε γενιά. Ήταν τόπος εργασίας και συνάντησης, βαθιά δεμένος με τη γη και τον ετήσιο κύκλο ζωής, όπου η παραγωγή αποκτούσε συλλογικό χαρακτήρα.

Ο Τρύγος ως Βίωμα

Την εποχή του τρύγου, ο χώρος ζωντάνευε. Οι άνθρωποι συγκεντρώνονταν, κουβαλούσαν τα κοφίνια με τα σταφύλια και, με γυμνά πόδια, τα πατούσαν, μετατρέποντας τον καρπό σε μούστο. Δεν ήταν μια σιωπηλή εργασία, αλλά μια κοινή εμπειρία, γεμάτη ρυθμό, φωνές και συμμετοχή.

Το κρασί που προέκυπτε δεν ήταν απλώς προϊόν, αλλά η απόσταξη μιας ολόκληρης χρονιάς, της γης και των ανθρώπων της.

Το Τέλος μιας Εποχής

Το λινό σταμάτησε να λειτουργεί στα τέλη της δεκαετίας του 1950 ή στις αρχές του 1960, σηματοδοτώντας το τέλος ενός τρόπου ζωής όπου η παραγωγή ήταν άμεσα δεμένη με την καθημερινότητα και την κοινότητα.

Από τότε, το κτίσμα έμεινε πίσω, σιωπηλό και εκτεθειμένο στον χρόνο, χωρίς όμως να χάσει τη μνήμη του.

Από το Μυστικό στη Μαρτυρία

Για χρόνια, το καλυβάκι στεκόταν σαν ένα μικρό μυστικό μέσα στο τοπίο. Σήμερα, η ταυτότητά του έχει αποκατασταθεί και μαζί της αναδύεται μια ολόκληρη εικόνα ζωής που κάποτε ήταν αυτονόητη.

Δεν είναι απλώς ένα εγκαταλειμμένο καλυβάκι Είναι μάρτυρας μιας εποχής όπου ο κόπος είχε πρόσωπο, η γη είχε φωνή και το κρασί είχε ιστορία.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό. Ότι τέτοιοι τόποι δεν χάνονται πραγματικά. Παραμένουν εκεί, σιωπηλοί αλλά παρόντες, μέχρι κάποιος να τους αναγνωρίσει ξανά και να τους επιστρέψει τη θέση που τους αξίζει στη συλλογική μνήμη.

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Τα Καριτσιωτάκια

 

Στην Καρίτσα ξημερώνει, Κυριακή ξανά,
και τα Καριτσιωτάκια βγαίνουν στη γειτονιά.
Στα σοκάκια τρέχουν όλα, φίλοι μια αγκαλιά,
κάθε βήμα και τραγούδι, κάθε γωνιά χαρά.
Στη βρυσούλα πίνουν νερό γλυκό και δροσερό,
κι ύστερα τρεχάλα στο πάρκο το μικρό.

Κούνιες, γέλια και φωνούλες σε κάθε μεριά,
κι η Καρίτσα ζωντανεύει άλλη μια φορά.

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

Καριτσιώτικο ανέκδοτο: «Πάσχα δω, Πάσχα κει, Πάσχα και στην Άγια Καρίτσα!»

«Χωρίς ημερολόγιο, χωρίς ρολόι, μόνο με μια χούφτα κουκιά και πολλή καρδιά.»

Ένα παλιό χωριανό ανέκδοτο, όπως το έλεγε σαν παραμύθι ο Βαγγέλης Κατσάμπης στα παιδιά του, μαζεμένα γύρω από το αναμμένο τζάκι 

Τα παλιά, τα πολύ δύσκολα χρόνια, τότε που η Καρίτσα έπαιρνε σχήμα χωριού στις απότομες πλαγιές του Νότιου Πάρνωνα, οι πρώτοι Καριτσιώτες δεν είχαν ούτε πολλά ούτε εύκολα. Είχαν όμως πείσμα.

Γύρω από μια νεροπηγή σήκωσαν κάμποσα πετρόχτιστα, πλακοσκέπαστα χαμόσπιτα. Πιο πάνω, σ’ ένα αγνάντι που το φύλαγε ένας μεγάλος κέδρος σαν άγρυπνος φρουρός, έχτισαν μαντρότοιχο όλο γύρω από τη «Γειτονιά των Αγγέλων». Κι από δίπλα, κοντά σ’ ένα ρουμάνι που σφύριζε ο αγέρας, έστησαν την πολιούχο, την Αγία Παρασκευή.

Σπίτια υπήρχαν. Εκκλησιά υπήρχε. Νεκροταφείο υπήρχε.
Σχολειό; Ούτε για δείγμα.

Ο παπάς που άφησε τα γίδια και κράτησε το πετραχήλι

Όλο το χωριό αγράμματο. Κι ο παπάς μαζί.

Λένε πως άφησε την κλίτσα, τα γίδια και τα πρόβατα στην Τσούκα και φόρεσε το πετραχήλι για να ποιμάνει στην Αγία Παρασκευή. Ευλογημένος άνθρωπος. Καλοπροαίρετος. Μα γράμματα δεν ήξερε. Ούτε να διαβάσει, ούτε να γράψει, ούτε καλά καλά να μετρήσει.

Έψελνε ό,τι θυμόταν νεράκι, λίγο μπερδεμένα, λίγο ανακατεμένα. Το Ευαγγέλιο το έλεγε απ’ έξω, απ’ όσα κρατούσε από παιδάκι. Κουτσά στραβά τα κατάφερνε.

Το μεγάλο βάσανο όμως δεν ήταν τα τροπάρια. Ήταν οι γιορτές.
Πότε πέφτει τ’ Αγιαννιού; Πότε τα Χριστούγεννα; Και το Πάσχα, βρε παιδί μου, πότε έρχεται το Πάσχα;

Η Μεγάλη Σαρακοστή και τα σαράντα οχτώ κουκιά

Η μεγαλύτερη σκοτούρα ήταν η Σαρακοστή. Σαράντα οχτώ μέρες από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι το Μεγάλο Σάββατο. Σαράντα οχτώ μέρες που κυλούσαν αργά σαν ανοιξιάτικο νεράκι, γιατί όλο το χωριό νήστευε.

Ο παπάς, άνθρωπος πρακτικός, βρήκε λύση.
Την Καθαρά Δευτέρα έβαζε σαράντα οχτώ κουκιά στα μπενίσια του. Κάθε πρωί έπερνε από ένα. Όταν θα έφτανε στο τελευταίο, θα ήταν Μεγάλο Σάββατο. Τα μεσάνυχτα Χριστός Ανέστη, και την άλλη μέρα Πάσχα. Τόσο απλά.

Ή έτσι νόμιζε.

Η παπαδιά και η μοιραία χούφτα

Μια μέρα η παπαδιά, καθώς μπάλωνε τα μπενίσια, βρίσκει τα κουκιά.

«Αα, του αρέσουν του ευλογημένου τα κουκιά», λέει η καλή ψυχή.
Και για να τον ευχαριστήσει, του ρίχνει μέσα άλλη μια γερή χούφτα.

Από κείνη τη μέρα ο παπάς έπερνε κάθε πρωί το κουκάκι του και μετρούσε την αντίστροφη μέτρηση για το Πάσχα. Μόνο που τα κουκιά δεν τελείωναν ποτέ.

Κι οι Καριτσιώτες;
Νήστευαν. Και ξανά νηστεύαν. Σαράντα οχτώ μέρες και κάμποσες ακόμη. Πόσες; Κανείς δεν ξέρει. Η πιο μακρόσυρτη Σαρακοστή που γνώρισε ο Νότιος Πάρνωνας.

Τα κόκκινα τσόφλια στο Γεράκι

Ένα πρωινό, πριν καλά καλά φέξει, ο παπάς πήρε το κουκάκι του, καβάλησε το γαϊδουράκι και τράβηξε για το διπλανό κεφαλοχώρι, το Γεράκι.

Κατηφόρισε από τις Τρόκλες, άναψε κεράκι στον Άι Νικόλα, έκανε τον σταυρό του στον Άι Γιάννη στο Βαρικό, κι όπως έμπαινε στο Γεράκι έκανε πάλι το σταυρό του μπροστά στον Άι Θανάση.

Και τότε τα είδε.

Σκόρπια πάνω στο καλντερίμι, φθαρμένα κόκκινα τσόφλια. Λίγο πιο πέρα, κι άλλα. Και παραπάνω, παντού κατακόκκινα.

Ο παπάς πάγωσε.
Το Πάσχα είχε περάσει. Και στην Καρίτσα ακόμα τρώγανε κουκιά.

Χωρίς δεύτερη σκέψη, γύρισε το γαϊδουράκι και πήρε τον ανήφορο πίσω. Όχι για δουλειές. Για σωτηρία.

Το μεσημεριάτικο «Χριστός Ανέστη»

Κόντευε μεσημέρι όταν έφτασε στο χωριό. Ο ήλιος έλαμπε από ψηλά, περίπου στη μέση του ουρανού ανάμεσα στην Τσούκα και την Ασφάκα και οι Καριτσιώτες, νηστικοί μα γαλήνιοι, κάθονταν έξω από τα πετρόχτιστα, λες και περίμεναν κάτι που δεν ήξεραν ακόμη.

Ξάφνου η καμπάνα στον μεγάλο κέδρο χτύπησε αλλιώτικα. Όχι πένθιμα. Όχι γιορτινά. Ανησυχητικά.

Στην Αγία Παρασκευή μαζεύτηκαν όλοι.

Ο παπάς στεκόταν μπροστά στην Ωραία Πύλη. Με τα καλά του άμφια. Στο χέρι μια μεγάλη λαμπάδα αναμμένη, που έσταζε κερί πάνω στις πλάκες.

Πήρε βαθιά ανάσα. Έκανε τον σταυρό του.

Και άρχισε, λίγο σπαστά στην αρχή, μα έπειτα με φωνή που γέμισε το εκκλησάκι:

«Χριστός Ανέστη εκ νεκρών,
θανάτω θάνατον πατήσας…»

Σταμάτησε μια στιγμή. Κοίταξε τον κόσμο του, τους ανθρώπους του, που είχαν νηστέψει παραπάνω απ’ όσο έπρεπε χωρίς να το ξέρουν.

Και τότε, σαν να του το ψιθύρισε ο ίδιος ο άνεμος από το ρουμάνι, ύψωσε τη λαμπάδα και φώναξε:

«Χριστός Ανέστη.
Δεῦτε λάβετε φως.
Πάσχα δω, Πάσχα κει,
Πάσχα και στην Άγια Καρίτσα.»

Ο κόσμος αναστέναξε. Κάποιοι κάναν το σταυρό τους. Κάποιοι χαμογέλασαν με μάτια βουρκωμένα.

Κι εκείνος ξανάπιασε το τροπάριο, πιο σίγουρος τώρα:

«…και τοις εν τοις μνήμασι
ζωήν χαρισάμενος.»

Κι έτσι, μεσημέρι, κάτω από το φως του ήλιου κι όχι του φεγγαριού, η Ανάσταση ήρθε στην Καρίτσα. Όχι με τυμπανοκρουσίες και νυχτερινά βαρελότα. Μα με μια φωνή τίμια και καθαρή, που μπέρδεψε τα λόγια μα όχι την πίστη.

Και λένε πως από τότε, όταν μπερδεύονται τα πράγματα στο χωριό, κάποιος θα πει γελώντας:

«Μην ανησυχείτε. Πάσχα δω, Πάσχα κει, Πάσχα και στην Άγια Καρίτσα.»

Και όλα μπαίνουν στη θέση τους.