Ο καιρός στο χωριό μας

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

Ένα «μπλόκο» από τα παλιά στο δρόμο για την Καρίτσα

«Αυτή είναι η ζωή στο χωριό! Στον δρόμο για την όμορφη Καρίτσα έπεσα πάνω σ’ ένα απρόσμενο μπλόκο, μα άξιζε και με το παραπάνω!»

Ένα αλλιώτικο «μποτιλιάρισμα» περίμενε τον Βαγγέλη Κατσάμπη στον δρόμο για την Καρίτσα. Ούτε αυτοκίνητα, ούτε κορναρίσματα, ούτε βιαστικοί οδηγοί. Μονάχα ένα μεγάλο κοπάδι από γίδια που είχε απλωθεί σ’ όλο τον δρόμο και, μαζί του, ένας καλός φίλος και συγχωριανός, ο Λεωνίδας Μαλαβάζος.

Για τον Βαγγέλη, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αυστραλία και αυτές τις μέρες βρίσκεται για σύντομες διακοπές στα πατρογονικά χώματα, τούτη η μικρή καθυστέρηση δεν ήταν ταλαιπωρία. Ήταν μια από εκείνες τις ανέλπιστες στιγμές που κάνουν την επιστροφή στο χωριό ακόμη πιο ξεχωριστή.

Ένα κοπάδι έκλεισε τον δρόμο και άνοιξε την καρδιά

Καθώς ο Βαγγέλης έκανε ακόμη μία από τις τακτικές του διαδρομές προς το πιο όμορφο χωριό, όπως ο ίδιος αποκαλεί με καμάρι την Καρίτσα, αντίκρισε απέναντι από τον «Βράχο του Ρουμάνου» ένα θέαμα που δεν είχε ξαναζήσει.

Ο δρόμος είχε γεμίσει γίδια. Άσπρα, μαύρα, καφετιά και παρδαλά προχωρούσαν όλα μαζί και είχαν πιάσει τον τόπο από άκρη σ’ άκρη. Μπροστά και ανάμεσά τους βρισκόταν ο Λεωνίδας Μαλαβάζος, με την μαγκούρα στο χέρι, οδηγώντας το μεγάλο κοπάδι του.

Ο Λεωνίδας, γέννημα και θρέμμα της Καρίτσας και του Γερακιού, έχει πλέον ριζώσει μόνιμα στο χωριό μαζί με τη νέα του οικογένεια. Καθώς το φθινόπωρο αρχίζει σιγά σιγά να κάνει την εμφάνισή του, κατέβαζε εκείνη την ώρα τα γίδια του προς τα χαμηλότερα βοσκοτόπια.

Μόλις αναγνωρίστηκαν οι δυο φίλοι, η αναπάντεχη συνάντηση έγινε αμέσως χαρά. Το αυτοκίνητο σταμάτησε, οι βιασύνες ξεχάστηκαν και η φωτογραφική μηχανή πήρε φωτιά.

«Ήταν ο καλός μου φίλος, ο Λεωνίδας Μαλαβάζος, με το μεγάλο του κοπάδι. Το χάρηκα όσο δεν λέγεται!» λέει ενθουσιασμένος ο Βαγγέλης.

Και πράγματι, οι φωτογραφίες τα λένε όλα. Ο Λεωνίδας στέκεται χαμογελαστός μπροστά στο κοπάδι του, ενώ ένα μικρό κατσικάκι δεν ξεκολλά από τα πόδια του. Στην άλλη φωτογραφία, οι δύο φίλοι ποζάρουν με πλατιά χαμόγελα, έχοντας πίσω τους εκατοντάδες γίδια να γεμίζουν τον δρόμο.

Δεν χρειάζονται πολλά λόγια για να καταλάβει κανείς πόσο χάρηκε ο Βαγγέλης αυτή τη συνάντηση. Για έναν Αυστραλοκαριτσιώτη που επιστρέφει έστω και για λίγες ημέρες στη γη των προγόνων του, τέτοιες εικόνες δεν είναι ένα απλό περιστατικό στον δρόμο. Είναι η αληθινή ζωή του τόπου. Είναι ο μόχθος του κτηνοτρόφου, το αντάμωμα δυο χωριανών και η συνέχεια μιας παράδοσης που κρατά ζωντανό το χωριό μας.

Μερικές φορές τα πιο όμορφα πράγματα συμβαίνουν εκεί που δεν τα περιμένεις. Σε μια στροφή του δρόμου, απέναντι από έναν γνώριμο βράχο, μέσα στα βελάσματα και στα κουδούνια ενός κοπαδιού.

Το «μπλόκο» αυτό μπορεί να σταμάτησε για λίγο τον Βαγγέλη, μα του χάρισε μια εμπειρία που θα πάρει μαζί του πίσω στην Αυστραλία. Γιατί αυτή είναι η Καρίτσα μας: ο τόπος όπου ένας κλειστός δρόμος μπορεί ξαφνικά να ανοίξει διάπλατα την καρδιά.

«Αυτή είναι η ζωή στο χωριό!»

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026

Ένα νέο εκκλησάκι ως τάμα και μια αρχαία ελιά ως σύμβολο αναγέννησης στην Καρίτσα

«Ένα τάμα για έναν πατέρα, ένα νέο εκκλησάκι ανάμεσα στις ελιές και μια αρχαία ελιά που ξαναβλασταίνει από τις ρίζες της συνθέτουν μια συγκινητική ιστορία πίστης, μνήμης και αναγέννησης.»

Η οικογένεια της Αλεξάνδρας Κατσάμπη έχτισε ένα όμορφο πετρόχτιστο εκκλησάκι στο χωράφι της, στη θέση «Ακόνια», λίγο έξω από την Καρίτσα. Ανήμερα του Αγίου Αλεξάνδρου, την Κυριακή 30 Αυγούστου, τελέστηκε εκεί ο πρώτος Εσπερινός, μέσα σε κλίμα βαθιάς συγκίνησης, πίστης και χαράς.

Περίπου πέντε χιλιόμετρα πριν φτάσουμε στην Καρίτσα, στα δεξιά της δημοσιάς και στην άλλη πλευρά του Λυκορέματος, ένα καινούργιο εκκλησάκι ξεπροβάλλει ανάμεσα στις ελιές. Το χωράφι της Αλεξάνδρας, όπου χτίστηκε, είναι γνωστό στους ντόπιους ως «Ακόνια».

Κοντά εκεί, το Λυκόρεμα κατεβαίνει στριφογυριστά προς τον κάμπο, ενώ από ψηλά αγναντεύει την περιοχή το αρχαίο κάστρο. Είναι ο ίδιος τόπος που λαβώθηκε βαριά από τις μεγάλες φωτιές του Αυγούστου του 2020.

Οι φλόγες είχαν τότε κάψει δέντρα και χωράφια, μαζί και την αρχαία ιερή ελιά της Καρίτσας, η οποία, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, στεκόταν εκεί για περισσότερα από 3.300 χρόνια. Η φωτιά μπορεί να έκαψε τον κορμό της, όμως δεν κατάφερε να σβήσει τη ζωή που έκρυβε στις βαθιές ρίζες της. Σήμερα, τρυφεροί νέοι βλαστοί ξεπηδούν ξανά από εκεί όπου όλα έμοιαζαν να έχουν τελειώσει.

Η αρχαία ελιά, ένα ζωντανό απομεινάρι τόσων αιώνων, μοιάζει να αφηγείται τη δική της ιστορία αντοχής και αναγέννησης. Και το νέο εκκλησάκι, μόλις ένα χιλιόμετρο μακριά, στέκει μέσα στο ίδιο τοπίο σαν ένα ακόμη σημάδι ελπίδας: εκεί όπου πέρασε η φωτιά, η ζωή, η πίστη και η προσευχή βρίσκουν ξανά τη θέση τους.

Μέσα σε αυτή τη γη, που γνώρισε τη δύναμη της φωτιάς αλλά ξαναβρίσκει σιγά σιγά τη ζωή της, η Αλεξάνδρα Κατσάμπη και η οικογένειά της δημιούργησαν έναν μικρό τόπο προσευχής, εκπληρώνοντας ένα προσωπικό τάμα.

Πίσω από την ανέγερση του ναού βρίσκεται ένα βαθύ και προσωπικό βίωμα της οικογένειας. Όπως μας εξήγησε η ίδια η Αλεξάνδρα:

«Η ανέγερση αυτού του μικρού ναού συνδέεται με ένα ιδιαίτερα βαθύ και προσωπικό βίωμα της οικογένειάς μου. Αποτελεί την εκπλήρωση ενός τάματος που έκανα μετά το ατύχημα που είχε ο αείμνηστος πατέρας μου, Αναστάσιος Κατσάμπης. Για μένα, το εκκλησάκι αυτό είναι ένας τρόπος να τιμώ τη μνήμη του, αλλά και να κρατώ ζωντανά την πίστη, την αγάπη και την ευγνωμοσύνη που αισθάνομαι για εκείνον».

Πετρόχτιστο, περιποιημένο και αρμονικά δεμένο με το γύρω τοπίο, το εκκλησάκι έχει κεραμοσκεπή, καμπαναριό με σταυρό και τοξωτή είσοδο. Η ανοιχτόχρωμη πέτρα του στέκει ανάμεσα στα λιόδεντρα, σαν να βρισκόταν εκεί από παλιά.

Στο εσωτερικό κυριαρχεί η ίδια απλή και ζεστή αισθητική. Οι πέτρινοι τοίχοι, η ξύλινη στέγη, το ξυλόγλυπτο εικονοστάσι, τα καντήλια, οι εικόνες και το όμορφο δάπεδο δημιουργούν έναν ήσυχο χώρο προσευχής. Μακριά από τον θόρυβο, ακούγονται μονάχα το θρόισμα των λιόδεντρων, τα τζιτζίκια και, τώρα πια, το χτύπημα της μικρής καμπάνας.

Ο πρώτος Εσπερινός

Ανήμερα του Αγίου Αλεξάνδρου τελέστηκε ο πρώτος Εσπερινός. Την ακολουθία τέλεσαν ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης Ραφαήλ Τσάλτας, από την Ιερά Μητρόπολη Μονεμβασίας και Σπάρτης, και ο π. Χρήστος Καρυδόγιαννης, εφημέριος της Καρίτσας.

Πλήθος χωριανών και κοντοχωριανών βρέθηκε στο εκκλησάκι για να προσευχηθεί και να μοιραστεί τη χαρά της οικογένειας. Οι πιστοί γέμισαν τον μικρό ναό και τον γύρω χώρο, κάθισαν κάτω από τις ελιές και παρακολούθησαν με κατάνυξη την ακολουθία.

Για την Αλεξάνδρα, η ημέρα είχε διπλή σημασία, καθώς συνέπεσε με την ονομαστική της εορτή και την πρώτη ακολουθία στον ναό που δημιούργησε η οικογένειά της.

«Η ημέρα αυτή ήταν για μένα μια διπλή γιορτή και μια ιδιαίτερα συγκινητική στιγμή. Εκτός από τη γιορτή του Αγίου μου, είχαμε και τη μεγάλη ευλογία να τελέσουμε την πρώτη ακολουθία στο μικρό μας εκκλησάκι».

Το εκκλησάκι θα πανηγυρίζει τρεις μεγάλες γιορτές της Ορθοδοξίας, όπως μας είπε:

«Το εκκλησάκι μας θα γιορτάζει τη Ζωοδόχο Πηγή, τον Άγιο Λεωνίδα και τον Άγιο Αλέξανδρο».

Η συγκίνηση ήταν φανερή τόσο στα πρόσωπα της οικογένειας όσο και στους ανθρώπους που βρέθηκαν κοντά της.

«Η οικογένειά μου, αλλά και ο κόσμος που μας τίμησε με την παρουσία του, ήταν πολύ ενθουσιασμένοι και συγκινημένοι. Ήταν μια ημέρα γεμάτη πίστη, χαρά, ευγνωμοσύνη και όμορφα συναισθήματα, που θα μείνει βαθιά χαραγμένη στην καρδιά μου».

Το καινούργιο εκκλησάκι δεν είναι μονάχα ένα όμορφο κτίσμα. Είναι ένας μικρός τόπος πίστης και γαλήνης, γεννημένος από ένα τάμα, από την αγάπη μιας κόρης για τον πατέρα της και από την ευγνωμοσύνη μιας ολόκληρης οικογένειας.

Και ίσως η παρουσία του σε αυτό το συγκεκριμένο τοπίο να αποκτά έναν ακόμη βαθύτερο συμβολισμό. Εκεί όπου πριν από λίγα χρόνια πέρασε η φωτιά, σήμερα ακούγεται ξανά η καμπάνα. Και λίγο πιο πέρα, η αρχαία ελιά, που άντεξε τη φωτιά και ξαναβλασταίνει από τις ρίζες της, θυμίζει πως ακόμη και μετά την καταστροφή η ζωή μπορεί να επιστρέψει.

Ένας νέος χώρος προσευχής και ελπίδας στέκει πλέον ανάμεσα στις ελιές της Καρίτσας, δεμένος με τη μνήμη, την πίστη και την προσδοκία για όσα έρχονται.

Η Αλεξάνδρα, ευχαριστώντας όλους όσοι βρέθηκαν κοντά στην οικογένειά της, έκλεισε με μια ευχή:

«Εύχομαι ο Άγιος Αλέξανδρος να μας έχει όλους καλά και να μας χαρίζει υγεία, δύναμη και ευλογία. Χρόνια πολλά σε όλους, με υγεία και φως στις ζωές μας».

Το νέο εκκλησάκι είναι ένα όμορφο στολίδι για το χωριό και την ευρύτερη περιοχή. Καλορίζικο, πάντα ανοιχτό στις προσευχές των ανθρώπων και πάντα φωτισμένο.

Σημείωση: Το εκκλησάκι βρίσκεται στη θέση «Ακόνια», περίπου πέντε χιλιόμετρα έξω από την Καρίτσα. Καθώς κατευθυνόμαστε προς το χωριό, το συναντάμε στα δεξιά της δημοσιάς, στην άλλη πλευρά του Λυκορέματος και ανάμεσα στις ελιές. Απέχει περίπου ένα χιλιόμετρο από την καμένη αρχαία ελιά της Καρίτσας.
















Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

Ένα αξέχαστο αντάμωμα στον Αγιάννη: Ο μπάρμπα Γιάννης, ο μπάρμπα Νίκος και ο μπάρμπα Παναγιώτης

«Συναντήθηκαν πολλές φορές εκείνο το καλοκαίρι και δεν χόρταιναν να τα λένε. Στον τόπο τους ξαναζούσανε τα παλιά και ξανανιώνανε».

Με αφορμή τη χθεσινή μεγάλη γιορτή «Τ’ Αγιαννιού», η Γεωργία Βλάχου, το γένος Αντωνίου, που από το 1963 ζει μόνιμα στην Αδελαΐδα της Νότιας Αυστραλίας, άνοιξε το παλιό της άλμπουμ και μοιράστηκε μαζί μας μια φωτογραφία γεμάτη λεβεντιά, φιλία και αγάπη για την Καρίτσα.

Την φωτογραφία την τράβηξε η ίδια στις 29 Αυγούστου 2008, ανήμερα «Τ’ Αγιαννιού». Μπροστά στο αγαπημένο ξωκλήσι που αγναντεύει το χωριό στέκονται τρεις παλιοί Καριτσιώτες, τρεις φίλοι που η ζωή τούς είχε σκορπίσει σε διαφορετικές πολιτείες, μα εκείνο το καλοκαίρι οι δρόμοι τους έσμιξαν ξανά στο χωριό.

Ο Γιάννης Μαλαβάζος (1920–2016), κάτοικος Σπάρτης, ο Νίκος Αντωνίου (1919–2018), πατέρας της Γεωργίας και κάτοικος Αδελαΐδας, και ο Παναγιώτης Προφύρης (1929–2021), κάτοικος Αθήνας, ανταμώθηκαν στον Αϊ-Γιάννη, στο ξωκλήσι που γιορτάζει κάθε χρόνο στις 29 Αυγούστου.

Τρεις άντρες που ζούσαν μακριά ο ένας από τον άλλον, αλλά είχαν μέσα τους τις ίδιες ρίζες, τα ίδια μονοπάτια και τις ίδιες αναμνήσεις. Εκείνη την ημέρα ανέβηκαν στον Αϊ-Γιάννη για να ανάψουν το κερί τους, να προσκυνήσουν και να βρεθούν μαζί με τους χωριανούς. Το βράδυ, όπως προστάζει το έθιμο, στο «Αλώνι», όπως ήξεραν την πλατεία στα χρόνια τους, θα γινόταν το μεγάλο πανηγύρι της χρονιάς.

«Για τους τρεις τους, αλλά και για μένα που τους καμάρωνα, εκείνο το καλοκαίρι ήταν από τα πιο όμορφα της ζωής μας», θυμάται η Γεωργία.

Οι συναντήσεις τους δεν περιορίστηκαν μόνο στη μέρα της γιορτής. Τους δυο μήνες που η Γεωργία και η οικογένειά της έμειναν στην Καρίτσα, οι τρεις φίλοι αντάμωναν συχνά. Κάθονταν με τις ώρες, κουβέντιαζαν, θυμούνταν τα παλιά και δεν έλεγαν να σηκωθούν.

Ο μπάρμπα Νίκος σε μια από τις συνηθισμένες του
 βόλτες γύρω στο χωριό.
«Δεν χόρταιναν να τα λένε», λέει η Γεωργία. «Ο πατέρας μου μάλιστα είχε θαρρέψει τόσο πολύ στο περπάτημα, που πήγαινε όπου ήθελε. Μας τηλεφωνούσανε οι χωριανοί και μας έλεγαν: «Εδώ είναι ο πατέρας σου, μην ανησυχείτε. Θα τον κρατήσουμε να φάμε μαζί και θα σας τον φέρουμε εμείς”».

Λίγα λόγια, μα πόση ανθρωπιά κρύβουν μέσα τους. Τότε, στο χωριό, ο ηλικιωμένος δεν έμενε εύκολα μόνος. Μια πόρτα άνοιγε, ένα πιάτο έμπαινε παραπάνω στο τραπέζι και πάντα βρισκόταν κάποιος να τον συνοδέψει πίσω στο σπίτι.

Και ύστερα είναι η ίδια η φωτογραφία. Οι τρεις άντρες στέκονται όρθιοι και περήφανοι, με τις βουνοπλαγιές της Τσούκας και του Ελατιά πίσω τους. Ο χρόνος είχε περάσει, όμως η κορμοστασιά και η λεβεντιά τους παρέμεναν ακέραιες.

«Κοιτάτε, ρε παιδιά, την κορμοστασιά και των τριών», λέει με καμάρι η Γεωργία. «Ο μπάρμπα Γιάννης ήταν 88 χρονών, ο πατέρας μου 89 και μισό και ο μπάρμπα Παναγιώτης ο Προφύρης 79. Τα χρόνια τους να πάρουμε και τη λεβεντιά τους».

Ο μπάρμπα Γιάννης, ο μπάρμπα Νίκος και ο μπάρμπα Παναγιώτης έχουν πια φύγει από κοντά μας. Έμεινε όμως αυτή η φωτογραφία να μας θυμίζει τη φιλία τους, το όμορφο εκείνο καλοκαίρι και τα ανταμώματα που μονάχα το χωριό ξέρει να χαρίζει.

Γιατί στην Καρίτσα δεν γυρίζουμε μόνο για τον τόπο. Γυρίζουμε για τους ανθρώπους μας, για μια κουβέντα κάτω από τον ίσκιο, για ένα πιάτο στο κοινό τραπέζι και για εκείνο το ζεστό: «Μην ανησυχείτε, είναι μαζί μας».

Αιώνια η μνήμη του Γιάννη Μαλαβάζου, του Νίκου Αντωνίου και του Παναγιώτη Προφύρη. Η λεβεντιά, η φιλία και η αγάπη τους για την Καρίτσα θα μένουν ζωντανές μέσα από τις αναμνήσεις των δικών τους ανθρώπων.

Όπως λέει και η Γεωργία: «Είναι πολύ όμορφο συναίσθημα να προσφέρεις. Σας ευχαριστώ που αφιερώσατε λίγο από τον χρόνο σας για να θυμηθούμε αυτούς τους ανθρώπους».

Φωτογραφία: Γεωργία Βλάχου, το γένος Αντωνίου
Αϊ-Γιάννης Καρίτσας, 29 Αυγούστου 2008

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

Θεοδώρα Μαλαβάζου (1938-2026)

Με βαθιά θλίψη αναγγέλλουμε πως η Θεοδώρα Μαλαβάζου, το γένος Σαρρή, έφυγε από τη ζωή στην Αδελαΐδα της Νότιας Αυστραλίας, στις 10 Αυγούστου 2026, σε ηλικία 87 ετών. Ήταν η αγαπημένη σύζυγος του αείμνηστου Ευάγγελου Μαλαβάζου.

Η Θεοδώρα γεννήθηκε στις 26 Δεκεμβρίου 1938 στον Άγιο Δημήτριο Ζάρακος Λακωνίας. Το 1958, σε ηλικία 20 ετών, πήρε τον δρόμο της ξενιτιάς και ήρθε στην Αυστραλία για να παντρευτεί τον Ευάγγελο, ο οποίος είχε φύγει από την Καρίτσα δυο χρόνια νωρίτερα. Μαζί εγκαταστάθηκαν στο Γκούντγουντ της Νότιας Αυστραλίας, όπου έστησαν το σπιτικό τους και μεγάλωσαν την οικογένειά τους.

Υπήρξε αφοσιωμένη σύζυγος, στοργική μητέρα και περήφανη γιαγιά. Ολόκληρη η ζωή της ήταν γεμάτη μόχθο, καλοσύνη και βαθιά αγάπη για την οικογένειά της και την ελληνική παροικία. Για πολλά χρόνια πρόσφερε εθελοντικά στον Παλλακωνικό Σύλλογο, διαθέτοντας απλόχερα τον χρόνο και τις δυνάμεις της για τη στήριξη του Συλλόγου και των δραστηριοτήτων του.

Ξεχωριστή θέση στη ζωή της Θεοδώρας είχε ο Ιερός Ναός Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο Γκούντγουντ. Σε μικρή απόσταση από το σπίτι όπου εκείνη και ο Ευάγγελος έζησαν και μεγάλωσαν την οικογένειά τους, η εκκλησία υπήρξε αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής της από την καθιέρωσή της τη δεκαετία του 1970.

Η καλοσύνη, η γενναιοδωρία και η αφοσίωσή της στην οικογένεια και την παροικία θα μείνουν ζωντανές στις καρδιές των παιδιών και των εγγονιών της, των συγγενών, των φίλων και των συμπατριωτών της από τη λακωνική παροικία.

Η εξόδιος ακολουθία θα τελεστεί το Σάββατο 15 Αυγούστου, στις 2.00 μ.μ., στον Ιερό Ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο Γκούντγουντ.

Η ταφή θα ακολουθήσει στο Κοιμητήριο Centennial Park, όπου η Θεοδώρα θα αναπαυθεί δίπλα στον αγαπημένο της σύζυγο, Ευάγγελο. Μετά την ταφή θα προσφερθεί καφές παρηγοριάς εις μνήμην της στο Παλλακωνικό Οικογενειακό Κέντρο, στο Aldridge Avenue, Plympton Park.

Εκφράζουμε τα θερμότερα και ειλικρινέστερα συλλυπητήριά μας στην οικογένεια και στους αγαπημένους της αυτές τις δύσκολες ώρες.

Αιωνία της η μνήμη.

Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

Ποίηση: Τα άξια τα Καριτσιωτάκια

 

Στην παιδική μας τη χαρά, στου πεύκου την ποδιά,

μαζεύτηκαν τα χρώματα κι όλα τα μικρά παιδιά.

Απ’ τα ψηλά κατέβηκε, του πεύκου το καμάρι,

και βρήκε χέρια παιδικά τ’ απλό το κουκουνάρι.


Κόκκινο, πράσινο, χρυσό, γαλάζιο σαν τ’ Απρίλη,

κι η κάθε νέα πινελιά χαμόγελο στα χείλη.

Εκεί που χτες το πάταγες και τ’ έπαιρνε τ’ αγέρι,

σήμερα με μια πινελιά έγινε πια αστέρι.


Άλλο σαν ήλιος έλαμψε κι άλλο σαν λουλούδι,

κι όλη η παιδική χαρά γλυκόγινε τραγούδι.

Δεν θέλει η τέχνη θησαυρούς, κορδέλες και μετάξι,

φτάνει παιδάκι να βρεθεί τον κόσμο να τον αλλάξει.


Να τα χαιρόμαστε πολύ, τα άξια Καριτσιωτάκια,

που βάζουν χρώμα στις καρδιές και φως μες στα δρομάκια.

Γιατί όπου γελούν μικρά παιδιά, η κάθε μέρα ανθίζει,

κι ολόκληρο το χωριό μαζί τους πανηγυρίζει!

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

Σαν Σήμερα – 27 Ιουλίου 1943: Η Μάχη του Κοσμά – Για την Ελλάδα, για την Ελευθερία

«Σ' αυτή τη χαράδρα δυνάμεις του ΕΛΑΣ και όλοι οι κάτοικοι του Κοσμά, μαζί με πατριώτες των γύρω χωριών, έδωσαν μάχη εναντίον των Ιταλών φασιστών κατακτητών.»
- Επιγραφή στο μαρμάρινο μνημείο

Σαν σήμερα, στις 27 Ιουλίου 1943, ο γειτονικός μας Κοσμάς της Κυνουρίας έγινε τόπος θυσίας, γενναιότητας και αντίστασης. Στη χαράδρα που βρίσκεται λίγο έξω από το χωριό, και που όλοι γνωρίζουν ως «Σταυρό», εκεί όπου σήμερα υψώνεται το μαρμάρινο μνημείο μέσα στα έλατα και τα πεύκα, δόθηκε μια σκληρή μάχη που έμεινε χαραγμένη στη μνήμη του τόπου.

Όπως αναγράφεται πάνω στο μνημείο, δυνάμεις του ΕΛΑΣ, μαζί με όλους τους κατοίκους του Κοσμά και πατριώτες από τα γύρω χωριά, έδωσαν μάχη εναντίον των Ιταλών φασιστών κατακτητών. Δεν ήταν μονάχα οι αντάρτες που κράτησαν τα όπλα. Ήταν και οι απλοί χωριανοί, άνθρωποι του μόχθου, που μέσα στις δύσκολες μέρες της Κατοχής στάθηκαν στο πλευρό της Πατρίδας, γνωρίζοντας καλά το τίμημα που μπορούσε να ακολουθήσει.

Στο επάνω μέρος του μνημείου είναι χαραγμένα λίγα, αλλά βαριά λόγια:

«Εθνική Αντίσταση – 27-7-1943 – Μάχη στον Κοσμά – Για την Ελλάδα – Για την Ελευθερία.»

Δεν χρειάζονται περισσότερα. Μέσα σε αυτές τις λίγες λέξεις χωρούν ο αγώνας, η πίστη και η θυσία μιας ολόκληρης γενιάς.

Η σημερινή εικόνα του τόπου αποπνέει γαλήνη. Το λευκό μάρμαρο στέκει αγέρωχο, στεφανωμένο με δάφνη, μέσα στην καταπράσινη αγκαλιά του Πάρνωνα. Εκεί όπου άλλοτε ακούγονταν οι κρότοι της μάχης, σήμερα ακούγεται μόνο ο αέρας που περνά ανάμεσα στα δέντρα, σαν να ψιθυρίζει τα ονόματα εκείνων που αγωνίστηκαν για να παραμείνει η πατρίδα ελεύθερη.

Η Μάχη του Κοσμά δεν ανήκει μόνο στην ιστορία του χωριού. Ανήκει στην ιστορία ολόκληρου του τόπου μας. Υπενθυμίζει πως, όταν οι καιροί το απαίτησαν, μικρά ορεινά χωριά απέδειξαν πως η δύναμη της ψυχής μπορεί να σταθεί απέναντι σε κάθε κατακτητή.

Ογδόντα τρία χρόνια μετά, το μνημείο εξακολουθεί να φυλά σκοπιά στη χαράδρα, όχι για να θυμίζει τον πόλεμο, αλλά για να διδάσκει την αξία της ελευθερίας, της ενότητας και της θυσίας. Είναι ένας σιωπηλός φρουρός της ιστορικής μνήμης, που καλεί κάθε περαστικό να σταθεί για μια στιγμή με σεβασμό απέναντι σε εκείνους που αγωνίστηκαν για την Ελλάδα, για την Ελευθερία.

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Μια παράδοση που κρατά ζωντανή εδώ και αιώνες: Η Αγιά Παρασκευή η πρώτη προστάτισσα της Καρίτσας

Η παλιά προστάτισσα του χωριού μας εξακολουθεί να φωτίζει τις καρδιές των Καριτσιωτών.

Σήμερα, 26 Ιουλίου, η Καρίτσα τίμησε με ευλάβεια και συγκίνηση τη μνήμη της Αγίας Παρασκευής, μιας από τις πιο αγαπημένες αγίες της Ορθοδοξίας και μιας μορφής που κατέχει ξεχωριστή θέση στην ιστορία και στη συλλογική μνήμη του χωριού μας.

Για το χωριό μας η σημερινή γιορτή έχει έναν ιδιαίτερο συμβολισμό. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση και τις αφηγήσεις των παλαιότερων, η Αγία Παρασκευή θεωρείται πως υπήρξε η πρώτη προστάτισσα του χωριού, στα χρόνια που ο οικισμός άρχισε να διαμορφώνεται στη σημερινή του θέση. Η παρουσία της είναι τόσο βαθιά ριζωμένη στην ιστορία του τόπου, ώστε το όνομά της εξακολουθεί να ξυπνά μνήμες και να εμπνέει σεβασμό σε κάθε γενιά Καριτσιωτών.

Η προφορική μας παράδοση λέει ακόμη πως ένας παλιότερος ναός αφιερωμένος στην Αγία Παρασκευή βρισκόταν στο σημείο όπου σήμερα στέκει η εκκλησιά του Αγίου Κωνσταντίνου. Οι ναοί μπορεί με τα χρόνια να άλλαξαν, όμως η ευλάβεια των Καριτσιωτών προς την Αγία έμεινε αναλλοίωτη. Πέρασε από γενιά σε γενιά, κρατώντας ζωντανή μια παράδοση που χάνεται στα βάθη του χρόνου.

Και οι φωτογραφίες της σημερινής πανήγυρης μιλούν από μόνες τους. Ο Άγιος Κωνσταντίνος γέμισε από πιστούς κάθε ηλικίας, ενώ η αυλή του πλημμύρισε από γνώριμα πρόσωπα, χαμόγελα και εγκάρδιες συναντήσεις. Μικρά παιδιά έτρεχαν ανέμελα ανάμεσα στους μεγάλους, νέοι στάθηκαν δίπλα στους παππούδες και τις γιαγιάδες τους, οικογένειες αντάμωσαν ύστερα από καιρό και χωριανοί μαζί με επισκέπτες μοιράστηκαν τον άρτο της ευλογίας, έναν καφέ και λίγη κουβέντα κάτω από τον ίσκιο της εκκλησιάς. Άλλοι μέσα στον ναό, βυθισμένοι στην προσευχή, κι άλλοι έξω, με φόντο τις καταπράσινες πλαγιές της Τσούκας, συνέχισαν εκείνη την όμορφη παράδοση του ανταμώματος που συνοδεύει κάθε μεγάλο πανηγύρι.

Η σημερινή πανήγυρη μάς θύμισε, για άλλη μια φορά, πως η ιστορία ενός χωριού δεν φυλάγεται μόνο στις πέτρες και στα κτίσματά του, αλλά κυρίως στις μνήμες, στις παραδόσεις και στην πίστη των ανθρώπων του. Γιατί οι εκκλησιές μπορεί να αλλάζουν με το πέρασμα των αιώνων, όμως η ευλάβεια του λαού προς τους αγίους του μένει πάντα η ίδια. Και οι γιορτές του χωριού δεν είναι μόνο εκκλησιαστικές εορτές· είναι η ζωντανή απόδειξη πως η κοινότητά μας εξακολουθεί να ανασαίνει, να θυμάται και να παραδίδει την πίστη, τις αξίες και την αγάπη για τον τόπο από τη μια γενιά στην άλλη.

Χρόνια πολλά σε όλες και όλους όσοι γιορτάζουν. Είθε η Αγία Παρασκευή να χαρίζει υγεία, φώτιση και δύναμη σε κάθε σπιτικό και να συνεχίσει να σκεπάζει με τη χάρη της την αγαπημένη μας Καρίτσα, όπως κάνει εδώ και αμέτρητες γενιές.

Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

Η Κρήτη Τραγούδησε στην Καρίτσα

«Για μια νύχτα, η πλατεία της Καρίτσας γέμισε λύρα, λαούτο, πενιά και τραγούδια που ένωσαν την Κρήτη με τη Λακωνία σε μια μεγάλη γιορτή της παράδοσης.»

Μια ξεχωριστή βραδιά όπου η κρητική μουσική αντάμωσε τη λακωνική φιλοξενία στην πλατεία του χωριού.

Το βράδυ της Δευτέρας 20 Ιουλίου, η κεντρική πλατεία της Καρίτσας πλημμύρισε από κόσμο, μουσική και ζωντάνια, καθώς πραγματοποιήθηκε η μουσική εκδήλωση «Η Κρήτη τραγουδά στη Λακωνία», που διοργάνωσε ο Πολιτιστικός και Εξωραϊστικός Σύλλογος Απανταχού Καριτσιωτών Λακωνίας.

Πρωταγωνιστής της βραδιάς ήταν ο γνωστός λυράρης και τραγουδιστής Λευτέρης Μαθιουδάκης, ο οποίος, με τη χαρακτηριστική του κρητική λύρα και την αυθεντική ερμηνεία του, ταξίδεψε το κοινό στους μουσικούς δρόμους της Κρήτης. Στο πλευρό του βρέθηκαν ο Μανούσος Κοτσογιάννης στο λαούτο και στο τραγούδι και ο Ανεστέης Νεραντζάκης στην πεντάρα, συνθέτοντας ένα μουσικό σχήμα που κράτησε αμείωτο το κέφι μέχρι αργά.

Το πρόγραμμα περιλάμβανε κρητικά, λαϊκά, νησιώτικα και παραδοσιακά τραγούδια, με τον κόσμο να συμμετέχει με τραγούδι, χορό και θερμό χειροκρότημα. Η πλατεία απέκτησε γιορτινή ατμόσφαιρα και απέδειξε για ακόμη μία φορά πως, όταν η παράδοση συναντά τη φιλοξενία του χωριού, δημιουργούνται βραδιές που μένουν αξέχαστες.

Η εκδήλωση αποτέλεσε ακόμη μία όμορφη πολιτιστική πρωτοβουλία του Συλλόγου, που συνεχίζει να προσφέρει ζωντανές στιγμές στους κατοίκους και στους επισκέπτες της Καρίτσας, κρατώντας ζωντανή την αγάπη για την ελληνική μουσική παράδοση και δημιουργώντας γέφυρες ανάμεσα στις διαφορετικές γωνιές της πατρίδας μας.

Συγχαίρουμε τον Πολιτιστικό και Εξωραϊστικό Σύλλογο Απανταχού Καριτσιωτών Λακωνίας, τους μουσικούς και όλους όσοι συνέβαλαν στην επιτυχία της βραδιάς. Ευχόμαστε να ακολουθήσουν πολλές ακόμη εκδηλώσεις που θα συνεχίσουν να γεμίζουν την πλατεία του χωριού με μουσική, παρέα και χαμόγελα.

Κωνσταντίνος Κατσάμπης (1933–2026)

Με βαθιά συγκίνηση αποχαιρετούμε έναν ακόμη δικό μας άνθρωπο. Ο συγχωριανός μας Κωνσταντίνος Δημητρίου Κατσάμπης έφυγε από τη ζωή σήμερα, 21 Ιουλίου 2026 στην Αδελαΐδα, σε ηλικία 93 ετών.

Γεννήθηκε στην Καρίτσα στις 10 Μαρτίου 1933 και μεγάλωσε στα δύσκολα χρόνια του χωριού, κρατώντας σε όλη του τη ζωή άσβεστη την αγάπη για τον τόπο, την οικογένεια και τις αξίες με τις οποίες ανατράφηκε.

Παντρεύτηκε τη Δημητρούλα, το γένος Δημητρίου Δρουγγάνη, από τη Βλησιδιά Κυνουρίας, και μαζί δημιούργησαν μια αγαπημένη οικογένεια, την οποία υπηρέτησαν με αγάπη, μόχθο και αφοσίωση.

Στις 18 Ιανουαρίου 1962, με πρόσκληση του αδελφού του Γιάννη Κατσάμπη, επιβιβάστηκαν στο υπερωκεάνιο «Πατρίς» και πήραν τον δρόμο της ξενιτιάς, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή στην Αυστραλία.

Δεν ξέχασε ποτέ το χέρι που τον βοήθησε στα πρώτα του βήματα. Όταν πια ρίζωσε στη νέα του πατρίδα, στάθηκε κι εκείνος δίπλα σε συγγενείς, βοηθώντας τους να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο.

Ήσυχος, εργατικός και αξιοπρεπής, ο Κώστας υπήρξε ένας από εκείνους τους πρωτοπόρους Καριτσιώτες που, με υπομονή και σκληρή δουλειά, δημιούργησαν μια καλύτερη ζωή για τα παιδιά τους, χωρίς ποτέ να λησμονήσουν την Καρίτσα που τους γέννησε.

Στη λατρεμένη του σύζυγο Δημητρούλα, στους γιους τους, στα εγγόνια, στα δισέγγονα και σε όλους τους συγγενείς του εκφράζουμε τα πιο θερμά και ειλικρινή μας συλλυπητήρια.

Κώστα, καλό σου ταξίδι. Θα σε θυμόμαστε πάντα με αγάπη και εκτίμηση.

Ας είναι αιωνία η μνήμη σου.

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Ανέκδοτο από την Καρίτσα του Χτες: Ο κουμπάρος και τα… ακριβά ψάρια

Τα αξίζουν, κουμπάρα μου! Τα αξίζουν!
Στα παλιά τα χρόνια στην Καρίτσα, τότε που το ψάρι ήταν πιο σπάνιο κι από βροχή τον Αύγουστο, ένας κουμπάρος βρέθηκε Κυριακή μεσημέρι καλεσμένος στου κουμπάρου του.

Το τραπέζι ήταν όπως τα ήξερε το χωριό. Στη μέση του σοφρά ήταν ακουμπισμένη η μουρχούτα, γεμάτη «λάχανα», όπως έλεγαν τότε όλα τα άγρια χόρτα. Δίπλα, λίγο ψωμί ζυμωτό, κρασί από το βαρέλι και, μεγάλη πολυτέλεια, φρέσκα ψάρια που είχε φέρει εκείνο το πρωί ο ψαράς που γύριζε τα χωριά.

Μόλις κάθισαν, ο κουμπάρος δεν έχασε καιρό. Άφησε τα λάχανα στην άκρη κι έπεσε στα ψάρια σαν να είχε να δει θάλασσα από τότε που γεννήθηκε. Ένα, δεύτερο, τρίτο... τα κόκαλα άρχισαν να στοιβάζονται μπροστά του.

Όποιος τον έβλεπε εκείνη την ώρα θα θυμόταν την παλιά κουβέντα του χωριού:

— Θέλει μια μουρχούτα να χορτάσει!

Η κουμπάρα τον κοίταξε με μια μικρή ανησυχία και του λέει γλυκά:

— Κουμπάρε, έχει και λάχανα!

Ο κουμπάρος ούτε που σήκωσε το κεφάλι.

— Ευχαριστώ, κουμπάρα... καλύτερα είναι τα ψάρια!

Η κουμπάρα ξαναμίλησε, αυτή τη φορά με μια παρατήρηση:

— Ναι... αλλά τα ψάρια είναι ακριβά!

Κι εκείνος, χωρίς να χάσει μπουκιά, αποκρίθηκε ατάραχος:

— Τα αξίζουν, κουμπάρα μου! Τα αξίζουν!

Λένε πως το τραπέζι γέλασε τόσο, που για χρόνια, κάθε φορά που κάποιος άφηνε τα φτωχικά και διάλεγε τον πιο εκλεκτό μεζέ, όλο και βρισκόταν κάποιος να του πει με νόημα:

— Τα αξίζουν, κουμπάρα μου! Τα αξίζουν!

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

«Ο Πάρνωνας και τα Χωριά του»: Ο Σωτήρης Σκεύης μάς ταξιδεύει ξανά στην αγαπημένη του Καρίτσα

Ένα χωριό που αγναντεύει τη Λακωνία από ψηλά και κρατά ζωντανές τις μνήμες και τις παραδόσεις των ανθρώπων του.

Με είκοσι νέες φωτογραφίες, ο Σωτήρης Σκεύης συνεχίζει το όμορφο φωτογραφικό του οδοιπορικό «Ο Πάρνωνας και τα χωριά του», αφιερώνοντας αυτή τη φορά τον φακό του στην Καρίτσα, το χωριό της αείμνηστης μητέρας του, Στρατηγούλας Κατσάμπη.

Οι φωτογραφίες του δεν αποτυπώνουν μόνο πέτρες, δρόμους και τοπία. Αποτυπώνουν την ίδια την ψυχή του χωριού. Μας παρουσιάζουν την Καρίτσα όπως τη γνώρισαν οι παλιότεροι και όπως τη συναντούν σήμερα όσοι ανεβαίνουν στα 680 μέτρα του Πάρνωνα για να αγναντέψουν τον Λακωνικό Κόλπο, το Γύθειο και τα χωριά της λακωνικής πεδιάδας.

Φωλιασμένη στις πλαγιές του βουνού, ανάμεσα στην Τσούκα, τον Ελατιά, το Μαζαράκι, τον Μεγάλο Βράχο και τη ράχη της Ασφάκας, η Καρίτσα παραμένει ένα από τα ομορφότερα και πιο αυθεντικά χωριά της Λακωνίας. Ένα χωριό που απέχει μόλις λίγα χιλιόμετρα από το ιστορικό Γεράκι, αλλά διατηρεί αναλλοίωτη τη δική του ξεχωριστή ταυτότητα.

Μέσα από τις φωτογραφίες και τις σύντομες αναφορές του Σωτήρη περνά μπροστά από τα μάτια μας ολόκληρη η ζωή του χωριού. Η Δώθε και η Πέρα Γειτονιά. Η παλιά βρύση που δρόσιζε γενιές και γενιές Καριτσιωτών. Οι πέτρινες κρήνες που ακόμη ψιθυρίζουν ιστορίες του παρελθόντος. Η πλατεία, η παιδική χαρά και η επιβλητική Ευαγγελίστρια, χτισμένη πριν από περίπου εκατόν είκοσι χρόνια με ντόπιο μάρμαρο.

Δεν λείπουν βέβαια οι αναφορές στις εκκλησιές και τα ξωκλήσια του χωριού. Ο Άγιος Κωνσταντίνος, ο Αϊ-Γιάννης, ο Αϊ-Νικόλας, η Αγία Κυριακή και ο Άγιος Δημήτριος, τόποι προσευχής αλλά και σημεία αναφοράς για κάθε Καριτσιώτη, όπου κι αν βρίσκεται.

Ιδιαίτερη θέση στο αφιέρωμα κατέχει και η ταβέρνα – καφενείο του Παναγιώτη Κατσάμπη. Εκεί όπου, τους καλοκαιρινούς μήνες, χτυπά η καρδιά του χωριού. Εκεί όπου οι συγχωριανοί ανταμώνουν, πίνουν το κρασάκι τους, λένε τα νέα τους και χαίρονται τη συντροφιά. Ο ίδιος ο Σωτήρης δεν παραλείπει να υψώσει το ποτήρι του «στην υγειά των συγχωριανών», ενώ παράλληλα μας ανοίγει την όρεξη με φωτογραφίες από τα περίφημα ψητά της ταβέρνας.

Όμως η Καρίτσα δεν είναι μόνο ομορφιά και φιλοξενία. Είναι και ιστορία. Είναι ο τόπος που έδωσε αγωνιστές στην Επανάσταση του 1821 και που γνώρισε τη φρίκη του πολέμου στη μάχη στα «Μνήματα» το 1825, όταν οι δυνάμεις του Κολοκοτρώνη συγκρούστηκαν με τον Ιμπραήμ σε μία από τις σκληρότερες αναμετρήσεις της περιοχής.

«Η Καρίτσα δεν είναι απλώς το χωριό της μάνας μου», μοιάζει να μας λέει μέσα από τον φακό του ο Σωτήρης Σκεύης. «Είναι ένας τόπος γεμάτος μνήμες, ιστορία και ανθρώπους που κρατούν ακόμη ζωντανή την ψυχή του Πάρνωνα.»

Και αυτό ακριβώς πετυχαίνει η νέα του φωτογραφική συλλογή: να μας θυμίσει πως τα χωριά μας μπορεί να είναι μικρά στον χάρτη, μα παραμένουν μεγάλα στις καρδιές όσων τα αγαπούν.

Σημείωση

Οι είκοσι φωτογραφίες του Σωτήρη Σκεύη αποτελούν το νεότερο μέρος της σειράς «Ο Πάρνωνας και τα χωριά του», μιας αξιέπαινης προσπάθειας καταγραφής της φυσικής ομορφιάς, της ιστορίας και της καθημερινής ζωής των χωριών του Πάρνωνα για τις σημερινές και τις επόμενες γενιές.

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Πρώτο Κούρο Χωρίς τον Βασίλη: Ένα χέρι βοήθειας για τον φίλο

«Στα χωριά μας οι φίλοι δε λησμονιούνται. Κι άμα φύγει ένας νοικοκύρης, οι άλλοι στέκουνται δίπλα στην οικογένειά του και συνεχίζουν το έργο του.»

Το φετινό κούρο στα γίδια της οικογένειας του αείμνηστου Βασίλη Κατσάμπη είχε μια ξεχωριστή συγκίνηση. Ήταν το πρώτο χωρίς τον Βασίλη, που έφυγε ξαφνικά από τη ζωή στις αρχές της περσινής χρονιάς, σκορπίζοντας θλίψη στην οικογένειά του, στους φίλους και σε ολόκληρη την Καρίτσα. Άνθρωπος εργατικός και αγαπητός, αγάπησε τον τόπο του, την οικογένειά του και τη στάνη του, αφήνοντας πίσω του τη γυναίκα του Ελένη και τα τρία τους παιδιά να συνεχίσουν το σπιτικό και την παράδοση που κράτησε ζωντανή μια ολόκληρη ζωή.

Ανάμεσα σ’ εκείνους που βρέθηκαν κοντά στην οικογένεια ήταν και ο δικός μας Στέλιος Μαλαβάζος. Παρότι ήρθε από την Αυστραλία πριν μόλις λίγες μέρες, δεν άργησε να ξαναμπεί στους ρυθμούς του χωριού. Μόλις έμαθε πως ήρθε η ώρα για το κούρο, πήγε χωρίς δεύτερη κουβέντα να βάλει ένα χέρι, όπως θα έκανε κάθε καλός φίλος.

Οι φωτογραφίες τον δείχνουν μέσα στο μαντρί, ανάμεσα στους συγγενείς, στους χωριανούς και στα ζωντανά, να βοηθά στο κούρεμα των γιδιών. Εκεί, ανάμεσα στα μαλλιά, στις φωνές και στα πειράγματα της παρέας, η απουσία του Βασίλη ήταν αισθητή. Μα εξίσου αισθητή ήταν και η παρουσία της μνήμης του.

Όπως θυμίζει ο κοντοχωριανός μας Γιάννης Πριφτάκης, η αλληλεγγύη στη ζωή των ποιμένων υπήρχε πάντοτε σε πολλές μορφές. Στον κούρο, όταν κάποιος ξεκινούσε δικό του κοπάδι και οι άλλοι του χάριζαν ένα ζωντανό με την ευχή «να τα χιλιάσει», όταν χτυπούσε αρρώστια το κοπάδι ή όταν οι κτηνοτρόφοι έκαναν σμίχτες για να τα βγάλουν πέρα στις δύσκολες εποχές. Ο κούρος δεν ήταν ποτέ μια απλή αγροτική δουλειά. Ήταν γιορτή, συνεργασία και αλληλοβοήθεια.

Ο Σωτήρης Σκεύης στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία της συμπαράστασης προς την οικογένεια, γράφοντας πως πέρα από τη χειρωνακτική βοήθεια, εκείνο που μετρά περισσότερο είναι να νιώθει κανείς πως δεν είναι μόνος στις δύσκολες στιγμές της ζωής. Και πράγματι, αυτό ήταν το μεγαλύτερο μήνυμα της ημέρας.

Το κούρο τελείωσε όπως τελείωναν πάντα τέτοιες δουλειές στο χωριό: με κουβέντες, αναμνήσεις και την ικανοποίηση πως όλοι έβαλαν το λιθαράκι τους. Μπορεί να έλειπε ο βασικός στύλος της οικογένειας, όπως χαρακτηριστικά σημείωσε ο Γιάννης Πριφτάκης, όμως γύρω από την Ελένη και τα παιδιά στάθηκαν συγγενείς, φίλοι και χωριανοί, αποδεικνύοντας πως οι δεσμοί της Καρίτσας παραμένουν δυνατοί.

Γιατί η καλύτερη τιμή για έναν άνθρωπο δεν είναι τα μεγάλα λόγια. Είναι να συνεχίζονται όσα αγάπησε. Κι όσο υπάρχουν άνθρωποι που στέκονται ο ένας δίπλα στον άλλο, ο Βασίλης θα παραμένει παρών στις μνήμες, στις κουβέντες και στις καρδιές όλων μας.

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

5 Ιουνίου 1944: Η Μαύρη Δευτέρα της Ζούπαινας

«Εκατόν πενήντα έξι σπίτια έγιναν στάχτη και είκοσι δύο αθώες ψυχές χάθηκαν. Η Ζούπαινα πλήρωσε με αίμα το τίμημα του πολέμου και της κατοχής.»

Υπάρχουν μέρες που χαράζονται βαθιά στη μνήμη ενός τόπου και δεν σβήνουν ποτέ, όσος καιρός κι αν περάσει. Για τη Ζούπαινα, τη σημερινή κοινότητα των Αγίων Αναργύρων, μια τέτοια μέρα ήταν η 5η Ιουνίου 1944, ανήμερα του Αγίου Πνεύματος.

Εκείνη τη μαύρη Δευτέρα, το μικρό χωριό στις δυτικές απολήξεις του Πάρνωνα γνώρισε τη φρίκη του ναζισμού. Μέσα σε λίγες ώρες άνθρωποι σφαγιάστηκαν, σπίτια παραδόθηκαν στις φλόγες και οικογένειες ξεκληρίστηκαν. Η Ζούπαινα έγινε ένα ακόμη μαρτυρικό χωριό της Λακωνίας, πληρώνοντας βαρύ τίμημα στα τελευταία και πιο σκληρά χρόνια της γερμανικής κατοχής.

Η μέρα που ήρθε το κακό

Τις πρωινές ώρες της 5ης Ιουνίου 1944, γερμανικά στρατεύματα επέστρεφαν από εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στον Πάρνωνα. Καθώς διέρχονταν από τη Ζούπαινα, δέχθηκαν πυροβολισμό στην έξοδο του χωριού, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί ένας Γερμανός στρατιώτης.

Το γεγονός αυτό στάθηκε η αφορμή για μια ανελέητη πράξη αντιποίνων. Οι ναζί επέστρεψαν στο χωριό με μανία εκδίκησης. Ακολούθησε ένα όργιο βίας που άφησε πίσω του νεκρούς, καμένα σπίτια και ανείπωτο πόνο. Άλλοι κάτοικοι κάηκαν μέσα στα σπίτια τους, άλλοι εκτελέστηκαν, ενώ αρκετοί δέχθηκαν φρικτά χτυπήματα με μαχαίρια.

Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων δεν εξακριβώθηκε ποτέ πλήρως. Οι μαρτυρίες μιλούν για 22 έως 27 νεκρούς. Το ληξιαρχικό αρχείο του χωριού κάηκε και μαζί του χάθηκαν πολύτιμα στοιχεία. Ωστόσο, στα αρχεία της Βουλής των Ελλήνων καταγράφονται τουλάχιστον 21 επιβεβαιωμένα ονόματα μαρτύρων της σφαγής.

Τα θύματα της θηριωδίας

Ανάμεσα στους νεκρούς βρίσκονταν γυναίκες, ηλικιωμένοι και παιδιά. Ολόκληρες οικογένειες ξεκληρίστηκαν μέσα σε λίγες ώρες.

Η θυσία αυτών των ανθρώπων δεν αποτελεί απλώς μια ιστορική καταγραφή. Είναι η ζωντανή μνήμη της Ζούπαινας. Είναι οι γιαγιάδες, οι μανάδες, οι κόρες και οι παππούδες που δεν γύρισαν ποτέ στα σπίτια τους.

Κάθε όνομα αποτελεί μια ξεχωριστή ιστορία ζωής που διακόπηκε βίαια εκείνη την αποφράδα ημέρα.

Οι Μάρτυρες της Ζούπαινας

Η ναζιστική θηριωδία της 5ης Ιουνίου 1944 άφησε πίσω της δεκάδες οικογένειες βυθισμένες στο πένθος. Αν και ο ακριβής αριθμός των θυμάτων δεν κατέστη ποτέ δυνατό να εξακριβωθεί πλήρως, στα αρχεία της Βουλής των Ελλήνων καταγράφονται τα ακόλουθα είκοσι ένα επιβεβαιωμένα θύματα του Ολοκαυτώματος της Ζούπαινας:

• Σοφία Αλεξανδρή
• Παναγιώτα Βλάχου
• Κωνσταντίνος Γεωργίτσος
• Άννα Γεωργίτσου
• Όλγα Γεωργίτσου
• Αντωνία Γεωργίτσου
• Σταμάτα Γεωργίτσου
• Κατήγκω Γεωργίτσου
• Ματούλα Γερασίμου
• Σοφία Γερασίμου
• Σταμάτα Γερασίμου
• Κασσιανή Κωστιάνη
• Γιαννούλα Κωστιάνη
• Κανέλλα Κωστιάνη
• Διαμάντω Κουτσοβίτη
• Αντωνία Κουμουτζή
• Αντωνία Λάσκαρη
• Μεταξία Πολίτη
• Σοφία Πλαγάκη
• Ιωάννης Μπενέκος
• Γαρουφαλιά Μπενέκου

Τα ονόματα αυτά δεν είναι απλώς μια καταγραφή σε κάποιο αρχείο. Είναι άνθρωποι που είχαν οικογένειες, όνειρα και καθημερινές ζωές. Ήταν μανάδες, παιδιά, παππούδες και γιαγιάδες, συγχωριανοί που βρέθηκαν στο δρόμο της ναζιστικής βαρβαρότητας και πλήρωσαν με τη ζωή τους το τίμημα του πολέμου. Η αναφορά των ονομάτων τους αποτελεί ελάχιστο φόρο τιμής και διασφαλίζει ότι η θυσία τους δεν θα λησμονηθεί ποτέ.

Η συγκλονιστική μαρτυρία του Γιώργη Κωστιάνη

Από τις πιο συγκλονιστικές μαρτυρίες που διασώθηκαν είναι εκείνη του Γεωργίου Αθ. Κωστιάνη, ο οποίος ήταν μόλις 22 ετών όταν αντίκρισε την καταστροφή.

Βρισκόταν στη Ζαραφώνα όταν είδε πυκνούς καπνούς να υψώνονται από τη Ζούπαινα.

«Έτρεξα, τα πόδια στο κεφάλι μου», θυμάται χαρακτηριστικά. Όταν έφτασε στη θέση Λοσταρά Στέρνα, αντίκρισε το χωριό να καπνίζει από τη μια άκρη ως την άλλη.

Μπαίνοντας στο χωριό συνάντησε εικόνες φρίκης. Νεκρούς στους δρόμους. Σφαγμένους συγχωριανούς. Σπίτια που ακόμη κάπνιζαν.

Όταν έφτασε στο πατρικό του σπίτι, βρήκε τη μητέρα του, Γιαννούλα, νεκρή στην αυλή.

Λίγο αργότερα άκουσε βογκητά από το κατώι. Εκεί βρήκε τη μικρή αδελφή του, την εντεκάχρονη Κασσιανή, βαριά τραυματισμένη.

Τα λόγια της έμειναν χαραγμένα στη μνήμη του για όλη του τη ζωή:

«Γιώργη, τη σκότωσαν τη μάνα... νερό... νερό, διψάω πολύ!»

Η μικρή δεν κατάφερε να σωθεί.

Την επόμενη μέρα οι χωριανοί έθαψαν τους νεκρούς τους σε ομαδικό τάφο.

«Πού να βρούμε κάσες; Όλα καμένα ήταν», θυμόταν αργότερα ο Γιώργης Κωστιάνης.

Στάχτη και ορφάνια

Το ανθρώπινο κόστος ήταν βαρύ. Είκοσι δύο άνθρωποι σφαγιάστηκαν, ανάμεσά τους παιδιά και γυναίκες, αρκετές σε κατάσταση εγκυμοσύνης.

Εξίσου καταστροφικό ήταν το πλήγμα στο ίδιο το χωριό.

Από τα 210 σπίτια της Ζούπαινας, τα 156 παραδόθηκαν στις φλόγες. Μαζί τους χάθηκαν οικοσκευές, εργαλεία, τρόφιμα, αργαλειοί, προίκες κοριτσιών και οι κόποι μιας ζωής. Ό,τι είχαν δημιουργήσει γενιές ανθρώπων έγινε στάχτη μέσα σε λίγες ώρες.

Για χρόνια μετά το ολοκαύτωμα οι κάτοικοι πάλευαν να ξαναστήσουν τα νοικοκυριά τους. Χωρίς υλικά και χωρίς μέσα, χρησιμοποιούσαν κεραμίδια από στάνες και λόντζες για να στεγάσουν ένα δωμάτιο και να προστατεύσουν τις οικογένειές τους από τον χειμώνα.

Η Ζούπαινα και η Εθνική Αντίσταση

Η Ζούπαινα δεν ήταν ένα τυχαίο χωριό στα χρόνια της Κατοχής.

Αποτελούσε σημαντικό κέντρο αντιστασιακής δράσης στην Ανατολική Λακωνία. Εκεί τυπώνονταν παράνομα έντυπα της Αντίστασης, όπως οι εφημερίδες «Εθνική Δράση», «Αλήθεια», «Αλληλεγγύη» και «Ελεύθερα Νιάτα». Στο χωριό κυκλοφόρησαν επίσης φυλλάδια που συνέγραψε ο Νίκος Μπελογιάννης κατά την παραμονή του στην περιοχή το 1943.

Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη δράση είχε ο ιερέας Χριστόφορος Μπενέκος, ο οποίος σύμφωνα με τις πηγές συντόνιζε τη λειτουργία του παράνομου τυπογραφείου και φύλαγε τον εξοπλισμό του. Για τη δράση του υπέστη διώξεις και βασανισμούς.

Από τη Ζούπαινα προέρχονταν επίσης δύο σημαντικές μορφές της Αντίστασης.

Ο γιατρός Λυκούργος Γιανούκος, γνωστός ως Μετερίζης, που πρωτοστάτησε στις οργανώσεις του ΕΑΜ και αργότερα σκοτώθηκε το 1949.

Και η δασκάλα Αθηνά Μπενέκου, μία από τις πλέον εμβληματικές μορφές της Εθνικής Αντίστασης στη Λακωνία, η οποία εκτελέστηκε στην Τρίπολη το 1948.

Λίγο πριν από την εκτέλεσή της έγραψε τους στίχους που έμειναν στην ιστορία:

«Κι αν σε ρωτήσει η μάνα μου
και πού ’ναι η θυγατέρα μου,
κάθεται σ’ όμορφη πλαγιά
και τραγουδάει τη λευτεριά.»

Η μνήμη που δεν σβήνει

Ογδόντα δύο χρόνια μετά, η μνήμη του Ολοκαυτώματος της Ζούπαινας παραμένει ζωντανή.

Δεν είναι μόνο οι αριθμοί. Δεν είναι μόνο τα καμένα σπίτια και οι καταγραφές των ιστορικών.

Είναι οι ιστορίες των ανθρώπων. Είναι η Γιαννούλα που έμεινε να προστατεύσει το σπίτι και τα τρόφιμα της οικογένειάς της. Είναι η μικρή Κασσιανή που δεν ήθελε να αποχωριστεί τη μητέρα της. Είναι οι γυναίκες που χάθηκαν, οι οικογένειες που έμειναν ορφανές και ένα χωριό που χρειάστηκε χρόνια για να σταθεί ξανά στα πόδια του.

Η Ζούπαινα συγκαταλέγεται στα μαρτυρικά χωριά της πατρίδας μας. Το Ολοκαύτωμα της 5ης Ιουνίου 1944 αποτελεί μία από τις πιο τραγικές σελίδες της ιστορίας της Λακωνίας.

Σήμερα, το χρέος μας δεν είναι μόνο να θυμόμαστε. Είναι να μεταδίδουμε την ιστορική αλήθεια στις νεότερες γενιές, ώστε τα ονόματα των θυμάτων, ο πόνος των επιζώντων και η θυσία της Ζούπαινας να μη χαθούν ποτέ στη λήθη.

Αιωνία τους η μνήμη. 

Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

Μαρτυρικό Χωριό: Ο Άγιος Δημήτριος Ζάρακα θυμάται, η Λακωνία δεν ξεχνά

Ήταν 4 Ιουνίου 1944


Ξημέρωνε σιγά σιγά.

Η κατοχή στην Ελλάδα, κάτω από τη γερμανική μπότα, απλωνόταν ακόμη και στα πιο απομακρυσμένα χωριά της πατρίδας μας.

Ο υπόκωφος θόρυβος των μηχανών των Ναζί ακουγόταν όλο και πιο καθαρά στα πρώτα σπίτια του Αϊ Δημήτρη.

