Ο καιρός στο χωριό μας
Δευτέρα 25 Μαΐου 2026
Ζακ Ντάνιελ Ζαβάντα (2001-2026)
Ο Ζακ ήταν ο πολυαγαπημένος γιος της Πατ Χαγιά και του Ρούντι Ζαβάντα, εγγονός του Παναγιώτη και της Αλεξάνδρας Χαγιά, που ξενιτεύτηκαν στον Καναδά στις αρχές της δεκαετίας του 1960, κουβαλώντας πάντα βαθιά μέσα τους την αγάπη για την πατρίδα και την Καρίτσα.
Ένα παιδί ήσυχο, καλοσυνάτο και γλυκομίλητο, με καρδιά μάλαμα και ψυχή γεμάτη ευαισθησία. Αγαπούσε τη φύση, τη δημιουργία και τους ανθρώπους, ιδιαίτερα όσους είχαν ανάγκη από μια κουβέντα, λίγη παρηγοριά ή ένα χέρι βοηθείας. Με τον δικό του απαλό τρόπο άγγιζε τις καρδιές όσων τον γνώρισαν.
Η απώλειά του βύθισε στο πένθος τους γονείς του, τ’ αδέλφια του, όλη την οικογένεια Χαγιά και Ζαβάντα, συγγενείς και φίλους στον Καναδά, την Ελλάδα και την Αυστραλία.
Στην οικογένειά του και σε όλους τους συγγενείς εκφράζουμε τα θερμά μας συλλυπητήρια.
Αιωνία του η μνήμη.
Τρίτη 12 Μαΐου 2026
Η Ζωγραφική του Κώστα Γιαννακούρα: «Άτιτλο έργο»
Ο Κώστας Γιαννακούρας υπηρέτησε στο χωριό μας για
τέσσερα αξέχαστα χρόνια τη δεκαετία του 1970, αφήνοντας πίσω του μια παρουσία
που ακόμη και σήμερα μνημονεύεται με αγάπη και σεβασμό. Ήταν ένας δάσκαλος που
αγκάλιασε τον τόπο μας σαν δικό του, αγάπησε τα παιδιά με αληθινό ενδιαφέρον
και αφιερώθηκε με ψυχή και καρδιά στη μόρφωση και την καλλιέργειά τους.
Με ευαισθησία, καλοσύνη και δημιουργικό πνεύμα,
έδωσε στους μαθητές του χώρο να ονειρεύονται, να εκφράζονται και να πιστεύουν
στις δυνατότητές τους.
Η παρουσία του στο χωριό υπήρξε πολύτιμη και
βαθιά ανθρώπινη, ένα ζωντανό παράδειγμα της δύναμης που μπορεί να έχει ένας
δάσκαλος στις ζωές των ανθρώπων και ιδιαίτερα των παιδιών.
Σήμερα, ο Κώστας απολαμβάνει τη συνταξιοδότησή
του και τα «Καριτσιώτικα Νέα» έχουν τη χαρά και την τιμή να παρουσιάζουν
στιγμές από την καλλιτεχνική του διαδρομή, όπως αυτή αποτυπώνεται μέσα από τα
έργα του.
Στο σημερινό μας αφιέρωμα φιλοξενούμε ένα
ιδιαίτερα ατμοσφαιρικό και συμβολικό έργο του, ακόμη χωρίς τίτλο, ζωγραφισμένο
με ακρυλικά χρώματα.
Μέσα από τη βαθιά αντίθεση φωτός και σκιάς, το
έργο μοιάζει να αιχμαλωτίζει μια στιγμή ανάμεσα στην ανάσα και στη σιωπή. Η
ανθρώπινη μορφή, αποδομένη σαν σκιά απέναντι στο γαλάζιο φως, στέκεται σχεδόν
μυσταγωγικά απέναντι στα λεπτεπίλεπτα άνθη που αιωρούνται σαν μικροί ήλιοι ή
σαν εύθραυστες αναμνήσεις της φύσης.
Το πρόσωπο μοιάζει έτοιμο να φυσήξει, να
αγγίξει ή ίσως να συνομιλήσει με το φως. Τα δάχτυλα, λεπτά και εκφραστικά,
θυμίζουν χειρονομία δημιουργίας, σαν να κρατούν κάτι πολύτιμο και φευγαλέο πριν
αυτό χαθεί στον αέρα.
Υπάρχει στο έργο μια αίσθηση εσωτερικότητας
και περισυλλογής. Μια ήρεμη συνομιλία ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση, ανάμεσα
στη σκιά και στο φως, ανάμεσα στη μνήμη και στη στιγμή.
Ίσως γι’ αυτό το έργο να μην χρειάζεται τίτλο.
Γιατί αφήνει τον καθένα να δει μέσα του κάτι δικό του. Ένα όνειρο, μια
ανάμνηση, μια ανάσα ζωής.
Απολαύστε το.
Ακολουθεί
και η δική μας επιλογή από μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά και αξιόλογα έργα
του Κώστα Γιαννακούρα, δημιουργημένα με αγάπη, ευαισθησία και έμπνευση, από
τότε μέχρι σήμερα.
Σάββατο 9 Μαΐου 2026
Αντώνης και Κατίνα Κατσάμπη: Άνθρωποι που κράτησαν το βάρος της ζωής με αξιοπρέπεια
Πρόεδρος Τ.Κ. Καρίτσας
«Πίσω από κάθε ρυτίδα κρύβεται μια ζωή γεμάτη αγώνα, αξιοπρέπεια και αγάπη για τον τόπο και τους ανθρώπους του.»
Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που δεν χρειάζονται πολλά λόγια για να καταλάβεις ποιοι είναι και τι κουβαλούν μέσα τους. Το βλέπεις στο πρόσωπό τους, στο βλέμμα, στον τρόπο που στέκονται ήσυχα και αγέρωχα μέσα στον χρόνο. Άνθρωποι απλοί, μα γεμάτοι αξιοπρέπεια, φιλότιμο, καθήκον και καρδιά.
Στις σημερινές φωτογραφίες βλέπουμε τον Αντώνη Κατσάμπη μαζί με τη σύζυγό του Κατίνα, δυο ανθρώπους που κουβαλούν πίσω τους μια ολόκληρη διαδρομή ζωής, γεμάτη αγώνα, θυσίες και μνήμες μιας άλλης εποχής.
Ανάμεσα στις εικόνες ξεχωρίζουν τα παράσημα, οι τιμητικές διακρίσεις και οι παλιές φωτογραφίες από τα χρόνια της υπηρεσίας του, μαζί με την αναγνώριση για τη συμμετοχή του στον Πόλεμο της Κορέας. Μαρτυρίες μιας γενιάς που γνώρισε δύσκολα χρόνια, μεγάλες ευθύνες και στερήσεις, χωρίς ποτέ να ζητήσει ανταλλάγματα ή να κάνει θόρυβο για όσα πρόσφερε.
Κι όμως, πίσω από τα παράσημα και τις στολές, μένει πάντα ο άνθρωπος του χωριού. Ο οικογενειάρχης. Ο σύζυγος. Ο πατέρας και ο συγχωριανός που έζησε με τιμή και κράτησε μέσα του τις αξίες εκείνης της παλιάς εποχής, τότε που ο λόγος είχε βάρος και ο σεβασμός δεν χρειαζόταν πολλές εξηγήσεις.
Οι φωτογραφίες αυτές δεν είναι απλώς παλιές αναμνήσεις. Είναι μικρά κομμάτια της συλλογικής μας ιστορίας. Είναι μια υπενθύμιση πως πίσω από κάθε ηλικιωμένο πρόσωπο κρύβεται μια ζωή γεμάτη κόπο, ευθύνη, αγάπη και προσφορά.
Με βαθιά εκτίμηση και σεβασμό σε τέτοιους ανθρώπους, στέλνουμε κι εμείς τους πιο θερμούς χαιρετισμούς μας στον Αντώνη και την Κατίνα Κατσάμπη, από την Καρίτσα ως όπου χτυπά καρδιά χωριανού.
«Η μνήμη του χωριού δεν κρατιέται μοναχή της»
Με συγκίνηση και λόγια καρδιάς, ο Δημήτρης Κατσάμπης θέλησε κι εκείνος να εκφράσει δημόσια την ευγνωμοσύνη και την αγάπη του προς τον Αντώνη και την Κατίνα, για όσα πρόσφεραν όλα αυτά τα χρόνια στον τόπο και στην ιστορία του χωριού μας.
Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Θα ήθελα να εκφράσω μέσα από την καρδιά μου ένα μεγάλο ευχαριστώ στον πολύ καλό μου φίλο, τον Αντώνη, για την ανεκτίμητη βοήθεια και τη μεγάλη προσφορά του στην καταγραφή και διάσωση της ιστορίας του χωριού μας.»
Και συνεχίζει με λόγια γεμάτα εκτίμηση:
«Με ανοιχτή καρδιά, μεράκι και βαθύ σεβασμό στις μνήμες και στα βιώματα των προγόνων μας, στάθηκε όλα αυτά τα χρόνια ένας ακούραστος εργάτης της μνήμης και της παράδοσης του τόπου μας.»
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στην αγαπητή Κατίνα, που στάθηκε δίπλα του σε όλη αυτή την πορεία:
«Και οι δυο τους, με τον δικό τους όμορφο τρόπο, πρόσφεραν κάτι πολύτιμο στο χωριό μας και στις επόμενες γενιές, κρατώντας ζωντανή την ιστορία και την ψυχή του τόπου μας.»
Ένα μικρό χρέος τιμής
Σε εποχές που πολλά αλλάζουν και οι παλιές μνήμες σιγά σιγά λιγοστεύουν, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που κρατούν άσβεστη τη φλόγα της ιστορίας και της παράδοσης. Άνθρωποι που χωρίς φωνές και χωρίς επιδείξεις αφήνουν πίσω τους έργο, παράδειγμα και ψυχή.
Κι ίσως τελικά αυτό να είναι το μεγαλύτερο παράσημο απ’ όλα. Να σε θυμάται ο τόπος σου με αγάπη και σεβασμό.
Πέμπτη 7 Μαΐου 2026
Έργα του Αντώνη Μαλαβάζου: «Ο Φυσικός Κόσμος»
Κάθε τόσο, τα «Καριτσιώτικα Νέα» φιλοξενούν ένα ξεχωριστό έργο του Αντώνη Μαλαβάζου, του ταλαντούχου καλλιτέχνη από το χωριό μας. Μέσα από αυτή τη σειρά, θέλουμε να φέρουμε το κοινό πιο κοντά στον κόσμο του Αντώνη και να μοιραστούμε την έμπνευση και τη φαντασία που ξεπηδούν μέσα από τη δουλειά του.
Το σημερινό έργο, με τίτλο «Ο Φυσικός Κόσμος», είναι μια ζωντανή ωδή στη δύναμη και την ομορφιά της φύσης. Πάνω στην κομψή επιφάνεια του αγγείου, ξεδιπλώνονται οργανικές μορφές που θυμίζουν φύλλα, κλαδιά, άνθη και τροπική βλάστηση, όλα δεμένα μεταξύ τους μέσα σε μια πανδαισία χρωμάτων. Το βαθύ μπλε, το ζωηρό πράσινο, οι κόκκινες και χρυσές πινελιές δημιουργούν την αίσθηση πως η ίδια η φύση κινείται και αναπνέει επάνω στο έργο.
Οι χαρακτηριστικές λεπτομέρειες και οι διακοσμητικές κουκκίδες του Αντώνη προσδίδουν ρυθμό και ζωντάνια, ενώ η φόρμα του αγγείου θυμίζει αντικείμενο βγαλμένο από κάποιον παλιό, ονειρικό κόσμο. Το έργο αποπνέει αρμονία, ενέργεια και μια βαθιά σύνδεση με τη γη και το φυσικό περιβάλλον. Είναι ένας ύμνος στη ζωή και στη διαρκή κίνηση της φύσης, εκεί όπου κάθε χρώμα και κάθε γραμμή μοιάζουν να αφηγούνται τη δική τους ιστορία.
Τα έργα του Αντώνη προωθούνται υπό το εμπορικό σήμα "Adoni Art By Tony". Αν ενδιαφέρεστε να αποκτήσετε προσαρμοσμένα καλλιτεχνικά έργα του, μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί του μέσω email στο andonimalavazos@gmail.com.
Ανακαλύψτε τη γοητεία των έργων του Αντώνη και ξεκινήστε ένα μοναδικό καλλιτεχνικό ταξίδι!
Ανακαλύψτε τη γοητεία των έργων του Αντώνη και ξεκινήστε ένα μοναδικό καλλιτεχνικό ταξίδι!
Παρασκευή 17 Απριλίου 2026
Η τέχνη του αργαλειού σώθηκε στο Γεράκι
Στην «καρδιά» της λακωνικής γης, εκεί όπου οι πλαγιές του Πάρνωνα συναντούν την Ιστορία, το Γεράκι στέκει ως ένας ζωντανός φάρος πολιτισμού.
Όμως, πίσω από την πέτρινη γοητεία του οικισμού, μια δύσκολη πραγματικότητα εξελισσόταν αθόρυβα τα τελευταία χρόνια: η υφαντική τέχνη, ένας κώδικας επιβίωσης και έκφρασης που μεταφερόταν από γενιά σε γενιά για χιλιετίες, βρέθηκε στο χείλος του οριστικού αφανισμού. Το 2020, η κατάσταση είχε φτάσει σε οριακό σημείο. Σε ένα χωριό που κάποτε δέσποζε στην παγκόσμια υφαντική δημιουργία, είχε απομείνει μία και μοναδική ενεργή υφάντρα. Η τέχνη σώθηκε κυριολεκτικά στο «παρά πέντε».
Η ιστορία της διάσωσης αρχίζει από την αγωνία των ίδιων των κατοίκων. Η 67χρονη Χρυσούλα Σταματοπούλου, υφάντρα και σήμερα δασκάλα στη Δομή Υφαντικής, περιγράφει στον «Ε.Τ.»: «Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Γεράκι. Υφαίνω από την ηλικία των 20 χρόνων, σχεδόν μισό αιώνα. Το 2020 ήμουν η τελευταία υφάντρα στο χωριό. Η τέχνη του χωριού κινδύνευε με αφανισμό». Η διαπίστωση λειτούργησε ως συναγερμός. Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Γερονθρών δεν έμεινε θεατής. Απευθύνθηκε στην Αντιπεριφέρεια Λακωνίας, ζητώντας μια θεσμική λύση που θα ξεπερνούσε τα στενά όρια μιας απλής επιδότησης. Η ανταπόκριση ήταν άμεση και ουσιαστική. Με τη χρηματοδότηση της Περιφέρειας Πελοποννήσου, την υποστήριξη του Δήμου Ευρώτα που διέθεσε τον χώρο και τη συνεργασία με τον Αναπτυξιακό Οργανισμό Πάρνωνα ιδρύθηκε το 2021 η πειραματική «Δομή διδασκαλίας της υφαντικής τέχνης».Η επιτυχία υπήρξε εκρηκτική. «Μέχρι σήμερα έχουν εκπαιδευτεί περισσότερα από 80 άτομα, μεταξύ των οποίων και πέντε άνδρες», σημειώνει η κ. Σταματοπούλου, υπογραμμίζοντας ότι το γεγονός ότι άνδρες κάθονται πλέον στον αργαλειό δείχνει την κοινωνική μετατόπιση και την επανεκτίμηση της χειροτεχνίας ως επάγγελμα και όχι μόνο ως οικιακή απασχόληση. Η φήμη του Γερακίου ξεπέρασε τα σύνορα της Λακωνίας. Εκπαιδευόμενοι από την Πορτογαλία, τη Γαλλία και την Αγγλία ταξίδεψαν στο χωριό για να μάθουν τα μυστικά του όρθιου αργαλειού. Εντυπωσιακή είναι η περίπτωση ενός Αυστραλού με ελληνικές ρίζες, ο οποίος, αφού ολοκλήρωσε την εκπαίδευσή του, επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου πλέον υφαίνει και εμπορεύεται τα δικά του έργα, διαδίδοντας τη γερακίτικη τέχνη στην άλλη πλευρά του πλανήτη.
Αυτό που κάνει το Γεράκι να ξεχωρίζει παγκοσμίως είναι η χρήση του όρθιου ή ορθού αργαλειού. Δεν πρόκειται για μια απλή μηχανή, αλλά για ένα εργαλείο που η μορφή του παραμένει σχεδόν αναλλοίωτη από την αρχαιότητα. Ο όρθιος αργαλειός, που απεικονίζεται σε αιγυπτιακές τοιχογραφίες πριν από 3.500 χρόνια και σε βυζαντινά χειρόγραφα όπως το «Βιβλίο του Ιώβ», βρήκε στο Γεράκι το τελευταίο του οχυρό. Η κατασκευή του νέου εξοπλισμού για τη Δομή αποτέλεσε από μόνη της μια πράξη αναβίωσης. Γερακίτες ξυλουργοί και σιδεράδες επιστρατεύτηκαν για να φτιάξουν τους αργαλειούς και τα παραδοσιακά χτένια, διασφαλίζοντας ότι η τεχνογνωσία κατασκευής του οργάνου δεν θα χανόταν μαζί με την τεχνική της ύφανσης. Η υφάντρα στον όρθιο αργαλειό εργάζεται καθιστή, ενώ το στημόνι ιδιάζεται (τοποθετείται) κάθετα γύρω από δύο οριζόντια δοκάρια.
Τα κιλίμια του Γερακίου είναι χειροποίητοι τάπητες που ξεχωρίζουν για τον πολύπλοκο φυτικό και γεωμετρικό διάκοσμο. Τα νήματα, παραδοσιακά μάλλινα από τα κοπάδια της περιοχής, βάφονταν με φυτικές βαφές από τον Πάρνωνα, όπως ο μέλεγος για το μαύρο και η φλούδα καρυδιού για το καφέ.
Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Γερονθρών και οι τοπικοί φορείς στοχεύουν στη δημιουργία ενός Μουσείου Υφαντικής και στην πλήρη καταγραφή-τεκμηρίωση της παράδοσης. Η συνεργασία που ξεκίνησε το 2022 με τα Κέντρα του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος (ΙΣΝ) στα Πανεπιστήμια UCLA (Λος Αντζελες) και Simon Fraser (Βανκούβερ) ανοίγει νέους ορίζοντες έρευνας.
Τετάρτη 15 Απριλίου 2026
Γεώργιος Ροζακλής (1949–2026)
Ο Γιώργος γεννήθηκε στην Καρίτσα στις 3 Σεπτεμβρίου 1949. Σε ηλικία 24 ετών πήρε τον δρόμο της μετανάστευσης και έφτασε στην Αυστραλία στις 30 Δεκεμβρίου 1973. Η νεαρή σύζυγός του, η Ρούλα, τον ακολούθησε τον Μάρτιο του 1974.
Το ζευγάρι ρίζωσε στο Φόρεστβιλ, όπου μεγάλωσε με αγάπη και κόπο την όμορφη οικογένειά του, με τα παιδιά τους Δημήτρη, Κατερίνα, Ματούλα και Θοδωρή.
Ο Γιώργος ξεκίνησε τη δουλειά του σε εργοστάσια, μα η καρδ
ιά του τον γύρισε γρήγορα στη γη. Καλλιέργησε φράουλες και λαχανάκια Βρυξελλών στους λόφους της Αδελαΐδας και, με επιμονή και μόχθο, πραγματοποίησε το όνειρό του, να αποκτήσει τη δική του φάρμα στο Γουάιτς Βάλεϊ.
Ήταν άνθρωπος βαθιά δοτικός, με ξεχωριστή προσφορά στον Παλλακωνικό Σύλλογο και στην Κοινότητα Καριτσιωτών Νότιας Αυστραλίας. Με σιωπηλή γενναιοδωρία πρόσφερε πάντα απλόχερα από τον κόπο του, το κρασί του και τον χρόνο του. Μαζί με τη Ρούλα στάθηκαν ο ένας στο πλευρό του άλλου, χτίζοντας μια ζωή γεμάτη αντοχή, αγάπη και ευγνωμοσύνη, κρατώντας πάντα ζωντανή την αγάπη για τον τόπο τους.
Η εξόδιος ακολουθία θα τελεστεί την Τρίτη 21 Απριλίου 2026 και ώρα 2.00 μ.μ. στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου στο Θέμπαρτον. Η ταφή θα ακολουθήσει στο κοιμητήριο Σεντένιαλ Παρκ. Ο καφές της παρηγοριάς θα προσφερθεί στη συνέχεια στο Παλλακωνικό Οικογενειακό Κέντρο.Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τον σκεπάσει.
Θερμά συλλυπητήρια στη Ρούλα, στα παιδιά, στα εγγόνια και σε όλους τους οικείους του.
Αιωνία του η μνήμη.
Τρίτη 14 Απριλίου 2026
Εικοσιπέντε χρόνια από το θάνατο της Γιωργίας Κατσάμπη-Καραμανή
Εικοσιπέντε χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τον θάνατο της αγαπημένης μας Γιωργίας Κατσάμπη – Καραμανή, που άφησε την τελευταία της πνοή στο σπίτι της, στην Αδελαΐδα της Αυστραλίας, το πρωί της 14ης Απριλίου 2001.
Δύο χρόνια νωρίτερα, τον Ιούνιο του 1999, η Καριτσιώτισσα αυτή γυναίκα τιμήθηκε με μια ξεχωριστή διάκριση από το συνδικαλιστικό κίνημα της Νότιας Αυστραλίας. Μια τιμή που δεν αφορούσε μόνο την ίδια, αλλά και την οικογένειά της και την ιδιαίτερη πατρίδα της, την Καρίτσα.
Μετά από δεκαοκτώ χρόνια ακούραστης προσφοράς, αναγνωρίστηκε ως επίτιμο μέλος της Ένωσης Εργαζομένων Ποικίλων Κατηγοριών. Όπως έγραφε χαρακτηριστικά το σωματείο:
«Από αγροτοκόριτσο στα βουνά της Λακωνίας, σε εκπρόσωπο εργατικού σωματείου για δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια. Αυτή ήταν η ζωή της Γιωργίας Καραμανή.»
Η Γιωργία, το γένος Κατσάμπη, γεννήθηκε στις 17 Μαρτίου 1949 στην Καρίτσα Λακωνίας. Πρωτότοκη κόρη του Βαγγέλη και της Παναγιώτας, ήρθε στον κόσμο σε δύσκολα χρόνια, λίγο μετά τον πόλεμο και μέσα στη φτώχεια που μάστιζε τον τόπο. Το χωριό πληγωμένο, οι άνθρωποι όμως τίμιοι, εργατικοί, με φιλότιμο.
Ο παππούς της, ο Γιάννης Κατσάμπης, έζησε τη ζωή του ως ξενοτσόπανος. Κι όμως, μέσα σε τούτες τις στερήσεις, οι γονείς της έπλεκαν όνειρα για ένα σπιτικό γεμάτο παιδιά, αγάπη και προκοπή.
Ως πρωτότοκη, πήρε το όνομα της γιαγιάς της, της Γιωργίτσας από τον Κοσμά Κυνουρίας, και είχε πάντα μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά του πατέρα της, που της είχε μεγάλη αδυναμία.
Μα οι δυσκολίες δεν άφηναν περιθώρια. Το 1958, όταν η Γιωργία ήταν μόλις οκτώ χρονών, ο πατέρας της πήρε τη μεγάλη απόφαση να φύγει για την Αυστραλία, με σκοπό να δουλέψει λίγα χρόνια και να γυρίσει πίσω με κάτι στην άκρη. Η ζωή όμως άλλα είχε γραμμένα.
Σε γράμμα του έγραφε:
«Πολυαγαπημένη μου Παναγιώτα, δεν μπορώ να αρνηθώ αυτή τη χώρα για το μέλλον των παιδιών μας. Σας κάνω πρόσκληση να έρθετε.»
Και η μικρή Γιωργία, όπως θυμόταν, πηδούσε από τη χαρά της πάνω στο κρεβάτι.
Στις 13 Οκτωβρίου 1961, από το λιμάνι του Πειραιά, η μητέρα της Παναγιώτα με τα παιδιά αποχαιρέτησαν τον τόπο. Με το πλοίο «Πατρίς» ταξίδεψαν για είκοσι μέρες, ώσπου έφτασαν στη Μελβούρνη και αντάμωσαν ξανά τον πατέρα.
Η πραγματικότητα όμως ήταν σκληρή. Η δωδεκάχρονη Γιωργία ένιωσε χαμένη. Άγνωστη γλώσσα, ξένος τόπος, λαμαρίνες αντί για κεραμίδια, αυτοκίνητα που έτρεχαν, κι όλη η οικογένεια στρυμωγμένη σε ένα δωμάτιο. «Σαν ζούγκλα» έλεγε αργότερα.
