Με πέτρα με θεμέλιωσαν μετά φωτιά και πόνο,
να γίνω σπίτι και απαντοχή στον δύσκολο τον χρόνο.
Σ’ αυτόν τον άγριο ανήφορο που δέρνει αγέρας κρύος,
στάθηκα τοίχος κι έκανα τον φόβο σας αντρείος.
Είμαι το Βατσουραίικο, πατρικό ριζωμένο,
με γέλιο και με στεναγμό βαθιά σημαδεμένο.
Ο ιδρώτας τους με πότισε, χέρια σκληρά, μεγάλα,
κι έγιναν πέτρα και καρδιά και στήριγμα στα άλλα.
Τον κύρη και τη μάνα σας τους έχω στα παντζούρια,
σαν δυο δοκάρια δυνατά, που αντέχουν τα μπουρίνια.
Η γιαγιά στο κατώφλι μου σιωπή βαριά κρατούσε,
κι ό,τι δεν είπε με φωνή, η πέτρα το μιλούσε.
Κι από ψηλά ο Ελατιάς αγνάντευε και ξέρει,
πως ό,τι ρίζωσε βαθιά, δεν το σκορπά το αγέρι.
Ύστερα ήρθε η ξενιτιά και σας τραβά στα ξένα,
κι έμεινα πέτρα μοναχή με μάτια δακρυσμένα.
Μα την ανάσα σας κρατώ στον τοίχο μου κρυμμένη,
σαν προσευχή που γύρισε στη γη της ευλογημένη.
Γιατί οι ψυχές σαν κουραστούν τον δρόμο τους θυμούνται,
κι εκεί που πρωτοφώλιασαν ξανά γυρογυρνούνε.
Μη με θαρρείτε σιωπηλό, η πέτρα μου ανασαίνει,
κι όποιος κρατά τον ανήφορο ποτέ του δεν πεθαίνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου