Ο καιρός στο χωριό μας

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

Καριτσιώτικο ανέκδοτο: «Πάσχα δω, Πάσχα κει, Πάσχα και στην Άγια Καρίτσα!»

«Χωρίς ημερολόγιο, χωρίς ρολόι, μόνο με μια χούφτα κουκιά και πολλή καρδιά.»

Ένα παλιό χωριανό ανέκδοτο, όπως το έλεγε σαν παραμύθι ο Βαγγέλης Κατσάμπης στα παιδιά του, μαζεμένα γύρω από το αναμμένο τζάκι 

Τα παλιά, τα πολύ δύσκολα χρόνια, τότε που η Καρίτσα έπαιρνε σχήμα χωριού στις απότομες πλαγιές του Νότιου Πάρνωνα, οι πρώτοι Καριτσιώτες δεν είχαν ούτε πολλά ούτε εύκολα. Είχαν όμως πείσμα.

Γύρω από μια νεροπηγή σήκωσαν κάμποσα πετρόχτιστα, πλακοσκέπαστα χαμόσπιτα. Πιο πάνω, σ’ ένα αγνάντι που το φύλαγε ένας μεγάλος κέδρος σαν άγρυπνος φρουρός, έχτισαν μαντρότοιχο όλο γύρω από τη «Γειτονιά των Αγγέλων». Κι από δίπλα, κοντά σ’ ένα ρουμάνι που σφύριζε ο αγέρας, έστησαν την πολιούχο, την Αγία Παρασκευή.

Σπίτια υπήρχαν. Εκκλησιά υπήρχε. Νεκροταφείο υπήρχε.
Σχολειό; Ούτε για δείγμα.

Ο παπάς που άφησε τα γίδια και κράτησε το πετραχήλι

Όλο το χωριό αγράμματο. Κι ο παπάς μαζί.

Λένε πως άφησε την κλίτσα, τα γίδια και τα πρόβατα στην Τσούκα και φόρεσε το πετραχήλι για να ποιμάνει στην Αγία Παρασκευή. Ευλογημένος άνθρωπος. Καλοπροαίρετος. Μα γράμματα δεν ήξερε. Ούτε να διαβάσει, ούτε να γράψει, ούτε καλά καλά να μετρήσει.

Έψελνε ό,τι θυμόταν νεράκι, λίγο μπερδεμένα, λίγο ανακατεμένα. Το Ευαγγέλιο το έλεγε απ’ έξω, απ’ όσα κρατούσε από παιδάκι. Κουτσά στραβά τα κατάφερνε.

Το μεγάλο βάσανο όμως δεν ήταν τα τροπάρια. Ήταν οι γιορτές.
Πότε πέφτει τ’ Αγιαννιού; Πότε τα Χριστούγεννα; Και το Πάσχα, βρε παιδί μου, πότε έρχεται το Πάσχα;

Η Μεγάλη Σαρακοστή και τα σαράντα οχτώ κουκιά

Η μεγαλύτερη σκοτούρα ήταν η Σαρακοστή. Σαράντα οχτώ μέρες από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι το Μεγάλο Σάββατο. Σαράντα οχτώ μέρες που κυλούσαν αργά σαν ανοιξιάτικο νεράκι, γιατί όλο το χωριό νήστευε.

Ο παπάς, άνθρωπος πρακτικός, βρήκε λύση.
Την Καθαρά Δευτέρα έβαζε σαράντα οχτώ κουκιά στα μπενίσια του. Κάθε πρωί έπερνε από ένα. Όταν θα έφτανε στο τελευταίο, θα ήταν Μεγάλο Σάββατο. Τα μεσάνυχτα Χριστός Ανέστη, και την άλλη μέρα Πάσχα. Τόσο απλά.

Ή έτσι νόμιζε.

Η παπαδιά και η μοιραία χούφτα

Μια μέρα η παπαδιά, καθώς μπάλωνε τα μπενίσια, βρίσκει τα κουκιά.

«Αα, του αρέσουν του ευλογημένου τα κουκιά», λέει η καλή ψυχή.
Και για να τον ευχαριστήσει, του ρίχνει μέσα άλλη μια γερή χούφτα.

Από κείνη τη μέρα ο παπάς έπερνε κάθε πρωί το κουκάκι του και μετρούσε την αντίστροφη μέτρηση για το Πάσχα. Μόνο που τα κουκιά δεν τελείωναν ποτέ.

Κι οι Καριτσιώτες;
Νήστευαν. Και ξανά νηστεύαν. Σαράντα οχτώ μέρες και κάμποσες ακόμη. Πόσες; Κανείς δεν ξέρει. Η πιο μακρόσυρτη Σαρακοστή που γνώρισε ο Νότιος Πάρνωνας.

Τα κόκκινα τσόφλια στο Γεράκι

Ένα πρωινό, πριν καλά καλά φέξει, ο παπάς πήρε το κουκάκι του, καβάλησε το γαϊδουράκι και τράβηξε για το διπλανό κεφαλοχώρι, το Γεράκι.

Κατηφόρισε από τις Τρόκλες, άναψε κεράκι στον Άι Νικόλα, έκανε τον σταυρό του στον Άι Γιάννη στο Βαρικό, κι όπως έμπαινε στο Γεράκι έκανε πάλι το σταυρό του μπροστά στον Άι Θανάση.

Και τότε τα είδε.

Σκόρπια πάνω στο καλντερίμι, φθαρμένα κόκκινα τσόφλια. Λίγο πιο πέρα, κι άλλα. Και παραπάνω, παντού κατακόκκινα.

Ο παπάς πάγωσε.
Το Πάσχα είχε περάσει. Και στην Καρίτσα ακόμα τρώγανε κουκιά.

Χωρίς δεύτερη σκέψη, γύρισε το γαϊδουράκι και πήρε τον ανήφορο πίσω. Όχι για δουλειές. Για σωτηρία.

Το μεσημεριάτικο «Χριστός Ανέστη»

Κόντευε μεσημέρι όταν έφτασε στο χωριό. Ο ήλιος έλαμπε από ψηλά, περίπου στη μέση του ουρανού ανάμεσα στην Τσούκα και την Ασφάκα και οι Καριτσιώτες, νηστικοί μα γαλήνιοι, κάθονταν έξω από τα πετρόχτιστα, λες και περίμεναν κάτι που δεν ήξεραν ακόμη.

Ξάφνου η καμπάνα στον μεγάλο κέδρο χτύπησε αλλιώτικα. Όχι πένθιμα. Όχι γιορτινά. Ανησυχητικά.

Στην Αγία Παρασκευή μαζεύτηκαν όλοι.

Ο παπάς στεκόταν μπροστά στην Ωραία Πύλη. Με τα καλά του άμφια. Στο χέρι μια μεγάλη λαμπάδα αναμμένη, που έσταζε κερί πάνω στις πλάκες.

Πήρε βαθιά ανάσα. Έκανε τον σταυρό του.

Και άρχισε, λίγο σπαστά στην αρχή, μα έπειτα με φωνή που γέμισε το εκκλησάκι:

«Χριστός Ανέστη εκ νεκρών,
θανάτω θάνατον πατήσας…»

Σταμάτησε μια στιγμή. Κοίταξε τον κόσμο του, τους ανθρώπους του, που είχαν νηστέψει παραπάνω απ’ όσο έπρεπε χωρίς να το ξέρουν.

Και τότε, σαν να του το ψιθύρισε ο ίδιος ο άνεμος από το ρουμάνι, ύψωσε τη λαμπάδα και φώναξε:

«Χριστός Ανέστη.
Δεῦτε λάβετε φως.
Πάσχα δω, Πάσχα κει,
Πάσχα και στην Άγια Καρίτσα.»

Ο κόσμος αναστέναξε. Κάποιοι κάναν το σταυρό τους. Κάποιοι χαμογέλασαν με μάτια βουρκωμένα.

Κι εκείνος ξανάπιασε το τροπάριο, πιο σίγουρος τώρα:

«…και τοις εν τοις μνήμασι
ζωήν χαρισάμενος.»

