Ο καιρός στο χωριό μας

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Πρώτο Κούρο Χωρίς τον Βασίλη: Ένα χέρι βοήθειας για τον φίλο

«Στα χωριά μας οι φίλοι δε λησμονιούνται. Κι άμα φύγει ένας νοικοκύρης, οι άλλοι στέκουνται δίπλα στην οικογένειά του και συνεχίζουν το έργο του.»

Το φετινό κούρο στα γίδια της οικογένειας του αείμνηστου Βασίλη Κατσάμπη είχε μια ξεχωριστή συγκίνηση. Ήταν το πρώτο χωρίς τον Βασίλη, που έφυγε ξαφνικά από τη ζωή στις αρχές της περσινής χρονιάς, σκορπίζοντας θλίψη στην οικογένειά του, στους φίλους και σε ολόκληρη την Καρίτσα. Άνθρωπος εργατικός και αγαπητός, αγάπησε τον τόπο του, την οικογένειά του και τη στάνη του, αφήνοντας πίσω του τη γυναίκα του Ελένη και τα τρία τους παιδιά να συνεχίσουν το σπιτικό και την παράδοση που κράτησε ζωντανή μια ολόκληρη ζωή.

Ανάμεσα σ’ εκείνους που βρέθηκαν κοντά στην οικογένεια ήταν και ο δικός μας Στέλιος Μαλαβάζος. Παρότι ήρθε από την Αυστραλία πριν μόλις λίγες μέρες, δεν άργησε να ξαναμπεί στους ρυθμούς του χωριού. Μόλις έμαθε πως ήρθε η ώρα για το κούρο, πήγε χωρίς δεύτερη κουβέντα να βάλει ένα χέρι, όπως θα έκανε κάθε καλός φίλος.

Οι φωτογραφίες τον δείχνουν μέσα στο μαντρί, ανάμεσα στους συγγενείς, στους χωριανούς και στα ζωντανά, να βοηθά στο κούρεμα των γιδιών. Εκεί, ανάμεσα στα μαλλιά, στις φωνές και στα πειράγματα της παρέας, η απουσία του Βασίλη ήταν αισθητή. Μα εξίσου αισθητή ήταν και η παρουσία της μνήμης του.

Όπως θυμίζει ο κοντοχωριανός μας Γιάννης Πριφτάκης, η αλληλεγγύη στη ζωή των ποιμένων υπήρχε πάντοτε σε πολλές μορφές. Στον κούρο, όταν κάποιος ξεκινούσε δικό του κοπάδι και οι άλλοι του χάριζαν ένα ζωντανό με την ευχή «να τα χιλιάσει», όταν χτυπούσε αρρώστια το κοπάδι ή όταν οι κτηνοτρόφοι έκαναν σμίχτες για να τα βγάλουν πέρα στις δύσκολες εποχές. Ο κούρος δεν ήταν ποτέ μια απλή αγροτική δουλειά. Ήταν γιορτή, συνεργασία και αλληλοβοήθεια.

Ο Σωτήρης Σκεύης στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία της συμπαράστασης προς την οικογένεια, γράφοντας πως πέρα από τη χειρωνακτική βοήθεια, εκείνο που μετρά περισσότερο είναι να νιώθει κανείς πως δεν είναι μόνος στις δύσκολες στιγμές της ζωής. Και πράγματι, αυτό ήταν το μεγαλύτερο μήνυμα της ημέρας.

Το κούρο τελείωσε όπως τελείωναν πάντα τέτοιες δουλειές στο χωριό: με κουβέντες, αναμνήσεις και την ικανοποίηση πως όλοι έβαλαν το λιθαράκι τους. Μπορεί να έλειπε ο βασικός στύλος της οικογένειας, όπως χαρακτηριστικά σημείωσε ο Γιάννης Πριφτάκης, όμως γύρω από την Ελένη και τα παιδιά στάθηκαν συγγενείς, φίλοι και χωριανοί, αποδεικνύοντας πως οι δεσμοί της Καρίτσας παραμένουν δυνατοί.

Γιατί η καλύτερη τιμή για έναν άνθρωπο δεν είναι τα μεγάλα λόγια. Είναι να συνεχίζονται όσα αγάπησε. Κι όσο υπάρχουν άνθρωποι που στέκονται ο ένας δίπλα στον άλλο, ο Βασίλης θα παραμένει παρών στις μνήμες, στις κουβέντες και στις καρδιές όλων μας.

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

5 Ιουνίου 1944: Η Μαύρη Δευτέρα της Ζούπαινας

«Εκατόν πενήντα έξι σπίτια έγιναν στάχτη και είκοσι δύο αθώες ψυχές χάθηκαν. Η Ζούπαινα πλήρωσε με αίμα το τίμημα του πολέμου και της κατοχής.»

Υπάρχουν μέρες που χαράζονται βαθιά στη μνήμη ενός τόπου και δεν σβήνουν ποτέ, όσος καιρός κι αν περάσει. Για τη Ζούπαινα, τη σημερινή κοινότητα των Αγίων Αναργύρων, μια τέτοια μέρα ήταν η 5η Ιουνίου 1944, ανήμερα του Αγίου Πνεύματος.

Εκείνη τη μαύρη Δευτέρα, το μικρό χωριό στις δυτικές απολήξεις του Πάρνωνα γνώρισε τη φρίκη του ναζισμού. Μέσα σε λίγες ώρες άνθρωποι σφαγιάστηκαν, σπίτια παραδόθηκαν στις φλόγες και οικογένειες ξεκληρίστηκαν. Η Ζούπαινα έγινε ένα ακόμη μαρτυρικό χωριό της Λακωνίας, πληρώνοντας βαρύ τίμημα στα τελευταία και πιο σκληρά χρόνια της γερμανικής κατοχής.

Η μέρα που ήρθε το κακό

Τις πρωινές ώρες της 5ης Ιουνίου 1944, γερμανικά στρατεύματα επέστρεφαν από εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στον Πάρνωνα. Καθώς διέρχονταν από τη Ζούπαινα, δέχθηκαν πυροβολισμό στην έξοδο του χωριού, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί ένας Γερμανός στρατιώτης.

Το γεγονός αυτό στάθηκε η αφορμή για μια ανελέητη πράξη αντιποίνων. Οι ναζί επέστρεψαν στο χωριό με μανία εκδίκησης. Ακολούθησε ένα όργιο βίας που άφησε πίσω του νεκρούς, καμένα σπίτια και ανείπωτο πόνο. Άλλοι κάτοικοι κάηκαν μέσα στα σπίτια τους, άλλοι εκτελέστηκαν, ενώ αρκετοί δέχθηκαν φρικτά χτυπήματα με μαχαίρια.

Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων δεν εξακριβώθηκε ποτέ πλήρως. Οι μαρτυρίες μιλούν για 22 έως 27 νεκρούς. Το ληξιαρχικό αρχείο του χωριού κάηκε και μαζί του χάθηκαν πολύτιμα στοιχεία. Ωστόσο, στα αρχεία της Βουλής των Ελλήνων καταγράφονται τουλάχιστον 21 επιβεβαιωμένα ονόματα μαρτύρων της σφαγής.

Τα θύματα της θηριωδίας

Ανάμεσα στους νεκρούς βρίσκονταν γυναίκες, ηλικιωμένοι και παιδιά. Ολόκληρες οικογένειες ξεκληρίστηκαν μέσα σε λίγες ώρες.

Η θυσία αυτών των ανθρώπων δεν αποτελεί απλώς μια ιστορική καταγραφή. Είναι η ζωντανή μνήμη της Ζούπαινας. Είναι οι γιαγιάδες, οι μανάδες, οι κόρες και οι παππούδες που δεν γύρισαν ποτέ στα σπίτια τους.

Κάθε όνομα αποτελεί μια ξεχωριστή ιστορία ζωής που διακόπηκε βίαια εκείνη την αποφράδα ημέρα.

Οι Μάρτυρες της Ζούπαινας

Η ναζιστική θηριωδία της 5ης Ιουνίου 1944 άφησε πίσω της δεκάδες οικογένειες βυθισμένες στο πένθος. Αν και ο ακριβής αριθμός των θυμάτων δεν κατέστη ποτέ δυνατό να εξακριβωθεί πλήρως, στα αρχεία της Βουλής των Ελλήνων καταγράφονται τα ακόλουθα είκοσι ένα επιβεβαιωμένα θύματα του Ολοκαυτώματος της Ζούπαινας:

• Σοφία Αλεξανδρή
• Παναγιώτα Βλάχου
• Κωνσταντίνος Γεωργίτσος
• Άννα Γεωργίτσου
• Όλγα Γεωργίτσου
• Αντωνία Γεωργίτσου
• Σταμάτα Γεωργίτσου
• Κατήγκω Γεωργίτσου
• Ματούλα Γερασίμου
• Σοφία Γερασίμου
• Σταμάτα Γερασίμου
• Κασσιανή Κωστιάνη
• Γιαννούλα Κωστιάνη
• Κανέλλα Κωστιάνη
• Διαμάντω Κουτσοβίτη
• Αντωνία Κουμουτζή
• Αντωνία Λάσκαρη
• Μεταξία Πολίτη
• Σοφία Πλαγάκη
• Ιωάννης Μπενέκος
• Γαρουφαλιά Μπενέκου

Τα ονόματα αυτά δεν είναι απλώς μια καταγραφή σε κάποιο αρχείο. Είναι άνθρωποι που είχαν οικογένειες, όνειρα και καθημερινές ζωές. Ήταν μανάδες, παιδιά, παππούδες και γιαγιάδες, συγχωριανοί που βρέθηκαν στο δρόμο της ναζιστικής βαρβαρότητας και πλήρωσαν με τη ζωή τους το τίμημα του πολέμου. Η αναφορά των ονομάτων τους αποτελεί ελάχιστο φόρο τιμής και διασφαλίζει ότι η θυσία τους δεν θα λησμονηθεί ποτέ.

Η συγκλονιστική μαρτυρία του Γιώργη Κωστιάνη

Από τις πιο συγκλονιστικές μαρτυρίες που διασώθηκαν είναι εκείνη του Γεωργίου Αθ. Κωστιάνη, ο οποίος ήταν μόλις 22 ετών όταν αντίκρισε την καταστροφή.

Βρισκόταν στη Ζαραφώνα όταν είδε πυκνούς καπνούς να υψώνονται από τη Ζούπαινα.

«Έτρεξα, τα πόδια στο κεφάλι μου», θυμάται χαρακτηριστικά. Όταν έφτασε στη θέση Λοσταρά Στέρνα, αντίκρισε το χωριό να καπνίζει από τη μια άκρη ως την άλλη.

Μπαίνοντας στο χωριό συνάντησε εικόνες φρίκης. Νεκρούς στους δρόμους. Σφαγμένους συγχωριανούς. Σπίτια που ακόμη κάπνιζαν.

Όταν έφτασε στο πατρικό του σπίτι, βρήκε τη μητέρα του, Γιαννούλα, νεκρή στην αυλή.

Λίγο αργότερα άκουσε βογκητά από το κατώι. Εκεί βρήκε τη μικρή αδελφή του, την εντεκάχρονη Κασσιανή, βαριά τραυματισμένη.

Τα λόγια της έμειναν χαραγμένα στη μνήμη του για όλη του τη ζωή:

«Γιώργη, τη σκότωσαν τη μάνα... νερό... νερό, διψάω πολύ!»

Η μικρή δεν κατάφερε να σωθεί.

Την επόμενη μέρα οι χωριανοί έθαψαν τους νεκρούς τους σε ομαδικό τάφο.

«Πού να βρούμε κάσες; Όλα καμένα ήταν», θυμόταν αργότερα ο Γιώργης Κωστιάνης.

Στάχτη και ορφάνια

Το ανθρώπινο κόστος ήταν βαρύ. Είκοσι δύο άνθρωποι σφαγιάστηκαν, ανάμεσά τους παιδιά και γυναίκες, αρκετές σε κατάσταση εγκυμοσύνης.

Εξίσου καταστροφικό ήταν το πλήγμα στο ίδιο το χωριό.

Από τα 210 σπίτια της Ζούπαινας, τα 156 παραδόθηκαν στις φλόγες. Μαζί τους χάθηκαν οικοσκευές, εργαλεία, τρόφιμα, αργαλειοί, προίκες κοριτσιών και οι κόποι μιας ζωής. Ό,τι είχαν δημιουργήσει γενιές ανθρώπων έγινε στάχτη μέσα σε λίγες ώρες.

Για χρόνια μετά το ολοκαύτωμα οι κάτοικοι πάλευαν να ξαναστήσουν τα νοικοκυριά τους. Χωρίς υλικά και χωρίς μέσα, χρησιμοποιούσαν κεραμίδια από στάνες και λόντζες για να στεγάσουν ένα δωμάτιο και να προστατεύσουν τις οικογένειές τους από τον χειμώνα.

Η Ζούπαινα και η Εθνική Αντίσταση

Η Ζούπαινα δεν ήταν ένα τυχαίο χωριό στα χρόνια της Κατοχής.

Αποτελούσε σημαντικό κέντρο αντιστασιακής δράσης στην Ανατολική Λακωνία. Εκεί τυπώνονταν παράνομα έντυπα της Αντίστασης, όπως οι εφημερίδες «Εθνική Δράση», «Αλήθεια», «Αλληλεγγύη» και «Ελεύθερα Νιάτα». Στο χωριό κυκλοφόρησαν επίσης φυλλάδια που συνέγραψε ο Νίκος Μπελογιάννης κατά την παραμονή του στην περιοχή το 1943.

Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη δράση είχε ο ιερέας Χριστόφορος Μπενέκος, ο οποίος σύμφωνα με τις πηγές συντόνιζε τη λειτουργία του παράνομου τυπογραφείου και φύλαγε τον εξοπλισμό του. Για τη δράση του υπέστη διώξεις και βασανισμούς.

Από τη Ζούπαινα προέρχονταν επίσης δύο σημαντικές μορφές της Αντίστασης.

Ο γιατρός Λυκούργος Γιανούκος, γνωστός ως Μετερίζης, που πρωτοστάτησε στις οργανώσεις του ΕΑΜ και αργότερα σκοτώθηκε το 1949.

Και η δασκάλα Αθηνά Μπενέκου, μία από τις πλέον εμβληματικές μορφές της Εθνικής Αντίστασης στη Λακωνία, η οποία εκτελέστηκε στην Τρίπολη το 1948.

Λίγο πριν από την εκτέλεσή της έγραψε τους στίχους που έμειναν στην ιστορία:

«Κι αν σε ρωτήσει η μάνα μου
και πού ’ναι η θυγατέρα μου,
κάθεται σ’ όμορφη πλαγιά
και τραγουδάει τη λευτεριά.»

Η μνήμη που δεν σβήνει

Ογδόντα δύο χρόνια μετά, η μνήμη του Ολοκαυτώματος της Ζούπαινας παραμένει ζωντανή.

Δεν είναι μόνο οι αριθμοί. Δεν είναι μόνο τα καμένα σπίτια και οι καταγραφές των ιστορικών.

Είναι οι ιστορίες των ανθρώπων. Είναι η Γιαννούλα που έμεινε να προστατεύσει το σπίτι και τα τρόφιμα της οικογένειάς της. Είναι η μικρή Κασσιανή που δεν ήθελε να αποχωριστεί τη μητέρα της. Είναι οι γυναίκες που χάθηκαν, οι οικογένειες που έμειναν ορφανές και ένα χωριό που χρειάστηκε χρόνια για να σταθεί ξανά στα πόδια του.

Η Ζούπαινα συγκαταλέγεται στα μαρτυρικά χωριά της πατρίδας μας. Το Ολοκαύτωμα της 5ης Ιουνίου 1944 αποτελεί μία από τις πιο τραγικές σελίδες της ιστορίας της Λακωνίας.

Σήμερα, το χρέος μας δεν είναι μόνο να θυμόμαστε. Είναι να μεταδίδουμε την ιστορική αλήθεια στις νεότερες γενιές, ώστε τα ονόματα των θυμάτων, ο πόνος των επιζώντων και η θυσία της Ζούπαινας να μη χαθούν ποτέ στη λήθη.

Αιωνία τους η μνήμη. 

Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

Μαρτυρικό Χωριό: Ο Άγιος Δημήτριος Ζάρακα θυμάται, η Λακωνία δεν ξεχνά

Ήταν 4 Ιουνίου 1944


Ξημέρωνε σιγά σιγά.

Η κατοχή στην Ελλάδα, κάτω από τη γερμανική μπότα, απλωνόταν ακόμη και στα πιο απομακρυσμένα χωριά της πατρίδας μας.

Ο υπόκωφος θόρυβος των μηχανών των Ναζί ακουγόταν όλο και πιο καθαρά στα πρώτα σπίτια του Αϊ Δημήτρη.

Οι πόρτες και τα παντζούρια των παραθύρων άλλαξαν συνήθεια.

Αντί να δεχτούν το ξημέρωμα, έδωσαν τόπο στο σκοτάδι.

Οι μεγαλύτεροι πήραν στην αγκαλιά τους τα μικρά παιδιά και μούλωσαν στις γωνιές των δωματίων.

Η διαταγή ήταν ξεκάθαρη.

Σκοτώστε και κάψτε.

Γυναικείες φωνές άρχισαν να ακούγονται.

Και αμέσως το κροτάλισμα του όπλου σταματούσε.

Ύστερα ακουγόταν μόνο το παιδικό κλάμα από το διπλανό σπίτι.

Κι εκείνο σταματούσε απότομα, όταν άρχιζε να μιλά η καυτή σφαίρα.

Ο ήλιος δεν τολμούσε να φανεί στον ουρανό.

Ο μαύρος καπνός που έβγαινε από τα σπίτια έγινε εκείνη την ημέρα ο αφέντης του χωριού.

Αγοριών και κοριτσιών.

Γυναικών και αντρών.

Είκοσι ενός ανθρώπων το αίμα κύλησε και έβαψε το χώμα του Αϊ Δημήτρη.

Το χωριό, ένα αποκαΐδι.

Και τα μαύρα ντουβάρια, βουβοί μάρτυρες.

Στέκουν ακόμη και σήμερα και μαρτυρούν τις απάνθρωπες πράξεις του Γερμανού κατακτητή.

Μαρτυρούν τον πόνο.

Μαρτυρούν τη φωτιά.

Μαρτυρούν τον θάνατο.

Μα πάνω απ’ όλα, μαρτυρούν τη μνήμη.

Ήταν 4 Ιουνίου 1944.

Τιμώντας τη Μνήμη

Σήμερα, Κυριακή 7 Ιουνίου, ο Άγιος Δημήτριος Ζάρακα τιμά τη μνήμη των θυμάτων του Ολοκαυτώματος του χωριού, συμπληρώνοντας ογδόντα δύο χρόνια από τη ναζιστική θηριωδία της 4ης Ιουνίου 1944, μία από τις πιο σκοτεινές και τραγικές σελίδες της νεότερης ιστορίας της Λακωνίας.

Με αφορμή την επέτειο, ο Δήμος Ευρώτα και η Δημοτική Κοινότητα Αγίου Δημητρίου καλούν τους πολίτες να συμμετάσχουν στις εκδηλώσεις μνήμης που πραγματοποιούνται σήμερα, αποτίοντας φόρο τιμής στα αθώα θύματα της ναζιστικής βαρβαρότητας που σημάδεψε ανεξίτηλα τον τόπο και τους ανθρώπους του. Η παρουσία όλων αποτελεί έναν ελάχιστο φόρο ευγνωμοσύνης προς εκείνους που έχασαν τη ζωή τους και μια υπόσχεση ότι η θυσία τους δεν θα λησμονηθεί ποτέ.

Η πρώτη επέτειος ως Μαρτυρικό Χωριό

Η φετινή επέτειος αποκτά ξεχωριστή σημασία, καθώς είναι η πρώτη που τελείται μετά την επίσημη αναγνώριση του Αγίου Δημητρίου ως Μαρτυρικού Χωριού της Ελλάδας. Πρόκειται για μια ιστορική δικαίωση που αναγνωρίζει τη θυσία των κατοίκων και τη βαριά παρακαταθήκη που άφησαν στις επόμενες γενιές.

Η αναγνώριση αυτή δεν αποτελεί μόνο τιμή για τους νεκρούς. Αποτελεί και μια έμπρακτη υπενθύμιση ότι η ιστορική μνήμη παραμένει ζωντανή και ότι τα εγκλήματα κατά αμάχων δεν μπορούν ποτέ να σβηστούν από τη συλλογική συνείδηση.

Η μαύρη Κυριακή της 4ης Ιουνίου 1944

Η 4η Ιουνίου 1944 χαράχτηκε ανεξίτηλα στη μνήμη της Λακωνίας. Στο πλαίσιο των σκληρών αντιποίνων που εξαπέλυσε η γερμανική διοίκηση στην Πελοπόννησο μετά την εξόντωση του Γερμανού υποστρατήγου των SS Franz Krech κοντά στους Μολάους, ισχυρές κατοχικές δυνάμεις εισέβαλαν στον Άγιο Δημήτριο.

Οι περισσότεροι άνδρες του χωριού, γνωρίζοντας ότι επίκειται επιδρομή, είχαν καταφύγει στα γύρω βουνά. Στα σπίτια είχαν απομείνει κυρίως γέροντες, γυναίκες και παιδιά. Εκείνη την Κυριακή, ο θάνατος σκέπασε το χωριό.

Είκοσι ένας αθώοι κάτοικοι εκτελέστηκαν εν ψυχρώ. Ανάμεσά τους βρίσκονταν γυναίκες, ηλικιωμένοι, μικρά παιδιά και ακόμη ένα βρέφος. Ήταν ένα προμελετημένο έγκλημα που άφησε πίσω του μόνο θρήνο και σιωπή.

Στάχτη και ερείπια

Η ανθρώπινη τραγωδία συνοδεύτηκε από πρωτοφανή καταστροφή. Σχεδόν ολόκληρος ο Άγιος Δημήτριος παραδόθηκε στις φλόγες. Διακόσια ενενήντα πέντε σπίτια κάηκαν ολοσχερώς, μετατρέποντας το 98% του χωριού σε αποκαΐδια. Η καταστροφή δεν άφησε ανέπαφη ούτε την εκκλησία του χωριού.

Το Ολοκαύτωμα του Αγίου Δημητρίου δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό. Αποτέλεσε μέρος της ισοπεδωτικής πολιτικής αντιποίνων που εφαρμόστηκε σε ολόκληρη την Πελοπόννησο, όταν ο άμαχος πληθυσμός βρέθηκε στο στόχαστρο των κατοχικών δυνάμεων. Οι ίδιες διαταγές οδήγησαν σε εκτελέσεις και καταστροφές σε πολλές περιοχές της χώρας, αφήνοντας πίσω τους εκατοντάδες θύματα.

Από τις στάχτες στην αναγέννηση

Όταν οι γερμανικές δυνάμεις αποχώρησαν, οι κάτοικοι επέστρεψαν από τα γύρω βουνά για να αντικρίσουν έναν τόπο βιβλικής καταστροφής. Πρώτα έθαψαν τους νεκρούς τους και ύστερα άρχισαν τον δύσκολο αγώνα της επιβίωσης.

Με πείσμα, αλληλεγγύη και βαθιά πίστη στον τόπο τους, ξαναέχτισαν τα σπίτια τους, καλλιέργησαν ξανά τη γη τους και κατάφεραν να παραδώσουν στις επόμενες γενιές ένα ζωντανό και περήφανο χωριό. Ο Άγιος Δημήτριος έγινε σύμβολο αντοχής, αξιοπρέπειας και δύναμης ψυχής.

Μια μνήμη κοινή για τα χωριά του Πάρνωνα

Για εμάς τους Καριτσιώτες, ο Άγιος Δημήτριος δεν είναι απλώς ένα γειτονικό χωριό. Είναι ένας τόπος με τον οποίο μας συνδέουν συγγένειες, φιλίες, κοινές παραδόσεις και η ίδια αγάπη για τη λακωνική γη.

Οι μνήμες εκείνου του καλοκαιριού του 1944 δεν ανήκουν μόνο στον Άγιο Δημήτριο. Αποτελούν κομμάτι της κοινής ιστορίας των χωριών του Πάρνωνα και ολόκληρης της Λακωνίας. Μας θυμίζουν το βαρύ τίμημα που πλήρωσαν οι προηγούμενες γενιές για την ελευθερία και την αξιοπρέπεια του τόπου μας.

Το χρέος της μνήμης

Ογδόντα δύο χρόνια μετά, ο Άγιος Δημήτριος δεν ζητά εκδίκηση. Ζητά μνήμη.

Μνήμη για τους είκοσι έναν αθώους νεκρούς. Μνήμη για τα παιδιά που δεν πρόλαβαν να μεγαλώσουν. Μνήμη για τα σπίτια που έγιναν στάχτη και για τις οικογένειες που βρέθηκαν ξαφνικά χωρίς χωριό και χωρίς καταφύγιο.

Η θυσία των κατοίκων του Αγίου Δημητρίου αποτελεί διαρκές σύμβολο αντίστασης, αξιοπρέπειας και αγώνα για την ελευθερία. Ταυτόχρονα, μας υπενθυμίζει την αξία της ειρήνης, της δημοκρατίας και του σεβασμού της ανθρώπινης ζωής.

Τα Καριτσιώτικα Νέα ενώνουν τη φωνή τους με ολόκληρη τη Λακωνία και αποτίουν φόρο τιμής στα αθώα θύματα του Ολοκαυτώματος του Αγίου Δημητρίου Ζάρακα.

Αιωνία τους η μνήμη.

Τρίτη 26 Μαΐου 2026

Η κοιλάδα του Σο(υ)ρμπάνου: Ένα χαμένο σταυροδρόμι ζωής ανάμεσα στην Καρίτσα, τον Κοσμά και το Γεράκι


Μέσα στις αγκαλιές του Πάρνωνα, εκεί όπου οι κορφές της Τσούκας, του Ελατιά, του Μαζαρακιού, της Μπερκιάς και του Κούμαρου στέκουν σαν πέτρινοι φύλακες αιώνων, απλώνεται η κοιλάδα του Σο(υ)ρμπάνου. Ένας τόπος άγριος και συνάμα ήμερος, γεμάτος μνήμες, ιδρώτα, ξεχασμένα όνειρα και σιωπές που ακόμη μοιάζουν να μιλούν.

Ο Σωτήρης Σκεύης μάς ταξιδεύει ξανά

Και μέσα από τις φωτογραφίες και τα συγκινητικά σχόλιά του, ο Σωτήρης Σκεύης συνεχίζει για ακόμη μία φορά να μας μαγεύει και να μας συγκινεί μαζί. Με τη νέα του φωτογραφική περιπλάνηση στη σειρά «Ο Πάρνωνας και τα χωριά του», δεν παρουσιάζει απλώς όμορφα τοπία. Ξεδιπλώνει μπροστά μας έναν ολόκληρο κόσμο που χάνεται, μα αρνείται να σβήσει από τη μνήμη.

Μέσα από 20 φωτογραφίες γεμάτες φως, πέτρα, εγκαταλειμμένα μονοπάτια, ξερολιθιές και ανθισμένα δέντρα, ανασταίνεται η ζωή μιας κοιλάδας που κάποτε έσφυζε από ανθρώπους, κοπάδια και καλλιέργειες.

Η κοιλάδα του μόχθου και της επιβίωσης

Η κοιλάδα του Σο(υ)ρμπάνου υπήρξε για δεκαετίες χειμερινό καταφύγιο των γιδοπροβάτων των κτηνοτρόφων του Κοσμά, αλλά και τόπος καλλιέργειας για πολλές οικογένειες της Καρίτσας. Εκεί, σε κάθε σπιθαμή γης, οι άνθρωποι πάλευαν να βγάλουν ψωμί από το χώμα. Στάρι, καλαμπόκι, κριθάρι, ρεβίθια, φακές και βίκος σπέρνονταν σε χωράφια που σήμερα έχουν παραδοθεί στην αγριάδα της φύσης και στη σιωπή του χρόνου.

Η φύση συνεχίζει τον δικό της δρόμο

Κι όμως, όπως τόσο όμορφα αφήνει να φανεί ο Σωτήρης Σκεύης, η φύση συνεχίζει ακούραστα το έργο της. Τα δέντρα ανθίζουν ακόμη, αδιαφορώντας για την ερήμωση και τη φυγή των ανθρώπων. Εκεί όπου άλλοτε ακούγονταν φωνές, κουδούνια ζώων και χτυπήματα εργαλείων, σήμερα ακούγεται μονάχα ο αέρας του Πάρνωνα.

Σπίτια και πέτρες που ακόμη θυμούνται

Ανάμεσα στις φωτογραφίες ξεχωρίζουν παλιά μαντριά, πέτρινα σπίτια και ξερολιθιές που στέκουν ακόμη όρθια, σαν πεισματάρηδες φρουροί μιας άλλης εποχής. Σπίτια με φούρνο, αυλή και μαντρότοιχο, φτιαγμένα με κόπο και μεράκι από ανθρώπους που έζησαν δύσκολα αλλά τίμια. Οι ένοικοί τους χάθηκαν, οι απόγονοι έφυγαν για πιο εύκολες πολιτείες, όμως οι πέτρες μένουν ακόμη εκεί να θυμίζουν.

«Δυστυχώς τα υλικά αντικείμενα υπάρχουν όσο υπάρχουν και άνθρωποι…» γράφει χαρακτηριστικά ο Σωτήρης Σκεύης. Και μέσα σε αυτή τη λιτή φράση χωρά ολόκληρη η μοίρα της ελληνικής υπαίθρου.

Το όνειρο του λατομείου που δεν ευοδώθηκε

Ιδιαίτερη συγκίνηση προκαλεί και η προσωπική του αναφορά στον πατέρα του, Χρήστο Π. Σκεύη, γνωστό ως «Καλαντζή» ή «Κουλουρά». Τη δεκαετία του 1960, μαζί με άλλους συνεταίρους, προσπάθησαν να ανοίξουν λατομείο μαρμάρου στις ρίζες της Τσούκας, μέσα στην κοιλάδα. Όμως η έλλειψη χρημάτων γκρέμισε το όνειρό τους πριν προλάβει να στεριώσει. Άλλο ένα όνειρο ανθρώπων του μόχθου που πάλεψαν να αλλάξουν τη ζωή τους, μα τους νίκησαν οι δυσκολίες της εποχής.

Τα τοπωνύμια που κρατούν ζωντανή τη μνήμη

Μέσα στα όρια της κοιλάδας επιζούν ακόμη παλιά τοπωνύμια που κουβαλούν ιστορίες αιώνων, Λογγάρι, Πετράκια, Κατσογιάννη, Σκαλίτσα, Νεραϊδόβρυση, Γούναρη, Ρουπακόλακκα, Λαμπραίικες στέρνες. Ονόματα που κάποτε ακούγονταν καθημερινά από στόμα σε στόμα και σήμερα μοιάζουν περισσότερο με ψίθυρους μνήμης.

Η παράξενη ιστορία του ονόματος Σο(υ)ρμπάνος

Ακόμη και η ίδια η ονομασία Σο(υ)ρμπάνος κουβαλά τη δική της λαϊκή ιστορία. Σύμφωνα με την καταγραφή, πιθανότατα προέρχεται από τη σλάβικη λέξη surbân και το επώνυμο Σούρπης, με ρίζα από το τουρκικό sürp, δηλαδή «πιοτό». Με την κατάληξη «-άνος», η ερμηνεία οδηγεί χαριτολογώντας στον «πολύ πότη», κάνοντας έτσι την κοιλάδα του Σο(υ)ρμπάνου να σημαίνει περίπου «η κοιλάδα του μπεκρή».

Ο μικρός οικισμός Βελωτά

Στην καρδιά της κοιλάδας βρίσκεται ακόμη ο μικρός κτηνοτροφικός οικισμός Βελωτά, στα 470 μέτρα υψόμετρο, ένας σιωπηλός μάρτυρας μιας άλλης εποχής που αργοσβήνει.

Ένα άλμπουμ που γίνεται προσκύνημα μνήμης

Το νέο αυτό άλμπουμ του Σωτήρη Σκεύη δεν είναι απλώς μια σειρά φωτογραφιών. Είναι ένα ταξίδι ψυχής. Ένα προσκύνημα μνήμης στα ξεχασμένα μέρη του Πάρνωνα και στους ανθρώπους που τα κράτησαν ζωντανά με τον ιδρώτα και την επιμονή τους.

Και ίσως γι’ αυτό οι φωτογραφίες και τα κείμενά του αγγίζουν τόσο βαθιά τον κόσμο. Γιατί πίσω από κάθε εικόνα δεν βλέπεις μόνο βουνά και πέτρες. Βλέπεις ζωές. Βλέπεις την παλιά Ελλάδα που χάνεται σιγά σιγά, αλλά συνεχίζει ακόμη να ανασαίνει μέσα από τη μνήμη, την παράδοση και ανθρώπους σαν τον Σωτήρη Σκεύη που δεν την αφήνουν να σβήσει.

Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

Ζακ Ντάνιελ Ζαβάντα (2001-2026)

Με βαθιά θλίψη πληροφορηθήκαμε τον άδικο και ξαφνικό χαμό του αγαπημένου μας νέου, Ζακ Ντάνιελ Ζαβάντα, που έφυγε τόσο πρόωρα από τη ζωή στον Καναδά, σε ηλικία μόλις 24 ετών.

Ο Ζακ ήταν ο πολυαγαπημένος γιος της Πατ Χαγιά και του Ρούντι Ζαβάντα, εγγονός του Παναγιώτη και της Αλεξάνδρας Χαγιά, που ξενιτεύτηκαν στον Καναδά στις αρχές της δεκαετίας του 1960, κουβαλώντας πάντα μέσα τους την αγάπη για την πατρίδα και την Καρίτσα.

Όπως έγραψε και η τοπική εφημερίδα “The Rocky Mountain Outlook”, ο Ζακ ήταν «μια καλή και τρυφερή ψυχή με μεγάλη καρδιά». Ένα παιδί ήσυχο, καλοσυνάτο και γλυκομίλητο, που ζούσε τη ζωή με τον δικό του ήρεμο και αληθινό τρόπο, βρίσκοντας χαρά στα μικρά και απλά πράγματα.

Αγαπούσε βαθιά τη φύση και τα βουνά του Καναδά. Του άρεσαν το σκι, το τρέξιμο και οι πεζοπορίες, ενώ στα μονοπάτια και στον καθαρό αέρα ένιωθε, όπως έλεγαν όσοι τον γνώριζαν, πραγματικά ελεύθερος και γαλήνιος. Με την ήσυχη παρουσία και τη λεπτή του ψυχή θύμιζε στους ανθρώπους γύρω του να σταματούν λίγο, να εκτιμούν τη στιγμή και να κρατούν κοντά τους όσα έχουν αληθινή αξία.

Η τραγική απώλειά του βύθισε στο πένθος τους γονείς του, τ’ αδέλφια του, όλη την οικογένεια Χαγιά και Ζαβάντα, συγγενείς και φίλους στον Καναδά, την Ελλάδα και την Αυστραλία.

Στην οικογένειά του και σε όλους τους συγγενείς εκφράζουμε τα πιο θερμά και ειλικρινή μας συλλυπητήρια.

Αιωνία του η μνήμη.

Τρίτη 12 Μαΐου 2026

Η Ζωγραφική του Κώστα Γιαννακούρα: «Άτιτλο έργο»

«Μερικές φορές η τέχνη δεν χρειάζεται τίτλο. Αρκεί μια σιωπή, ένα φως και μια ανάσα για να μιλήσει κατευθείαν στην ψυχή.»

Ο Κώστας Γιαννακούρας υπηρέτησε στο χωριό μας για τέσσερα αξέχαστα χρόνια τη δεκαετία του 1970, αφήνοντας πίσω του μια παρουσία που ακόμη και σήμερα μνημονεύεται με αγάπη και σεβασμό. Ήταν ένας δάσκαλος που αγκάλιασε τον τόπο μας σαν δικό του, αγάπησε τα παιδιά με αληθινό ενδιαφέρον και αφιερώθηκε με ψυχή και καρδιά στη μόρφωση και την καλλιέργειά τους.

Με ευαισθησία, καλοσύνη και δημιουργικό πνεύμα, έδωσε στους μαθητές του χώρο να ονειρεύονται, να εκφράζονται και να πιστεύουν στις δυνατότητές τους. 

Η παρουσία του στο χωριό υπήρξε πολύτιμη και βαθιά ανθρώπινη, ένα ζωντανό παράδειγμα της δύναμης που μπορεί να έχει ένας δάσκαλος στις ζωές των ανθρώπων και ιδιαίτερα των παιδιών.

Σήμερα, ο Κώστας απολαμβάνει τη συνταξιοδότησή του και τα «Καριτσιώτικα Νέα» έχουν τη χαρά και την τιμή να παρουσιάζουν στιγμές από την καλλιτεχνική του διαδρομή, όπως αυτή αποτυπώνεται μέσα από τα έργα του.

Στο σημερινό μας αφιέρωμα φιλοξενούμε ένα ιδιαίτερα ατμοσφαιρικό και συμβολικό έργο του, ακόμη χωρίς τίτλο, ζωγραφισμένο με ακρυλικά χρώματα.

Μέσα από τη βαθιά αντίθεση φωτός και σκιάς, το έργο μοιάζει να αιχμαλωτίζει μια στιγμή ανάμεσα στην ανάσα και στη σιωπή. Η ανθρώπινη μορφή, αποδομένη σαν σκιά απέναντι στο γαλάζιο φως, στέκεται σχεδόν μυσταγωγικά απέναντι στα λεπτεπίλεπτα άνθη που αιωρούνται σαν μικροί ήλιοι ή σαν εύθραυστες αναμνήσεις της φύσης.

Το πρόσωπο μοιάζει έτοιμο να φυσήξει, να αγγίξει ή ίσως να συνομιλήσει με το φως. Τα δάχτυλα, λεπτά και εκφραστικά, θυμίζουν χειρονομία δημιουργίας, σαν να κρατούν κάτι πολύτιμο και φευγαλέο πριν αυτό χαθεί στον αέρα.

Υπάρχει στο έργο μια αίσθηση εσωτερικότητας και περισυλλογής. Μια ήρεμη συνομιλία ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση, ανάμεσα στη σκιά και στο φως, ανάμεσα στη μνήμη και στη στιγμή.

Ίσως γι’ αυτό το έργο να μην χρειάζεται τίτλο. Γιατί αφήνει τον καθένα να δει μέσα του κάτι δικό του. Ένα όνειρο, μια ανάμνηση, μια ανάσα ζωής.

Απολαύστε το.

Ακολουθεί και η δική μας επιλογή από μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά και αξιόλογα έργα του Κώστα Γιαννακούρα, δημιουργημένα με αγάπη, ευαισθησία και έμπνευση, από τότε μέχρι σήμερα.


Σάββατο 9 Μαΐου 2026

Αντώνης και Κατίνα Κατσάμπη: Άνθρωποι που κράτησαν το βάρος της ζωής με αξιοπρέπεια

Γράφει η Μαρία Μαλαβάζου

Πρόεδρος Τ.Κ. Καρίτσας

«Πίσω από κάθε ρυτίδα κρύβεται μια ζωή γεμάτη αγώνα, αξιοπρέπεια και αγάπη για τον τόπο και τους ανθρώπους του.»

Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που δεν χρειάζονται πολλά λόγια για να καταλάβεις ποιοι είναι και τι κουβαλούν μέσα τους. Το βλέπεις στο πρόσωπό τους, στο βλέμμα, στον τρόπο που στέκονται ήσυχα και αγέρωχα μέσα στον χρόνο. Άνθρωποι απλοί, μα γεμάτοι αξιοπρέπεια, φιλότιμο, καθήκον και καρδιά.

Στις σημερινές φωτογραφίες βλέπουμε τον Αντώνη Κατσάμπη μαζί με τη σύζυγό του Κατίνα, δυο ανθρώπους που κουβαλούν πίσω τους μια ολόκληρη διαδρομή ζωής, γεμάτη αγώνα, θυσίες και μνήμες μιας άλλης εποχής.

Ανάμεσα στις εικόνες ξεχωρίζουν τα παράσημα, οι τιμητικές διακρίσεις και οι παλιές φωτογραφίες από τα χρόνια της υπηρεσίας του, μαζί με την αναγνώριση για τη συμμετοχή του στον Πόλεμο της Κορέας. Μαρτυρίες μιας γενιάς που γνώρισε δύσκολα χρόνια, μεγάλες ευθύνες και στερήσεις, χωρίς ποτέ να ζητήσει ανταλλάγματα ή να κάνει θόρυβο για όσα πρόσφερε.