Οι πόρτες και τα παντζούρια των παραθύρων άλλαξαν συνήθεια.

Αντί να δεχτούν το ξημέρωμα, έδωσαν τόπο στο σκοτάδι.

Οι μεγαλύτεροι πήραν στην αγκαλιά τους τα μικρά παιδιά και μούλωσαν στις γωνιές των δωματίων.

Η διαταγή ήταν ξεκάθαρη.

Σκοτώστε και κάψτε.

Γυναικείες φωνές άρχισαν να ακούγονται.

Και αμέσως το κροτάλισμα του όπλου σταματούσε.

Ύστερα ακουγόταν μόνο το παιδικό κλάμα από το διπλανό σπίτι.

Κι εκείνο σταματούσε απότομα, όταν άρχιζε να μιλά η καυτή σφαίρα.

Ο ήλιος δεν τολμούσε να φανεί στον ουρανό.

Ο μαύρος καπνός που έβγαινε από τα σπίτια έγινε εκείνη την ημέρα ο αφέντης του χωριού.

Αγοριών και κοριτσιών.

Γυναικών και αντρών.

Είκοσι ενός ανθρώπων το αίμα κύλησε και έβαψε το χώμα του Αϊ Δημήτρη.

Το χωριό, ένα αποκαΐδι.

Και τα μαύρα ντουβάρια, βουβοί μάρτυρες.

Στέκουν ακόμη και σήμερα και μαρτυρούν τις απάνθρωπες πράξεις του Γερμανού κατακτητή.

Μαρτυρούν τον πόνο.

Μαρτυρούν τη φωτιά.

Μαρτυρούν τον θάνατο.

Μα πάνω απ’ όλα, μαρτυρούν τη μνήμη.

Ήταν 4 Ιουνίου 1944.

Τιμώντας τη Μνήμη

Σήμερα, Κυριακή 7 Ιουνίου, ο Άγιος Δημήτριος Ζάρακα τιμά τη μνήμη των θυμάτων του Ολοκαυτώματος του χωριού, συμπληρώνοντας ογδόντα δύο χρόνια από τη ναζιστική θηριωδία της 4ης Ιουνίου 1944, μία από τις πιο σκοτεινές και τραγικές σελίδες της νεότερης ιστορίας της Λακωνίας.

Με αφορμή την επέτειο, ο Δήμος Ευρώτα και η Δημοτική Κοινότητα Αγίου Δημητρίου καλούν τους πολίτες να συμμετάσχουν στις εκδηλώσεις μνήμης που πραγματοποιούνται σήμερα, αποτίοντας φόρο τιμής στα αθώα θύματα της ναζιστικής βαρβαρότητας που σημάδεψε ανεξίτηλα τον τόπο και τους ανθρώπους του. Η παρουσία όλων αποτελεί έναν ελάχιστο φόρο ευγνωμοσύνης προς εκείνους που έχασαν τη ζωή τους και μια υπόσχεση ότι η θυσία τους δεν θα λησμονηθεί ποτέ.

Η πρώτη επέτειος ως Μαρτυρικό Χωριό

Η φετινή επέτειος αποκτά ξεχωριστή σημασία, καθώς είναι η πρώτη που τελείται μετά την επίσημη αναγνώριση του Αγίου Δημητρίου ως Μαρτυρικού Χωριού της Ελλάδας. Πρόκειται για μια ιστορική δικαίωση που αναγνωρίζει τη θυσία των κατοίκων και τη βαριά παρακαταθήκη που άφησαν στις επόμενες γενιές.

Η αναγνώριση αυτή δεν αποτελεί μόνο τιμή για τους νεκρούς. Αποτελεί και μια έμπρακτη υπενθύμιση ότι η ιστορική μνήμη παραμένει ζωντανή και ότι τα εγκλήματα κατά αμάχων δεν μπορούν ποτέ να σβηστούν από τη συλλογική συνείδηση.

Η μαύρη Κυριακή της 4ης Ιουνίου 1944

Η 4η Ιουνίου 1944 χαράχτηκε ανεξίτηλα στη μνήμη της Λακωνίας. Στο πλαίσιο των σκληρών αντιποίνων που εξαπέλυσε η γερμανική διοίκηση στην Πελοπόννησο μετά την εξόντωση του Γερμανού υποστρατήγου των SS Franz Krech κοντά στους Μολάους, ισχυρές κατοχικές δυνάμεις εισέβαλαν στον Άγιο Δημήτριο.

Οι περισσότεροι άνδρες του χωριού, γνωρίζοντας ότι επίκειται επιδρομή, είχαν καταφύγει στα γύρω βουνά. Στα σπίτια είχαν απομείνει κυρίως γέροντες, γυναίκες και παιδιά. Εκείνη την Κυριακή, ο θάνατος σκέπασε το χωριό.

Είκοσι ένας αθώοι κάτοικοι εκτελέστηκαν εν ψυχρώ. Ανάμεσά τους βρίσκονταν γυναίκες, ηλικιωμένοι, μικρά παιδιά και ακόμη ένα βρέφος. Ήταν ένα προμελετημένο έγκλημα που άφησε πίσω του μόνο θρήνο και σιωπή.

Στάχτη και ερείπια

Η ανθρώπινη τραγωδία συνοδεύτηκε από πρωτοφανή καταστροφή. Σχεδόν ολόκληρος ο Άγιος Δημήτριος παραδόθηκε στις φλόγες. Διακόσια ενενήντα πέντε σπίτια κάηκαν ολοσχερώς, μετατρέποντας το 98% του χωριού σε αποκαΐδια. Η καταστροφή δεν άφησε ανέπαφη ούτε την εκκλησία του χωριού.

Το Ολοκαύτωμα του Αγίου Δημητρίου δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό. Αποτέλεσε μέρος της ισοπεδωτικής πολιτικής αντιποίνων που εφαρμόστηκε σε ολόκληρη την Πελοπόννησο, όταν ο άμαχος πληθυσμός βρέθηκε στο στόχαστρο των κατοχικών δυνάμεων. Οι ίδιες διαταγές οδήγησαν σε εκτελέσεις και καταστροφές σε πολλές περιοχές της χώρας, αφήνοντας πίσω τους εκατοντάδες θύματα.

Από τις στάχτες στην αναγέννηση

Όταν οι γερμανικές δυνάμεις αποχώρησαν, οι κάτοικοι επέστρεψαν από τα γύρω βουνά για να αντικρίσουν έναν τόπο βιβλικής καταστροφής. Πρώτα έθαψαν τους νεκρούς τους και ύστερα άρχισαν τον δύσκολο αγώνα της επιβίωσης.

Με πείσμα, αλληλεγγύη και βαθιά πίστη στον τόπο τους, ξαναέχτισαν τα σπίτια τους, καλλιέργησαν ξανά τη γη τους και κατάφεραν να παραδώσουν στις επόμενες γενιές ένα ζωντανό και περήφανο χωριό. Ο Άγιος Δημήτριος έγινε σύμβολο αντοχής, αξιοπρέπειας και δύναμης ψυχής.

Μια μνήμη κοινή για τα χωριά του Πάρνωνα

Για εμάς τους Καριτσιώτες, ο Άγιος Δημήτριος δεν είναι απλώς ένα γειτονικό χωριό. Είναι ένας τόπος με τον οποίο μας συνδέουν συγγένειες, φιλίες, κοινές παραδόσεις και η ίδια αγάπη για τη λακωνική γη.

Οι μνήμες εκείνου του καλοκαιριού του 1944 δεν ανήκουν μόνο στον Άγιο Δημήτριο. Αποτελούν κομμάτι της κοινής ιστορίας των χωριών του Πάρνωνα και ολόκληρης της Λακωνίας. Μας θυμίζουν το βαρύ τίμημα που πλήρωσαν οι προηγούμενες γενιές για την ελευθερία και την αξιοπρέπεια του τόπου μας.

Το χρέος της μνήμης

Ογδόντα δύο χρόνια μετά, ο Άγιος Δημήτριος δεν ζητά εκδίκηση. Ζητά μνήμη.

Μνήμη για τους είκοσι έναν αθώους νεκρούς. Μνήμη για τα παιδιά που δεν πρόλαβαν να μεγαλώσουν. Μνήμη για τα σπίτια που έγιναν στάχτη και για τις οικογένειες που βρέθηκαν ξαφνικά χωρίς χωριό και χωρίς καταφύγιο.

Η θυσία των κατοίκων του Αγίου Δημητρίου αποτελεί διαρκές σύμβολο αντίστασης, αξιοπρέπειας και αγώνα για την ελευθερία. Ταυτόχρονα, μας υπενθυμίζει την αξία της ειρήνης, της δημοκρατίας και του σεβασμού της ανθρώπινης ζωής.

Τα Καριτσιώτικα Νέα ενώνουν τη φωνή τους με ολόκληρη τη Λακωνία και αποτίουν φόρο τιμής στα αθώα θύματα του Ολοκαυτώματος του Αγίου Δημητρίου Ζάρακα.

Αιωνία τους η μνήμη.