Κι έτσι, μεσημέρι, κάτω από το φως του ήλιου κι όχι του φεγγαριού, η Ανάσταση ήρθε στην Καρίτσα. Όχι με τυμπανοκρουσίες και νυχτερινά βαρελότα. Μα με μια φωνή τίμια και καθαρή, που μπέρδεψε τα λόγια μα όχι την πίστη.

Και λένε πως από τότε, όταν μπερδεύονται τα πράγματα στο χωριό, κάποιος θα πει γελώντας:

«Μην ανησυχείτε. Πάσχα δω, Πάσχα κει, Πάσχα και στην Άγια Καρίτσα.»

Και όλα μπαίνουν στη θέση τους.

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

Μια εικόνα που είχε χρόνια να δει το χωριό. Η Κεντρική Βρύση ξαναξεχείλισε

Φωτογραφίες από Χρήστο Μαλαβάζο

«Δεν ήταν απλώς νερό που έτρεχε, ήταν μνήμες, ευλογία και η καρδιά του χωριού που ξαναχτύπησε.»

Ένα σπάνιο θέαμα χάρισε χθες η Κεντρική Βρύση της Καρίτσας στους χωριανούς. Το νερό όχι μόνο έτρεξε ζωηρό, αλλά ξεχείλισε, κάτι που είχε πολλά χρόνια να συμβεί. Ο Χρήστος Μαλαβάζος ήταν εκεί για να καταγράψει τη στιγμή και να τη μοιραστεί με τους απανταχού Καριτσιώτες.

Μπροστά σε τούτη την εικόνα στάθηκαν και δυο καλοί γείτονες, ο Νίκος Αντωνίου κι ο Στέλιος Μαλαβάζος, άνθρωποι που το χωριό τρέχει στο αίμα τους σαν το νερό της βρύσης. Και το καμάρωναν, με φανερή χαρά, να περισσεύει και να παίρνει τον δρόμο του για το αυλάκι.

Το ευχάριστο γεγονός

Η Κεντρική Βρύση, σημείο αναφοράς για το χωριό μας από τα παλιά χρόνια, υπήρξε για δεκαετίες η βασική πηγή ζωής της καθημερινότητας. Εκεί γέμιζαν οι στάμνες, εκεί ποτίζονταν τα ζώα, εκεί συναντιούνταν οι άνθρωποι και αντάλλασσαν δυο κουβέντες. Το ξεχείλισμα του νερού ήταν κάποτε γνώριμη εικόνα, σημάδι αφθονίας και ευλογίας. Τα τελευταία χρόνια όμως, τέτοιες στιγμές έγιναν σπάνιες.

Όταν λοιπόν το νερό άρχισε να υπερχειλίζει και να κυλά στο αυλάκι, ήταν σαν να γύρισε ο χρόνος πίσω. Ο Νίκος Αντωνίου και ο Στέλιος Μαλαβάζος, πρώην πρόεδρος της Κοινότητας, στάθηκαν σιωπηλοί, κοιτώντας το νερό με εκείνη τη γνώριμη αίσθηση που μόνο όσοι έζησαν τις παλιές εποχές μπορούν να νιώσουν. «Χρόνια είχαμε να το δούμε έτσι», ειπώθηκε χαμηλόφωνα.

Η σημασία της στιγμής

Δεν ήταν απλώς ένα φυσικό φαινόμενο. Ήταν μια υπενθύμιση. Το νερό που ξεχείλισε ξύπνησε μνήμες από εποχές που η βρύση έσφυζε από ζωή, από παιδικές φωνές, από κουβέντες και γέλια γύρω από την πέτρα.

Η Κεντρική Βρύση δεν είναι μόνο πέτρα και τρεχούμενο νερό. Είναι τόπος συνάντησης, κομμάτι της ιστορίας και της ταυτότητας της Καρίτσας. Κάθε ρυάκι που κατεβαίνει από εκεί κουβαλά ιστορίες γενεών. Το χτεσινό ξεχείλισμα δεν ήταν απλώς μια όμορφη εικόνα. Ήταν μια μικρή, αλλά ουσιαστική υπενθύμιση ότι το χωριό ζει ακόμη μέσα στις μνήμες και στα σημάδια του. Όσο το νερό συνεχίζει να τρέχει και όσο υπάρχουν άνθρωποι που στέκονται και το παρατηρούν, η καρδιά της Καρίτσας θα συνεχίζει να χτυπά.




Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Ποίηση: Το Πατρικό στον Ανήφορο

Με πέτρα με θεμέλιωσαν μετά φωτιά και πόνο,

να γίνω σπίτι και απαντοχή στον δύσκολο τον χρόνο.

Σ’ αυτόν τον άγριο ανήφορο που δέρνει αγέρας κρύος,
στάθηκα τοίχος κι έκανα τον φόβο σας αντρείος.

Είμαι το Βατσουραίικο, πατρικό ριζωμένο,
με γέλιο και με στεναγμό βαθιά σημαδεμένο.

Ο ιδρώτας τους με πότισε, χέρια σκληρά, μεγάλα,
κι έγιναν πέτρα και καρδιά και στήριγμα στα άλλα.

Τον κύρη και τη μάνα σας τους έχω στα παντζούρια,
σαν δυο δοκάρια δυνατά, που αντέχουν τα μπουρίνια.

Η γιαγιά στο κατώφλι μου σιωπή βαριά κρατούσε,
κι ό,τι δεν είπε με φωνή, η πέτρα το μιλούσε.

Κι από ψηλά ο Ελατιάς αγνάντευε και ξέρει,
πως ό,τι ρίζωσε βαθιά, δεν το σκορπά το αγέρι.

Ύστερα ήρθε η ξενιτιά και σας τραβά στα ξένα,
κι έμεινα πέτρα μοναχή με μάτια δακρυσμένα.

Μα την ανάσα σας κρατώ στον τοίχο μου κρυμμένη,
σαν προσευχή που γύρισε στη γη της ευλογημένη.

Γιατί οι ψυχές σαν κουραστούν τον δρόμο τους θυμούνται,
κι εκεί που πρωτοφώλιασαν ξανά γυρογυρνούνε.

Μη με θαρρείτε σιωπηλό, η πέτρα μου ανασαίνει,
κι όποιος κρατά τον ανήφορο ποτέ του δεν πεθαίνει.

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Δημήτριος Τσαμάλης (1946–2026)

Με βαθιά θλίψη αποχαιρετούμε τον συγχωριανό μας Δημήτρη Τσαμάλη, του Γεωργίου.

Ο Δημήτρης γεννήθηκε στην Καρίτσα την 1η Ιουλίου 1946 και μεγάλωσε με τις αξίες του τόπου μας, της οικογένειας, της πίστης και της αξιοπρέπειας. Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 79 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα ήσυχο αλλά γεμάτο αποτύπωμα αγάπης και προσφοράς.

Υπήρξε αφοσιωμένος σύζυγος της Γεωργίας, στοργικός πατέρας, τρυφερός παππούς και αγαπημένος αδελφός και θείος. Η οικογένειά του στάθηκε πάντα το κέντρο της ζωής του, και καμάρωνε για τα παιδιά, τα εγγόνια και το δισέγγονό του.

Η εξόδιος ακολουθία θα ψαλεί σήμερα, Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026, στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Γεράκι.

Εκφράζουμε τα ειλικρινή μας συλλυπητήρια στη σύζυγό του, στα παιδιά, στα εγγόνια, στο δισέγγονό του και σε όλους τους οικείους του.

Αιωνία του η μνήμη.

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

The Weekend that Never Dawned


(Kosmas, 29–30 January 1944. Not to be forgotten.) 

Some dates the years can never claim,
They live as wounds, as duty, as flame.

I stepped out to the lower threshing grounds,
And gazed across the village bounds.
I saw the fire devour the homes,
Wolves among the scattered flocks,
Enemies at every door.

Kosmas woke to smoke and cries,
Flames climbing high into the skies.
Not alone in grief, not alone in pain,
The village burned, but hearts remain.
From five hundred homes, few were spared,
Yet courage endured, and prayers were shared.

That weekend stays alive in our sight,
Not to reopen wounds, but to honour light.

The sheep may scatter, the wolves may roam,
But Kosmas endures to make our hearts its home.