Δεν άργησε να μπει στον αγώνα της ζωής. Πριν καλά καλά κλείσει τα δεκατέσσερα, άρχισε να δουλεύει. Από καραμελάδικο στο Γκούντγουντ μέχρι εργοστάσια, μπισκοτάδικα και στεγνοκαθαριστήρια. Και στις εποχές, στα χωράφια, στον τρύγο, στα μπιζέλια, στα κεράσια. Όπου υπήρχε ανάγκη, ήταν εκεί.
Το 1968, στα δεκαεννιά της, παντρεύτηκε τον Κυριάκο Τσιριγώτη από τις Βελιές. Ο γάμος δεν κράτησε πολύ, μα της χάρισε το μεγαλύτερο δώρο της ζωής της. Την 1η Μαρτίου 1969 γεννήθηκε ο γιος της, ο Σαράντος, που έγινε το στήριγμα και το νόημά της.
Το 1972 ξεκίνησε να εργάζεται στο Κέντρο Τζούλια Φαρ, φροντίζοντας άτομα με αναπηρίες. Εκεί ξεδιπλώθηκε ο χαρακτήρας της. Δυναμική, δίκαιη, με καρδιά μεγάλη. Γρήγορα ανέλαβε ενεργό ρόλο και στο συνδικάτο, παλεύοντας για καλύτερες συνθήκες και δικαιώματα.
Στάθηκε δίπλα στους εργαζόμενους σαν δικός τους άνθρωπος. Για χρόνια, το ίδιο της το σπίτι έγινε στέκι αγώνα, τόπος συζήτησης και σχεδιασμού. Κι όμως, την ίδια ώρα, είχε και την εκτίμηση της διοίκησης, γιατί ήξερε να στέκεται με αξιοπρέπεια και καθαρό λόγο.
Το 1973 γνώρισε τον Μανόλη Καραμανή από τη Ρόδο. Τον Φλεβάρη του 1974 ενώθηκαν με τα δεσμά του γάμου, και από τότε πορεύτηκαν μαζί στη ζωή, με αγάπη και στήριξη.
Το 1998 ξεκίνησε έναν ακόμη δύσκολο αγώνα, αυτόν της υγείας της. Μα δεν λύγισε. Με πίστη, δύναμη και την αγάπη των δικών της, στάθηκε όρθια μέχρι το τέλος.
Η Γιωργία δεν ήταν μια συνηθισμένη γυναίκα. Ήταν αγωνίστρια, μάνα, εργάτρια, άνθρωπος με αρχές. Έζησε με πάθος και έδωσε χωρίς να λογαριάσει.
Έφυγε στις 14 Απριλίου 2001, μα δεν χάθηκε. Μένει ζωντανή στις μνήμες, στις ιστορίες και στο παράδειγμα που άφησε πίσω της.
Δείτε τον οικογενειακό κλάδο της
αείμνηστης στα Οικογενειακά Δέντρα του Νότιου Πάρνωνα.
Τα Οικογενειακά Δέντρα του Νότιου Πάρνωνα έρχονται υπό την αιγίδα του
Παλλακωνικού Συλλόγου Νότιας Αυστραλίας «Ο Λεωνίδας», καθώς και της Κοινότητας
Καριτσιωτών Νότιας Αυστραλίας «Καρίτσα»
Κυριακή 5 Απριλίου 2026
Στο πλευρό του παιδικού βιβλίου οι μαθητές της Μαγούλας: Μια ξεχωριστή συνάντηση με τον Βασίλη Βλαχάκο γεφύρωσε παρελθόν και παρόν
Η ημέρα εξελίχθηκε σε ένα ζωντανό μάθημα μνήμης, γνώσης και δημιουργίας. Οι μαθητές ενημερώθηκαν για τις Παγκόσμιες Ημέρες και ταξίδεψαν νοερά σε σημαντικά μνημεία της UNESCO, διευρύνοντας τους ορίζοντές τους πέρα από τη σχολική ύλη. Παράλληλα, μέσα από αφηγήσεις και φωτογραφικό υλικό, γνώρισαν πτυχές της σχολικής ζωής και της καθημερινότητας προηγούμενων γενεών.
Ο ίδιος ο κ. Βλαχάκος μοιράστηκε προσωπικές αναμνήσεις από τα μαθητικά του
χρόνια στη δεκαετία του 1960, σκιαγραφώντας μια εποχή διαφορετική αλλά βαθιά
ανθρώπινη. «Συνταξιδέψαμε στο παρελθόν, τότε που ήμουν μαθητής σε μια αίθουσα
με 60 παιδιά, όλες οι τάξεις μαζί και με έναν δάσκαλο, υπόδειγμα λειτουργού και
παράδειγμα ανθρώπου», ανέφερε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας τη διαχρονική
αξία του εκπαιδευτικού έργου.
Δεν παρέλειψε, ωστόσο, να αναφερθεί και στις προκλήσεις της σύγχρονης εκπαίδευσης, σημειώνοντας με νόημα πως οι δάσκαλοι «παρά τις καλύτερες συνθήκες, βράζουν στο ίδιο καζάνι της πολιτείας, έτσι όπως παιδεύει τα παιδία η Παιδεία».
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη σημασία της ιστορικής γνώσης και της
οικογενειακής μνήμης. Μέσα από τη συζήτηση, τα παιδιά κατανόησαν πως το μέλλον
χτίζεται πάνω στη γνώση του παρελθόντος, ξεκινώντας ακόμη και από το
γενεαλογικό τους δέντρο.
Η δράση κορυφώθηκε με μια δημιουργική άσκηση, κατά την οποία οι μαθητές
κλήθηκαν να εκφράσουν τις σκέψεις τους για το σχολείο, τους δασκάλους και το
βιβλίο. Με αφορμή έναν στίχο που τους παρουσίασε ο συγγραφέας, ανακάλυψαν τις
δικές τους δημιουργικές δυνατότητες. «Είδαν ότι είναι μικροί ποιητές και δεν το
ήξεραν, ότι μπορούν να γίνουν συγγραφείς ή ζωγράφοι, αρκεί να ψαχτούν και να
βρουν τα ταλέντα που κρύβονται μέσα τους», τόνισε ο κ. Βλαχάκος.
Ο Βασίλης Βλαχάκος δεν είναι απλώς ένας επισκέπτης συγγραφέας, αλλά ένας άνθρωπος που στις αρχές της δεκαετίας του 1970 δίδαξε στην Καρίτσα, αφήνοντας το δικό του αποτύπωμα στις μνήμες των ανθρώπων της. Από εκείνη την εμπειρία γεννήθηκε και ένα μέρος του έργου του, με κορυφαίο το βιβλίο «Οι Αετοί της Καρίτσας», αλλά και ποιήματα όπως «Ο Μιχάλης ο “Ρουμάνος”», «Η Καρίτσα (στη φαντασία και στο χρόνο)» και «Η Ελιά της Καρίτσας», που αποτυπώνουν με ευαισθησία τον τόπο και τους ανθρώπους του.
Η παρουσία του στη Μαγούλα
δεν ήταν μόνο μια σχολική εκδήλωση, αλλά μια ζωντανή υπενθύμιση πως το βιβλίο
μπορεί να κρατήσει άσβεστη τη μνήμη και να μετατρέψει την εμπειρία σε
διαχρονική παρακαταθήκη.
Σάββατο 4 Απριλίου 2026
Το Λινό του Καφετζή, Μνήμη Χαραγμένη στης Καρίτσας τη Γη
Η φωτογραφία, τραβηγμένη από τον Γιάννη Γαβριήλ, μας οδηγεί σε μια γωνιά της καριτσιώτικης γης που για πολλούς από τη νεότερη γενιά, μέχρι πρόσφατα, ίσως στεκόταν σαν ένα μικρό αίνιγμα. Ανάμεσα στα χωράφια και χαμηλή βλάστηση, ένα πέτρινο καλυβάκι, λιτό και σιωπηλό όπως δεκάδες κι άλλα, μαρτυρούσε πως κάποτε είχε έναν λόγο ύπαρξης βαθιά δεμένο με τον τόπο. Το ερώτημα όμως παρέμενε, ποιος ήταν ο ρόλος του και τι ιστορία έκρυβε μέσα του.
Σήμερα, το αίνιγμα αυτό έχει πλέον όνομα. Πρόκειται για το «Λινό του Καφετζή», κοντά στα αμπέλια στην Απάνου Λούτσα, έναν χώρο όπου οι προγονοί μας πατούσαν τα σταφύλια με τα πόδια για να βγάλουν το κρασί της χρονιάς τους.
Ένας Τόπος με Σκοπό
Το κτίσμα δεν ήταν απλώς ένα καλυβάκι, αλλά μέρος μιας οργανωμένης αγροτικής λειτουργίας, άμεσα συνδεδεμένης με τον τρύγο και την οινοπαραγωγή. Η θέση του, μέσα στην καλλιεργημένη γη και σε άμεση γειτνίαση με τα αμπέλια, δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας. Εξυπηρετούσε τις ανάγκες του ληνού, ως βοηθητικός χώρος προετοιμασίας και φύλαξης.
Ο ληνός αποτελούσε το κέντρο της διαδικασίας. Εκεί πατούσαν τα σταφύλια, μοιράζονταν κόπο και χαρά και μετέδιδαν γνώση από γενιά σε γενιά. Ήταν τόπος εργασίας και συνάντησης, βαθιά δεμένος με τη γη και τον ετήσιο κύκλο ζωής, όπου η παραγωγή αποκτούσε συλλογικό χαρακτήρα.
Ο Τρύγος ως Βίωμα
Την εποχή του τρύγου, ο χώρος ζωντάνευε. Οι άνθρωποι συγκεντρώνονταν, κουβαλούσαν τα κοφίνια με τα σταφύλια και, με γυμνά πόδια, τα πατούσαν, μετατρέποντας τον καρπό σε μούστο. Δεν ήταν μια σιωπηλή εργασία, αλλά μια κοινή εμπειρία, γεμάτη ρυθμό, φωνές και συμμετοχή.
Το κρασί που προέκυπτε δεν ήταν απλώς προϊόν, αλλά η απόσταξη μιας ολόκληρης χρονιάς, της γης και των ανθρώπων της.
Το Τέλος μιας Εποχής
Το λινό σταμάτησε να λειτουργεί στα τέλη της δεκαετίας του 1950 ή στις αρχές του 1960, σηματοδοτώντας το τέλος ενός τρόπου ζωής όπου η παραγωγή ήταν άμεσα δεμένη με την καθημερινότητα και την κοινότητα.
Από τότε, το κτίσμα έμεινε πίσω, σιωπηλό και εκτεθειμένο στον χρόνο, χωρίς όμως να χάσει τη μνήμη του.
Από το Μυστικό στη Μαρτυρία
Για χρόνια, το καλυβάκι στεκόταν σαν ένα μικρό μυστικό μέσα στο τοπίο. Σήμερα, η ταυτότητά του έχει αποκατασταθεί και μαζί της αναδύεται μια ολόκληρη εικόνα ζωής που κάποτε ήταν αυτονόητη.
Δεν είναι απλώς ένα εγκαταλειμμένο καλυβάκι Είναι μάρτυρας μιας εποχής όπου ο κόπος είχε πρόσωπο, η γη είχε φωνή και το κρασί είχε ιστορία.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό. Ότι τέτοιοι τόποι δεν χάνονται πραγματικά. Παραμένουν εκεί, σιωπηλοί αλλά παρόντες, μέχρι κάποιος να τους αναγνωρίσει ξανά και να τους επιστρέψει τη θέση που τους αξίζει στη συλλογική μνήμη.
Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026
Τα Καριτσιωτάκια
Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026
Καριτσιώτικο ανέκδοτο: «Πάσχα δω, Πάσχα κει, Πάσχα και στην Άγια Καρίτσα!»
Ένα παλιό χωριανό ανέκδοτο, όπως το έλεγε σαν παραμύθι ο Βαγγέλης Κατσάμπης στα παιδιά του, μαζεμένα γύρω από το αναμμένο τζάκι
Τα παλιά, τα πολύ δύσκολα χρόνια, τότε που η Καρίτσα έπαιρνε σχήμα χωριού
στις απότομες πλαγιές του Νότιου Πάρνωνα, οι πρώτοι Καριτσιώτες δεν είχαν ούτε
πολλά ούτε εύκολα. Είχαν όμως πείσμα.
Γύρω από μια νεροπηγή σήκωσαν κάμποσα πετρόχτιστα, πλακοσκέπαστα χαμόσπιτα. Πιο πάνω, σ’ ένα αγνάντι που το φύλαγε ένας μεγάλος κέδρος σαν άγρυπνος φρουρός, έχτισαν μαντρότοιχο όλο γύρω από τη «Γειτονιά των Αγγέλων». Κι από δίπλα, κοντά σ’ ένα ρουμάνι που σφύριζε ο αγέρας, έστησαν την πολιούχο, την Αγία Παρασκευή.
Σπίτια υπήρχαν. Εκκλησιά υπήρχε. Νεκροταφείο υπήρχε.
Σχολειό; Ούτε για δείγμα.
Ο παπάς που άφησε τα γίδια και κράτησε το πετραχήλι
Όλο το χωριό αγράμματο. Κι ο παπάς μαζί.
Λένε πως άφησε την κλίτσα, τα γίδια και τα
πρόβατα στην Τσούκα και φόρεσε το πετραχήλι για να ποιμάνει στην Αγία
Παρασκευή. Ευλογημένος άνθρωπος. Καλοπροαίρετος. Μα γράμματα δεν ήξερε. Ούτε να
διαβάσει, ούτε να γράψει, ούτε καλά καλά να μετρήσει.
Έψελνε ό,τι θυμόταν νεράκι, λίγο μπερδεμένα,
λίγο ανακατεμένα. Το Ευαγγέλιο το έλεγε απ’ έξω, απ’ όσα κρατούσε από παιδάκι.
Κουτσά στραβά τα κατάφερνε.
Το μεγάλο βάσανο όμως δεν ήταν τα τροπάρια.
Ήταν οι γιορτές.
Πότε πέφτει τ’ Αγιαννιού; Πότε τα Χριστούγεννα; Και το Πάσχα, βρε παιδί μου,
πότε έρχεται το Πάσχα;
Η Μεγάλη Σαρακοστή και τα σαράντα οχτώ κουκιά
Η μεγαλύτερη σκοτούρα ήταν η Σαρακοστή.
Σαράντα οχτώ μέρες από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι το Μεγάλο Σάββατο. Σαράντα οχτώ
μέρες που κυλούσαν αργά σαν ανοιξιάτικο
νεράκι, γιατί όλο το χωριό νήστευε.
Ο παπάς, άνθρωπος πρακτικός, βρήκε λύση.
Την Καθαρά Δευτέρα έβαζε σαράντα οχτώ κουκιά στα μπενίσια του. Κάθε πρωί έπερνε από ένα. Όταν θα έφτανε στο
τελευταίο, θα ήταν Μεγάλο Σάββατο. Τα μεσάνυχτα Χριστός Ανέστη, και την άλλη
μέρα Πάσχα. Τόσο απλά.
Ή έτσι νόμιζε.
Η παπαδιά και η μοιραία χούφτα
Μια μέρα η παπαδιά, καθώς μπάλωνε τα μπενίσια,
βρίσκει τα κουκιά.
«Αα, του αρέσουν του ευλογημένου τα κουκιά»,
λέει η καλή ψυχή.
Και για να τον ευχαριστήσει, του ρίχνει μέσα άλλη μια γερή χούφτα.
Από κείνη τη μέρα ο παπάς έπερνε κάθε πρωί το κουκάκι του και
μετρούσε την αντίστροφη μέτρηση για το Πάσχα. Μόνο που τα κουκιά δεν τελείωναν
ποτέ.
Κι οι Καριτσιώτες;
Νήστευαν. Και ξανά νηστεύαν. Σαράντα οχτώ μέρες και κάμποσες ακόμη. Πόσες;
Κανείς δεν ξέρει. Η πιο μακρόσυρτη Σαρακοστή που γνώρισε ο Νότιος Πάρνωνας.
Τα κόκκινα τσόφλια στο Γεράκι
Ένα πρωινό, πριν καλά καλά φέξει, ο παπάς πήρε το κουκάκι του, καβάλησε το
γαϊδουράκι και τράβηξε για το διπλανό κεφαλοχώρι, το Γεράκι.
Κατηφόρισε από τις Τρόκλες, άναψε κεράκι στον
Άι Νικόλα, έκανε τον σταυρό του στον Άι Γιάννη στο Βαρικό, κι όπως έμπαινε στο Γεράκι έκανε πάλι το σταυρό του μπροστά στον Άι
Θανάση.
Και τότε τα είδε.
Σκόρπια πάνω στο καλντερίμι, φθαρμένα κόκκινα τσόφλια. Λίγο
πιο πέρα, κι άλλα. Και παραπάνω, παντού κατακόκκινα.
Ο παπάς πάγωσε.
Το Πάσχα είχε περάσει. Και στην Καρίτσα ακόμα τρώγανε κουκιά.
Χωρίς δεύτερη σκέψη, γύρισε το γαϊδουράκι και
πήρε τον ανήφορο πίσω. Όχι για δουλειές. Για σωτηρία.
Το μεσημεριάτικο «Χριστός Ανέστη»
Κόντευε μεσημέρι όταν έφτασε στο χωριό. Ο ήλιος έλαμπε από ψηλά, περίπου στη μέση του ουρανού ανάμεσα στην Τσούκα και την Ασφάκα και οι Καριτσιώτες, νηστικοί μα γαλήνιοι, κάθονταν έξω από τα πετρόχτιστα, λες και περίμεναν κάτι που δεν ήξεραν ακόμη.
Ξάφνου η καμπάνα στον μεγάλο κέδρο χτύπησε
αλλιώτικα. Όχι πένθιμα. Όχι γιορτινά. Ανησυχητικά.
Στην Αγία Παρασκευή μαζεύτηκαν όλοι.
Ο παπάς στεκόταν μπροστά στην Ωραία Πύλη. Με τα
καλά του άμφια. Στο χέρι μια μεγάλη λαμπάδα αναμμένη, που έσταζε κερί πάνω στις
πλάκες.
Πήρε βαθιά ανάσα. Έκανε τον σταυρό του.
Και άρχισε, λίγο σπαστά στην αρχή, μα έπειτα με
φωνή που γέμισε το εκκλησάκι:
«Χριστός Ανέστη εκ νεκρών,
θανάτω θάνατον πατήσας…»
Σταμάτησε μια στιγμή. Κοίταξε τον κόσμο του,
τους ανθρώπους του, που είχαν νηστέψει παραπάνω απ’ όσο έπρεπε χωρίς να το
ξέρουν.