Κι όμως, πίσω από τα παράσημα και τις στολές, μένει πάντα ο άνθρωπος του χωριού. Ο οικογενειάρχης. Ο σύζυγος. Ο πατέρας και ο συγχωριανός που έζησε με τιμή και κράτησε μέσα του τις αξίες εκείνης της παλιάς εποχής, τότε που ο λόγος είχε βάρος και ο σεβασμός δεν χρειαζόταν πολλές εξηγήσεις.

Οι φωτογραφίες αυτές δεν είναι απλώς παλιές αναμνήσεις. Είναι μικρά κομμάτια της συλλογικής μας ιστορίας. Είναι μια υπενθύμιση πως πίσω από κάθε ηλικιωμένο πρόσωπο κρύβεται μια ζωή γεμάτη κόπο, ευθύνη, αγάπη και προσφορά.

Με βαθιά εκτίμηση και σεβασμό σε τέτοιους ανθρώπους, στέλνουμε κι εμείς τους πιο θερμούς χαιρετισμούς μας στον Αντώνη και την Κατίνα Κατσάμπη, από την Καρίτσα ως όπου χτυπά καρδιά χωριανού.

«Η μνήμη του χωριού δεν κρατιέται μοναχή της»

Με συγκίνηση και λόγια καρδιάς, ο Δημήτρης Κατσάμπης θέλησε κι εκείνος να εκφράσει δημόσια την ευγνωμοσύνη και την αγάπη του προς τον Αντώνη και την Κατίνα, για όσα πρόσφεραν όλα αυτά τα χρόνια στον τόπο και στην ιστορία του χωριού μας.

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Θα ήθελα να εκφράσω μέσα από την καρδιά μου ένα μεγάλο ευχαριστώ στον πολύ καλό μου φίλο, τον Αντώνη, για την ανεκτίμητη βοήθεια και τη μεγάλη προσφορά του στην καταγραφή και διάσωση της ιστορίας του χωριού μας.»

Και συνεχίζει με λόγια γεμάτα εκτίμηση:

«Με ανοιχτή καρδιά, μεράκι και βαθύ σεβασμό στις μνήμες και στα βιώματα των προγόνων μας, στάθηκε όλα αυτά τα χρόνια ένας ακούραστος εργάτης της μνήμης και της παράδοσης του τόπου μας.»

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στην αγαπητή Κατίνα, που στάθηκε δίπλα του σε όλη αυτή την πορεία:

«Και οι δυο τους, με τον δικό τους όμορφο τρόπο, πρόσφεραν κάτι πολύτιμο στο χωριό μας και στις επόμενες γενιές, κρατώντας ζωντανή την ιστορία και την ψυχή του τόπου μας.»

Ένα μικρό χρέος τιμής

Σε εποχές που πολλά αλλάζουν και οι παλιές μνήμες σιγά σιγά λιγοστεύουν, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που κρατούν άσβεστη τη φλόγα της ιστορίας και της παράδοσης. Άνθρωποι που χωρίς φωνές και χωρίς επιδείξεις αφήνουν πίσω τους έργο, παράδειγμα και ψυχή.

Κι ίσως τελικά αυτό να είναι το μεγαλύτερο παράσημο απ’ όλα. Να σε θυμάται ο τόπος σου με αγάπη και σεβασμό.

Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

Έργα του Αντώνη Μαλαβάζου: «Ο Φυσικός Κόσμος»

«Μέσα στη φύση όλα αναπνέουν, όλα συνδέονται, κι ακόμη το πιο μικρό φύλλο κουβαλά τη δική του ιστορία ζωής.»

Κάθε τόσο, τα «Καριτσιώτικα Νέα» φιλοξενούν ένα ξεχωριστό έργο του Αντώνη Μαλαβάζου, του ταλαντούχου καλλιτέχνη από το χωριό μας. Μέσα από αυτή τη σειρά, θέλουμε να φέρουμε το κοινό πιο κοντά στον κόσμο του Αντώνη και να μοιραστούμε την έμπνευση και τη φαντασία που ξεπηδούν μέσα από τη δουλειά του.

Το σημερινό έργο, με τίτλο «Ο Φυσικός Κόσμος», είναι μια ζωντανή ωδή στη δύναμη και την ομορφιά της φύσης. Πάνω στην κομψή επιφάνεια του αγγείου, ξεδιπλώνονται οργανικές μορφές που θυμίζουν φύλλα, κλαδιά, άνθη και τροπική βλάστηση, όλα δεμένα μεταξύ τους μέσα σε μια πανδαισία χρωμάτων. Το βαθύ μπλε, το ζωηρό πράσινο, οι κόκκινες και χρυσές πινελιές δημιουργούν την αίσθηση πως η ίδια η φύση κινείται και αναπνέει επάνω στο έργο.

Οι χαρακτηριστικές λεπτομέρειες και οι διακοσμητικές κουκκίδες του Αντώνη προσδίδουν ρυθμό και ζωντάνια, ενώ η φόρμα του αγγείου θυμίζει αντικείμενο βγαλμένο από κάποιον παλιό, ονειρικό κόσμο. Το έργο αποπνέει αρμονία, ενέργεια και μια βαθιά σύνδεση με τη γη και το φυσικό περιβάλλον. Είναι ένας ύμνος στη ζωή και στη διαρκή κίνηση της φύσης, εκεί όπου κάθε χρώμα και κάθε γραμμή μοιάζουν να αφηγούνται τη δική τους ιστορία.

Τα έργα του Αντώνη προωθούνται υπό το εμπορικό σήμα "Adoni Art By Tony". Αν ενδιαφέρεστε να αποκτήσετε προσαρμοσμένα καλλιτεχνικά έργα του, μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί του μέσω email στο andonimalavazos@gmail.com.

Ανακαλύψτε τη γοητεία των έργων του Αντώνη και ξεκινήστε ένα μοναδικό καλλιτεχνικό ταξίδι!

Τα έργα του Αντώνη προωθούνται υπό το εμπορικό σήμα "Adoni Art By Tony". Αν ενδιαφέρεστε να αποκτήσετε προσαρμοσμένα καλλιτεχνικά έργα του, μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί του μέσω email στο andonimalavazos@gmail.com.

Ανακαλύψτε τη γοητεία των έργων του Αντώνη και ξεκινήστε ένα μοναδικό καλλιτεχνικό ταξίδι!

Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Η τέχνη του αργαλειού σώθηκε στο Γεράκι

Γράφει ο Άγγελος Αγγελίδης
Ελεύθερος Τύπος
14 Απρίλη 2026

«Υφαίνω από την ηλικία των 20 χρόνων, σχεδόν μισό αιώνα. Το 2020 ήμουν η τελευταία υφάντρα στο χωριό. Η τέχνη του χωριού κινδύνευε με αφανισμό»  

Στην «καρδιά» της λακωνικής γης, εκεί όπου οι πλαγιές του Πάρνωνα συναντούν την Ιστορία, το Γεράκι στέκει ως ένας ζωντανός φάρος πολιτισμού.

Όμως, πίσω από την πέτρινη γοητεία του οικισμού, μια δύσκολη πραγματικότητα εξελισσόταν αθόρυβα τα τελευταία χρόνια: η υφαντική τέχνη, ένας κώδικας επιβίωσης και έκφρασης που μεταφερόταν από γενιά σε γενιά για χιλιετίες, βρέθηκε στο χείλος του οριστικού αφανισμού. Το 2020, η κατάσταση είχε φτάσει σε οριακό σημείο. Σε ένα χωριό που κάποτε δέσποζε στην παγκόσμια υφαντική δημιουργία, είχε απομείνει μία και μοναδική ενεργή υφάντρα. Η τέχνη σώθηκε κυριολεκτικά στο «παρά πέντε».

Η ιστορία της διάσωσης αρχίζει από την αγωνία των ίδιων των κατοίκων. Η 67χρονη Χρυσούλα Σταματοπούλου, υφάντρα και σήμερα δασκάλα στη Δομή Υφαντικής, περιγράφει στον «Ε.Τ.»: «Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Γεράκι. Υφαίνω από την ηλικία των 20 χρόνων, σχεδόν μισό αιώνα. Το 2020 ήμουν η τελευταία υφάντρα στο χωριό. Η τέχνη του χωριού κινδύνευε με αφανισμό». Η διαπίστωση λειτούργησε ως συναγερμός. Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Γερονθρών δεν έμεινε θεατής. Απευθύνθηκε στην Αντιπεριφέρεια Λακωνίας, ζητώντας μια θεσμική λύση που θα ξεπερνούσε τα στενά όρια μιας απλής επιδότησης. Η ανταπόκριση ήταν άμεση και ουσιαστική. Με τη χρηματοδότηση της Περιφέρειας Πελοποννήσου, την υποστήριξη του Δήμου Ευρώτα που διέθεσε τον χώρο και τη συνεργασία με τον Αναπτυξιακό Οργανισμό Πάρνωνα ιδρύθηκε το 2021 η πειραματική «Δομή διδασκαλίας της υφαντικής τέχνης».

Η επιτυχία υπήρξε εκρηκτική. «Μέχρι σήμερα έχουν εκπαιδευτεί περισσότερα από 80 άτομα, μεταξύ των οποίων και πέντε άνδρες», σημειώνει η κ. Σταματοπούλου, υπογραμμίζοντας ότι το γεγονός ότι άνδρες κάθονται πλέον στον αργαλειό δείχνει την κοινωνική μετατόπιση και την επανεκτίμηση της χειροτεχνίας ως επάγγελμα και όχι μόνο ως οικιακή απασχόληση. Η φήμη του Γερακίου ξεπέρασε τα σύνορα της Λακωνίας. Εκπαιδευόμενοι από την Πορτογαλία, τη Γαλλία και την Αγγλία ταξίδεψαν στο χωριό για να μάθουν τα μυστικά του όρθιου αργαλειού. Εντυπωσιακή είναι η περίπτωση ενός Αυστραλού με ελληνικές ρίζες, ο οποίος, αφού ολοκλήρωσε την εκπαίδευσή του, επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου πλέον υφαίνει και εμπορεύεται τα δικά του έργα, διαδίδοντας τη γερακίτικη τέχνη στην άλλη πλευρά του πλανήτη.

Αυτό που κάνει το Γεράκι να ξεχωρίζει παγκοσμίως είναι η χρήση του όρθιου ή ορθού αργαλειού. Δεν πρόκειται για μια απλή μηχανή, αλλά για ένα εργαλείο που η μορφή του παραμένει σχεδόν αναλλοίωτη από την αρχαιότητα. Ο όρθιος αργαλειός, που απεικονίζεται σε αιγυπτιακές τοιχογραφίες πριν από 3.500 χρόνια και σε βυζαντινά χειρόγραφα όπως το «Βιβλίο του Ιώβ», βρήκε στο Γεράκι το τελευταίο του οχυρό. Η κατασκευή του νέου εξοπλισμού για τη Δομή αποτέλεσε από μόνη της μια πράξη αναβίωσης. Γερακίτες ξυλουργοί και σιδεράδες επιστρατεύτηκαν για να φτιάξουν τους αργαλειούς και τα παραδοσιακά χτένια, διασφαλίζοντας ότι η τεχνογνωσία κατασκευής του οργάνου δεν θα χανόταν μαζί με την τεχνική της ύφανσης. Η υφάντρα στον όρθιο αργαλειό εργάζεται καθιστή, ενώ το στημόνι ιδιάζεται (τοποθετείται) κάθετα γύρω από δύο οριζόντια δοκάρια.

Τα κιλίμια του Γερακίου είναι χειροποίητοι τάπητες που ξεχωρίζουν για τον πολύπλοκο φυτικό και γεωμετρικό διάκοσμο. Τα νήματα, παραδοσιακά μάλλινα από τα κοπάδια της περιοχής, βάφονταν με φυτικές βαφές από τον Πάρνωνα, όπως ο μέλεγος για το μαύρο και η φλούδα καρυδιού για το καφέ.

Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Γερονθρών και οι τοπικοί φορείς στοχεύουν στη δημιουργία ενός Μουσείου Υφαντικής και στην πλήρη καταγραφή-τεκμηρίωση της παράδοσης. Η συνεργασία που ξεκίνησε το 2022 με τα Κέντρα του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος (ΙΣΝ) στα Πανεπιστήμια UCLA (Λος Αντζελες) και Simon Fraser (Βανκούβερ) ανοίγει νέους ορίζοντες έρευνας.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Γεώργιος Ροζακλής (1949–2026)

Έφυγε από κοντά μας ο αγαπητός συγχωριανός Γεώργιος Ροζακλής, που εκοιμήθη ήσυχα τη Δευτέρα 13 Απριλίου 2026, ετών 76, στην Αδελαΐδα, ύστερα από μακρόχρονη ασθένεια.

Ο Γιώργος γεννήθηκε στην Καρίτσα στις 3 Σεπτεμβρίου 1949. Σε ηλικία 24 ετών πήρε τον δρόμο της μετανάστευσης και έφτασε στην Αυστραλία στις 30 Δεκεμβρίου 1973. Η νεαρή σύζυγός του, η Ρούλα, τον ακολούθησε τον Μάρτιο του 1974.

Το ζευγάρι ρίζωσε στο Φόρεστβιλ, όπου μεγάλωσε με αγάπη και κόπο την όμορφη οικογένειά του, με τα παιδιά τους Δημήτρη, Κατερίνα, Ματούλα και Θοδωρή.

Ο Γιώργος ξεκίνησε τη δουλειά του σε εργοστάσια, μα η καρδ
ιά του τον γύρισε γρήγορα στη γη. Καλλιέργησε φράουλες και λαχανάκια Βρυξελλών στους λόφους της Αδελαΐδας και, με επιμονή και μόχθο, πραγματοποίησε το όνειρό του, να αποκτήσει τη δική του φάρμα στο Γουάιτς Βάλεϊ.

Ήταν άνθρωπος βαθιά δοτικός, με ξεχωριστή προσφορά στον Παλλακωνικό Σύλλογο και στην Κοινότητα Καριτσιωτών Νότιας Αυστραλίας. Με σιωπηλή γενναιοδωρία πρόσφερε πάντα απλόχερα από τον κόπο του, το κρασί του και τον χρόνο του. Μαζί με τη Ρούλα στάθηκαν ο ένας στο πλευρό του άλλου, χτίζοντας μια ζωή γεμάτη αντοχή, αγάπη και ευγνωμοσύνη, κρατώντας πάντα ζωντανή την αγάπη για τον τόπο τους.

Η εξόδιος ακολουθία θα τελεστεί την Τρίτη 21 Απριλίου 2026 και ώρα 2.00 μ.μ. στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου στο Θέμπαρτον. Η ταφή θα ακολουθήσει στο κοιμητήριο Σεντένιαλ Παρκ. Ο καφές της παρηγοριάς θα προσφερθεί στη συνέχεια στο Παλλακωνικό Οικογενειακό Κέντρο.

Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τον σκεπάσει.

Θερμά συλλυπητήρια στη Ρούλα, στα παιδιά, στα εγγόνια και σε όλους τους οικείους του.

Αιωνία του η μνήμη.

Τρίτη 14 Απριλίου 2026

Εικοσιπέντε χρόνια από το θάνατο της Γιωργίας Κατσάμπη-Καραμανή

Μια αφανής ηρωίδα του εργατικού κινήματος
Η ζωή της Γιωργίας Κατσάμπη-Καραμανή

Εικοσιπέντε χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τον θάνατο της αγαπημένης μας Γιωργίας Κατσάμπη – Καραμανή, που άφησε την τελευταία της πνοή στο σπίτι της, στην Αδελαΐδα της Αυστραλίας, το πρωί της 14ης Απριλίου 2001.

Δύο χρόνια νωρίτερα, τον Ιούνιο του 1999, η Καριτσιώτισσα αυτή γυναίκα τιμήθηκε με μια ξεχωριστή διάκριση από το συνδικαλιστικό κίνημα της Νότιας Αυστραλίας. Μια τιμή που δεν αφορούσε μόνο την ίδια, αλλά και την οικογένειά της και την ιδιαίτερη πατρίδα της, την Καρίτσα.

Μετά από δεκαοκτώ χρόνια ακούραστης προσφοράς, αναγνωρίστηκε ως επίτιμο μέλος της Ένωσης Εργαζομένων Ποικίλων Κατηγοριών. Όπως έγραφε χαρακτηριστικά το σωματείο:
«Από αγροτοκόριτσο στα βουνά της Λακωνίας, σε εκπρόσωπο εργατικού σωματείου για δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια. Αυτή ήταν η ζωή της Γιωργίας Καραμανή.»

Η Γιωργία, το γένος Κατσάμπη, γεννήθηκε στις 17 Μαρτίου 1949 στην Καρίτσα Λακωνίας. Πρωτότοκη κόρη του Βαγγέλη και της Παναγιώτας, ήρθε στον κόσμο σε δύσκολα χρόνια, λίγο μετά τον πόλεμο και μέσα στη φτώχεια που μάστιζε τον τόπο. Το χωριό πληγωμένο, οι άνθρωποι όμως τίμιοι, εργατικοί, με φιλότιμο.

Ο παππούς της, ο Γιάννης Κατσάμπης, έζησε τη ζωή του ως ξενοτσόπανος. Κι όμως, μέσα σε τούτες τις στερήσεις, οι γονείς της έπλεκαν όνειρα για ένα σπιτικό γεμάτο παιδιά, αγάπη και προκοπή.

Ως πρωτότοκη, πήρε το όνομα της γιαγιάς της, της Γιωργίτσας από τον Κοσμά Κυνουρίας, και είχε πάντα μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά του πατέρα της, που της είχε μεγάλη αδυναμία.

Μα οι δυσκολίες δεν άφηναν περιθώρια. Το 1958, όταν η Γιωργία ήταν μόλις οκτώ χρονών, ο πατέρας της πήρε τη μεγάλη απόφαση να φύγει για την Αυστραλία, με σκοπό να δουλέψει λίγα χρόνια και να γυρίσει πίσω με κάτι στην άκρη. Η ζωή όμως άλλα είχε γραμμένα.

Σε γράμμα του έγραφε:
«Πολυαγαπημένη μου Παναγιώτα, δεν μπορώ να αρνηθώ αυτή τη χώρα για το μέλλον των παιδιών μας. Σας κάνω πρόσκληση να έρθετε.»
Και η μικρή Γιωργία, όπως θυμόταν, πηδούσε από τη χαρά της πάνω στο κρεβάτι.

Στις 13 Οκτωβρίου 1961, από το λιμάνι του Πειραιά, η μητέρα της Παναγιώτα με τα παιδιά αποχαιρέτησαν τον τόπο. Με το πλοίο «Πατρίς» ταξίδεψαν για είκοσι μέρες, ώσπου έφτασαν στη Μελβούρνη και αντάμωσαν ξανά τον πατέρα.

Η πραγματικότητα όμως ήταν σκληρή. Η δωδεκάχρονη Γιωργία ένιωσε χαμένη. Άγνωστη γλώσσα, ξένος τόπος, λαμαρίνες αντί για κεραμίδια, αυτοκίνητα που έτρεχαν, κι όλη η οικογένεια στρυμωγμένη σε ένα δωμάτιο. «Σαν ζούγκλα» έλεγε αργότερα.

Δεν άργησε να μπει στον αγώνα της ζωής. Πριν καλά καλά κλείσει τα δεκατέσσερα, άρχισε να δουλεύει. Από καραμελάδικο στο Γκούντγουντ μέχρι εργοστάσια, μπισκοτάδικα και στεγνοκαθαριστήρια. Και στις εποχές, στα χωράφια, στον τρύγο, στα μπιζέλια, στα κεράσια. Όπου υπήρχε ανάγκη, ήταν εκεί.

Το 1968, στα δεκαεννιά της, παντρεύτηκε τον Κυριάκο Τσιριγώτη από τις Βελιές. Ο γάμος δεν κράτησε πολύ, μα της χάρισε το μεγαλύτερο δώρο της ζωής της. Την 1η Μαρτίου 1969 γεννήθηκε ο γιος της, ο Σαράντος, που έγινε το στήριγμα και το νόημά της.

Το 1972 ξεκίνησε να εργάζεται στο Κέντρο Τζούλια Φαρ, φροντίζοντας άτομα με αναπηρίες. Εκεί ξεδιπλώθηκε ο χαρακτήρας της. Δυναμική, δίκαιη, με καρδιά μεγάλη. Γρήγορα ανέλαβε ενεργό ρόλο και στο συνδικάτο, παλεύοντας για καλύτερες συνθήκες και δικαιώματα.

Στάθηκε δίπλα στους εργαζόμενους σαν δικός τους άνθρωπος. Για χρόνια, το ίδιο της το σπίτι έγινε στέκι αγώνα, τόπος συζήτησης και σχεδιασμού. Κι όμως, την ίδια ώρα, είχε και την εκτίμηση της διοίκησης, γιατί ήξερε να στέκεται με αξιοπρέπεια και καθαρό λόγο.

Το 1973 γνώρισε τον Μανόλη Καραμανή από τη Ρόδο. Τον Φλεβάρη του 1974 ενώθηκαν με τα δεσμά του γάμου, και από τότε πορεύτηκαν μαζί στη ζωή, με αγάπη και στήριξη.

Το 1998 ξεκίνησε έναν ακόμη δύσκολο αγώνα, αυτόν της υγείας της. Μα δεν λύγισε. Με πίστη, δύναμη και την αγάπη των δικών της, στάθηκε όρθια μέχρι το τέλος.

Η Γιωργία δεν ήταν μια συνηθισμένη γυναίκα. Ήταν αγωνίστρια, μάνα, εργάτρια, άνθρωπος με αρχές. Έζησε με πάθος και έδωσε χωρίς να λογαριάσει.

Έφυγε στις 14 Απριλίου 2001, μα δεν χάθηκε. Μένει ζωντανή στις μνήμες, στις ιστορίες και στο παράδειγμα που άφησε πίσω της.

Δείτε τον οικογενειακό κλάδο της αείμνηστης στα Οικογενειακά Δέντρα του Νότιου Πάρνωνα.

Τα Οικογενειακά Δέντρα του Νότιου Πάρνωνα έρχονται υπό την αιγίδα του Παλλακωνικού Συλλόγου Νότιας Αυστραλίας «Ο Λεωνίδας», καθώς και της Κοινότητας Καριτσιωτών Νότιας Αυστραλίας «Καρίτσα»

Κυριακή 5 Απριλίου 2026

Στο πλευρό του παιδικού βιβλίου οι μαθητές της Μαγούλας: Μια ξεχωριστή συνάντηση με τον Βασίλη Βλαχάκο γεφύρωσε παρελθόν και παρόν


Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου, στις 2 Απριλίου, το Δημοτικό Σχολείο Μαγούλας φιλοξένησε μια ιδιαίτερη δράση που άφησε το αποτύπωμά της σε μαθητές και εκπαιδευτικούς. Καλεσμένος της σχολικής κοινότητας ήταν ο συγγραφέας και ποιητής Βασίλης Βλαχάκος, ο οποίος, ύστερα από 25 χρόνια, επέστρεψε συμβολικά «στην έδρα» για να συνεορτάσει με τα παιδιά της Ε΄ και Στ΄ τάξης τη σημασία του παιδικού βιβλίου.

Η ημέρα εξελίχθηκε σε ένα ζωντανό μάθημα μνήμης, γνώσης και δημιουργίας. Οι μαθητές ενημερώθηκαν για τις Παγκόσμιες Ημέρες και ταξίδεψαν νοερά σε σημαντικά μνημεία της UNESCO, διευρύνοντας τους ορίζοντές τους πέρα από τη σχολική ύλη. Παράλληλα, μέσα από αφηγήσεις και φωτογραφικό υλικό, γνώρισαν πτυχές της σχολικής ζωής και της καθημερινότητας προηγούμενων γενεών.

Ο ίδιος ο κ. Βλαχάκος μοιράστηκε προσωπικές αναμνήσεις από τα μαθητικά του χρόνια στη δεκαετία του 1960, σκιαγραφώντας μια εποχή διαφορετική αλλά βαθιά ανθρώπινη. «Συνταξιδέψαμε στο παρελθόν, τότε που ήμουν μαθητής σε μια αίθουσα με 60 παιδιά, όλες οι τάξεις μαζί και με έναν δάσκαλο, υπόδειγμα λειτουργού και παράδειγμα ανθρώπου», ανέφερε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας τη διαχρονική αξία του εκπαιδευτικού έργου.


Δεν παρέλειψε, ωστόσο, να αναφερθεί και στις προκλήσεις της σύγχρονης εκπαίδευσης, σημειώνοντας με νόημα πως οι δάσκαλοι «παρά τις καλύτερες συνθήκες, βράζουν στο ίδιο καζάνι της πολιτείας, έτσι όπως παιδεύει τα παιδία η Παιδεία».

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη σημασία της ιστορικής γνώσης και της οικογενειακής μνήμης. Μέσα από τη συζήτηση, τα παιδιά κατανόησαν πως το μέλλον χτίζεται πάνω στη γνώση του παρελθόντος, ξεκινώντας ακόμη και από το γενεαλογικό τους δέντρο.

Η δράση κορυφώθηκε με μια δημιουργική άσκηση, κατά την οποία οι μαθητές κλήθηκαν να εκφράσουν τις σκέψεις τους για το σχολείο, τους δασκάλους και το βιβλίο. Με αφορμή έναν στίχο που τους παρουσίασε ο συγγραφέας, ανακάλυψαν τις δικές τους δημιουργικές δυνατότητες. «Είδαν ότι είναι μικροί ποιητές και δεν το ήξεραν, ότι μπορούν να γίνουν συγγραφείς ή ζωγράφοι, αρκεί να ψαχτούν και να βρουν τα ταλέντα που κρύβονται μέσα τους», τόνισε ο κ. Βλαχάκος.

Ο Βασίλης Βλαχάκος δεν είναι απλώς ένας επισκέπτης συγγραφέας, αλλά ένας άνθρωπος που στις αρχές της δεκαετίας του 1970 δίδαξε στην Καρίτσα, αφήνοντας το δικό του αποτύπωμα στις μνήμες των ανθρώπων της. Από εκείνη την εμπειρία γεννήθηκε και ένα μέρος του έργου του, με κορυφαίο το βιβλίο «Οι Αετοί της Καρίτσας», αλλά και ποιήματα όπως «Ο Μιχάλης ο “Ρουμάνος”», «Η Καρίτσα (στη φαντασία και στο χρόνο)» και «Η Ελιά της Καρίτσας», που αποτυπώνουν με ευαισθησία τον τόπο και τους ανθρώπους του.

Η παρουσία του στη Μαγούλα δεν ήταν μόνο μια σχολική εκδήλωση, αλλά μια ζωντανή υπενθύμιση πως το βιβλίο μπορεί να κρατήσει άσβεστη τη μνήμη και να μετατρέψει την εμπειρία σε διαχρονική παρακαταθήκη.


Σάββατο 4 Απριλίου 2026

Το Λινό του Καφετζή, Μνήμη Χαραγμένη στης Καρίτσας τη Γη

«Δεν είναι τυχαίο καλυβάκι, αλλά ένας χώρος που ζούσε και ανέπνεε μαζί με την καριτσιώτικη γη γύρω του.»

Η φωτογραφία, τραβηγμένη από τον Γιάννη Γαβριήλ, μας οδηγεί σε μια γωνιά της καριτσιώτικης γης που για πολλούς από τη νεότερη γενιά, μέχρι πρόσφατα, ίσως στεκόταν σαν ένα μικρό αίνιγμα. Ανάμεσα στα χωράφια και χαμηλή βλάστηση, ένα πέτρινο καλυβάκι, λιτό και σιωπηλό όπως δεκάδες κι άλλα, μαρτυρούσε πως κάποτε είχε έναν λόγο ύπαρξης βαθιά δεμένο με τον τόπο. Το ερώτημα όμως παρέμενε, ποιος ήταν ο ρόλος του και τι ιστορία έκρυβε μέσα του.

Σήμερα, το αίνιγμα αυτό έχει πλέον όνομα. Πρόκειται για το «Λινό του Καφετζή», κοντά στα αμπέλια στην Απάνου Λούτσα, έναν χώρο όπου οι προγονοί μας πατούσαν τα σταφύλια με τα πόδια για να βγάλουν το κρασί της χρονιάς τους.

Ένας Τόπος με Σκοπό

Το κτίσμα δεν ήταν απλώς ένα καλυβάκι, αλλά μέρος μιας οργανωμένης αγροτικής λειτουργίας, άμεσα συνδεδεμένης με τον τρύγο και την οινοπαραγωγή. Η θέση του, μέσα στην καλλιεργημένη γη και σε άμεση γειτνίαση με τα αμπέλια, δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας. Εξυπηρετούσε τις ανάγκες του ληνού, ως βοηθητικός χώρος προετοιμασίας και φύλαξης.

Ο ληνός αποτελούσε το κέντρο της διαδικασίας. Εκεί πατούσαν τα σταφύλια, μοιράζονταν κόπο και χαρά και μετέδιδαν γνώση από γενιά σε γενιά. Ήταν τόπος εργασίας και συνάντησης, βαθιά δεμένος με τη γη και τον ετήσιο κύκλο ζωής, όπου η παραγωγή αποκτούσε συλλογικό χαρακτήρα.

Ο Τρύγος ως Βίωμα

Την εποχή του τρύγου, ο χώρος ζωντάνευε. Οι άνθρωποι συγκεντρώνονταν, κουβαλούσαν τα κοφίνια με τα σταφύλια και, με γυμνά πόδια, τα πατούσαν, μετατρέποντας τον καρπό σε μούστο. Δεν ήταν μια σιωπηλή εργασία, αλλά μια κοινή εμπειρία, γεμάτη ρυθμό, φωνές και συμμετοχή.

Το κρασί που προέκυπτε δεν ήταν απλώς προϊόν, αλλά η απόσταξη μιας ολόκληρης χρονιάς, της γης και των ανθρώπων της.

Το Τέλος μιας Εποχής

Το λινό σταμάτησε να λειτουργεί στα τέλη της δεκαετίας του 1950 ή στις αρχές του 1960, σηματοδοτώντας το τέλος ενός τρόπου ζωής όπου η παραγωγή ήταν άμεσα δεμένη με την καθημερινότητα και την κοινότητα.

Από τότε, το κτίσμα έμεινε πίσω, σιωπηλό και εκτεθειμένο στον χρόνο, χωρίς όμως να χάσει τη μνήμη του.

Από το Μυστικό στη Μαρτυρία

Για χρόνια, το καλυβάκι στεκόταν σαν ένα μικρό μυστικό μέσα στο τοπίο. Σήμερα, η ταυτότητά του έχει αποκατασταθεί και μαζί της αναδύεται μια ολόκληρη εικόνα ζωής που κάποτε ήταν αυτονόητη.

Δεν είναι απλώς ένα εγκαταλειμμένο καλυβάκι Είναι μάρτυρας μιας εποχής όπου ο κόπος είχε πρόσωπο, η γη είχε φωνή και το κρασί είχε ιστορία.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό. Ότι τέτοιοι τόποι δεν χάνονται πραγματικά. Παραμένουν εκεί, σιωπηλοί αλλά παρόντες, μέχρι κάποιος να τους αναγνωρίσει ξανά και να τους επιστρέψει τη θέση που τους αξίζει στη συλλογική μνήμη.

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Τα Καριτσιωτάκια

 

Στην Καρίτσα ξημερώνει, Κυριακή ξανά,
και τα Καριτσιωτάκια βγαίνουν στη γειτονιά.
Στα σοκάκια τρέχουν όλα, φίλοι μια αγκαλιά,
κάθε βήμα και τραγούδι, κάθε γωνιά χαρά.
Στη βρυσούλα πίνουν νερό γλυκό και δροσερό,
κι ύστερα τρεχάλα στο πάρκο το μικρό.

Κούνιες, γέλια και φωνούλες σε κάθε μεριά,
κι η Καρίτσα ζωντανεύει άλλη μια φορά.

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

Καριτσιώτικο ανέκδοτο: «Πάσχα δω, Πάσχα κει, Πάσχα και στην Άγια Καρίτσα!»

«Χωρίς ημερολόγιο, χωρίς ρολόι, μόνο με μια χούφτα κουκιά και πολλή καρδιά.»

Ένα παλιό χωριανό ανέκδοτο, όπως το έλεγε σαν παραμύθι ο Βαγγέλης Κατσάμπης στα παιδιά του, μαζεμένα γύρω από το αναμμένο τζάκι 

Τα παλιά, τα πολύ δύσκολα χρόνια, τότε που η Καρίτσα έπαιρνε σχήμα χωριού στις απότομες πλαγιές του Νότιου Πάρνωνα, οι πρώτοι Καριτσιώτες δεν είχαν ούτε πολλά ούτε εύκολα. Είχαν όμως πείσμα.

Γύρω από μια νεροπηγή σήκωσαν κάμποσα πετρόχτιστα, πλακοσκέπαστα χαμόσπιτα. Πιο πάνω, σ’ ένα αγνάντι που το φύλαγε ένας μεγάλος κέδρος σαν άγρυπνος φρουρός, έχτισαν μαντρότοιχο όλο γύρω από τη «Γειτονιά των Αγγέλων». Κι από δίπλα, κοντά σ’ ένα ρουμάνι που σφύριζε ο αγέρας, έστησαν την πολιούχο, την Αγία Παρασκευή.

Σπίτια υπήρχαν. Εκκλησιά υπήρχε. Νεκροταφείο υπήρχε.
Σχολειό; Ούτε για δείγμα.

Ο παπάς που άφησε τα γίδια και κράτησε το πετραχήλι

Όλο το χωριό αγράμματο. Κι ο παπάς μαζί.

Λένε πως άφησε την κλίτσα, τα γίδια και τα πρόβατα στην Τσούκα και φόρεσε το πετραχήλι για να ποιμάνει στην Αγία Παρασκευή. Ευλογημένος άνθρωπος. Καλοπροαίρετος. Μα γράμματα δεν ήξερε. Ούτε να διαβάσει, ούτε να γράψει, ούτε καλά καλά να μετρήσει.

Έψελνε ό,τι θυμόταν νεράκι, λίγο μπερδεμένα, λίγο ανακατεμένα. Το Ευαγγέλιο το έλεγε απ’ έξω, απ’ όσα κρατούσε από παιδάκι. Κουτσά στραβά τα κατάφερνε.

Το μεγάλο βάσανο όμως δεν ήταν τα τροπάρια. Ήταν οι γιορτές.
Πότε πέφτει τ’ Αγιαννιού; Πότε τα Χριστούγεννα; Και το Πάσχα, βρε παιδί μου, πότε έρχεται το Πάσχα;

Η Μεγάλη Σαρακοστή και τα σαράντα οχτώ κουκιά

Η μεγαλύτερη σκοτούρα ήταν η Σαρακοστή. Σαράντα οχτώ μέρες από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι το Μεγάλο Σάββατο. Σαράντα οχτώ μέρες που κυλούσαν αργά σαν ανοιξιάτικο νεράκι, γιατί όλο το χωριό νήστευε.

Ο παπάς, άνθρωπος πρακτικός, βρήκε λύση.
Την Καθαρά Δευτέρα έβαζε σαράντα οχτώ κουκιά στα μπενίσια του. Κάθε πρωί έπερνε από ένα. Όταν θα έφτανε στο τελευταίο, θα ήταν Μεγάλο Σάββατο. Τα μεσάνυχτα Χριστός Ανέστη, και την άλλη μέρα Πάσχα. Τόσο απλά.

Ή έτσι νόμιζε.

Η παπαδιά και η μοιραία χούφτα

Μια μέρα η παπαδιά, καθώς μπάλωνε τα μπενίσια, βρίσκει τα κουκιά.

«Αα, του αρέσουν του ευλογημένου τα κουκιά», λέει η καλή ψυχή.
Και για να τον ευχαριστήσει, του ρίχνει μέσα άλλη μια γερή χούφτα.

Από κείνη τη μέρα ο παπάς έπερνε κάθε πρωί το κουκάκι του και μετρούσε την αντίστροφη μέτρηση για το Πάσχα. Μόνο που τα κουκιά δεν τελείωναν ποτέ.

Κι οι Καριτσιώτες;
Νήστευαν. Και ξανά νηστεύαν. Σαράντα οχτώ μέρες και κάμποσες ακόμη. Πόσες; Κανείς δεν ξέρει. Η πιο μακρόσυρτη Σαρακοστή που γνώρισε ο Νότιος Πάρνωνας.

Τα κόκκινα τσόφλια στο Γεράκι

Ένα πρωινό, πριν καλά καλά φέξει, ο παπάς πήρε το κουκάκι του, καβάλησε το γαϊδουράκι και τράβηξε για το διπλανό κεφαλοχώρι, το Γεράκι.

Κατηφόρισε από τις Τρόκλες, άναψε κεράκι στον Άι Νικόλα, έκανε τον σταυρό του στον Άι Γιάννη στο Βαρικό, κι όπως έμπαινε στο Γεράκι έκανε πάλι το σταυρό του μπροστά στον Άι Θανάση.

Και τότε τα είδε.

Σκόρπια πάνω στο καλντερίμι, φθαρμένα κόκκινα τσόφλια. Λίγο πιο πέρα, κι άλλα. Και παραπάνω, παντού κατακόκκινα.

Ο παπάς πάγωσε.
Το Πάσχα είχε περάσει. Και στην Καρίτσα ακόμα τρώγανε κουκιά.

Χωρίς δεύτερη σκέψη, γύρισε το γαϊδουράκι και πήρε τον ανήφορο πίσω. Όχι για δουλειές. Για σωτηρία.

Το μεσημεριάτικο «Χριστός Ανέστη»

Κόντευε μεσημέρι όταν έφτασε στο χωριό. Ο ήλιος έλαμπε από ψηλά, περίπου στη μέση του ουρανού ανάμεσα στην Τσούκα και την Ασφάκα και οι Καριτσιώτες, νηστικοί μα γαλήνιοι, κάθονταν έξω από τα πετρόχτιστα, λες και περίμεναν κάτι που δεν ήξεραν ακόμη.

Ξάφνου η καμπάνα στον μεγάλο κέδρο χτύπησε αλλιώτικα. Όχι πένθιμα. Όχι γιορτινά. Ανησυχητικά.

Στην Αγία Παρασκευή μαζεύτηκαν όλοι.

Ο παπάς στεκόταν μπροστά στην Ωραία Πύλη. Με τα καλά του άμφια. Στο χέρι μια μεγάλη λαμπάδα αναμμένη, που έσταζε κερί πάνω στις πλάκες.

Πήρε βαθιά ανάσα. Έκανε τον σταυρό του.

Και άρχισε, λίγο σπαστά στην αρχή, μα έπειτα με φωνή που γέμισε το εκκλησάκι:

«Χριστός Ανέστη εκ νεκρών,
θανάτω θάνατον πατήσας…»

Σταμάτησε μια στιγμή. Κοίταξε τον κόσμο του, τους ανθρώπους του, που είχαν νηστέψει παραπάνω απ’ όσο έπρεπε χωρίς να το ξέρουν.

Και τότε, σαν να του το ψιθύρισε ο ίδιος ο άνεμος από το ρουμάνι, ύψωσε τη λαμπάδα και φώναξε:

«Χριστός Ανέστη.
Δεῦτε λάβετε φως.
Πάσχα δω, Πάσχα κει,
Πάσχα και στην Άγια Καρίτσα.»

Ο κόσμος αναστέναξε. Κάποιοι κάναν το σταυρό τους. Κάποιοι χαμογέλασαν με μάτια βουρκωμένα.

Κι εκείνος ξανάπιασε το τροπάριο, πιο σίγουρος τώρα:

«…και τοις εν τοις μνήμασι
ζωήν χαρισάμενος.»

Κι έτσι, μεσημέρι, κάτω από το φως του ήλιου κι όχι του φεγγαριού, η Ανάσταση ήρθε στην Καρίτσα. Όχι με τυμπανοκρουσίες και νυχτερινά βαρελότα. Μα με μια φωνή τίμια και καθαρή, που μπέρδεψε τα λόγια μα όχι την πίστη.

Και λένε πως από τότε, όταν μπερδεύονται τα πράγματα στο χωριό, κάποιος θα πει γελώντας:

«Μην ανησυχείτε. Πάσχα δω, Πάσχα κει, Πάσχα και στην Άγια Καρίτσα.»

Και όλα μπαίνουν στη θέση τους.