Και τότε, σαν να του το ψιθύρισε ο ίδιος ο
άνεμος από το ρουμάνι, ύψωσε τη λαμπάδα και φώναξε:
«Χριστός Ανέστη.
Δεῦτε λάβετε φως.
Πάσχα δω, Πάσχα κει,
Πάσχα και στην Άγια Καρίτσα.»
Ο κόσμος αναστέναξε. Κάποιοι κάναν το σταυρό τους.
Κάποιοι χαμογέλασαν με μάτια βουρκωμένα.
Κι εκείνος ξανάπιασε το τροπάριο, πιο σίγουρος
τώρα:
«…και τοις εν τοις μνήμασι
ζωήν χαρισάμενος.»
Κι έτσι, μεσημέρι, κάτω από το φως του ήλιου
κι όχι του φεγγαριού, η Ανάσταση ήρθε στην Καρίτσα. Όχι με τυμπανοκρουσίες και
νυχτερινά βαρελότα. Μα με μια φωνή τίμια και καθαρή, που μπέρδεψε τα λόγια μα
όχι την πίστη.
Και λένε πως από τότε, όταν μπερδεύονται τα
πράγματα στο χωριό, κάποιος θα πει γελώντας:
«Μην ανησυχείτε. Πάσχα δω, Πάσχα κει, Πάσχα
και στην Άγια Καρίτσα.»
Και
όλα μπαίνουν στη θέση τους.
Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026
Μια εικόνα που είχε χρόνια να δει το χωριό. Η Κεντρική Βρύση ξαναξεχείλισε
Μπροστά σε τούτη την εικόνα στάθηκαν και δυο καλοί γείτονες, ο Νίκος Αντωνίου κι ο Στέλιος Μαλαβάζος, άνθρωποι που το χωριό τρέχει στο αίμα τους σαν το νερό της βρύσης. Και το καμάρωναν, με φανερή χαρά, να περισσεύει και να παίρνει τον δρόμο του για το αυλάκι.
Το ευχάριστο γεγονός
Η Κεντρική Βρύση, σημείο αναφοράς για το χωριό μας από τα παλιά χρόνια, υπήρξε για δεκαετίες η βασική πηγή ζωής της καθημερινότητας. Εκεί γέμιζαν οι στάμνες, εκεί ποτίζονταν τα ζώα, εκεί συναντιούνταν οι άνθρωποι και αντάλλασσαν δυο κουβέντες. Το ξεχείλισμα του νερού ήταν κάποτε γνώριμη εικόνα, σημάδι αφθονίας και ευλογίας. Τα τελευταία χρόνια όμως, τέτοιες στιγμές έγιναν σπάνιες.
Όταν λοιπόν το νερό άρχισε να υπερχειλίζει και να κυλά στο αυλάκι, ήταν σαν να γύρισε ο χρόνος πίσω. Ο Νίκος Αντωνίου και ο Στέλιος Μαλαβάζος, πρώην πρόεδρος της Κοινότητας, στάθηκαν σιωπηλοί, κοιτώντας το νερό με εκείνη τη γνώριμη αίσθηση που μόνο όσοι έζησαν τις παλιές εποχές μπορούν να νιώσουν. «Χρόνια είχαμε να το δούμε έτσι», ειπώθηκε χαμηλόφωνα.
Δεν ήταν απλώς ένα φυσικό φαινόμενο. Ήταν μια υπενθύμιση. Το νερό που ξεχείλισε ξύπνησε μνήμες από εποχές που η βρύση έσφυζε από ζωή, από παιδικές φωνές, από κουβέντες και γέλια γύρω από την πέτρα.
Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026
Ποίηση: Το Πατρικό στον Ανήφορο
Με πέτρα με θεμέλιωσαν μετά φωτιά και πόνο,
να γίνω σπίτι και απαντοχή στον δύσκολο τον χρόνο.
Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026
Δημήτριος Τσαμάλης (1946–2026)
Ο Δημήτρης γεννήθηκε στην Καρίτσα την 1η Ιουλίου 1946 και μεγάλωσε με τις αξίες του τόπου μας, της οικογένειας, της πίστης και της αξιοπρέπειας. Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 79 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα ήσυχο αλλά γεμάτο αποτύπωμα αγάπης και προσφοράς.
Υπήρξε αφοσιωμένος σύζυγος της Γεωργίας, στοργικός πατέρας, τρυφερός παππούς και αγαπημένος αδελφός και θείος. Η οικογένειά του στάθηκε πάντα το κέντρο της ζωής του, και καμάρωνε για τα παιδιά, τα εγγόνια και το δισέγγονό του.
Η εξόδιος ακολουθία θα ψαλεί σήμερα, Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026, στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Γεράκι.
Εκφράζουμε τα ειλικρινή μας συλλυπητήρια στη σύζυγό του, στα παιδιά, στα εγγόνια, στο δισέγγονό του και σε όλους τους οικείους του.
Αιωνία του η μνήμη.
Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026
The Weekend that Never Dawned
![]() |
| (Kosmas, 29–30 January 1944. Not to be forgotten.) |
Some dates the years can never claim,
They live as wounds, as duty, as flame.
I stepped
out to the lower threshing grounds,
And gazed across the village bounds.
I saw the fire devour the homes,
Wolves among the scattered flocks,
Enemies at every door.
Kosmas
woke to smoke and cries,
Flames climbing high into the skies.
Not alone in grief, not alone in pain,
The village burned, but hearts remain.
From five hundred homes, few were spared,
Yet courage endured, and prayers were shared.
That
weekend stays alive in our sight,
Not to reopen wounds, but to honour light.
The sheep may scatter, the wolves may roam,
But Kosmas endures to make our hearts its home.
Σαν σήμερα πριν από 82 χρόνια: Το Μαύρο Σαββατοκύριακο του Κοσμά
Μια ημερομηνία που δεν ξεχνιέται
Υπάρχουν ημερομηνίες που δεν τις σβήνει ο χρόνος. Τις κουβαλά ο τόπος σαν πληγή και σαν χρέος. Για τον Κοσμά της Κυνουρίας, το γειτονικό μας χωριό, η πιο βαριά και σκοτεινή ημερομηνία είναι το Σαββατοκύριακο της 29ης και 30ής Ιανουαρίου 1944. Ένα Σαββατοκύριακο που δεν ξημέρωσε ποτέ κανονικά και που πόνεσε όχι μόνο τον Κοσμά, αλλά και εμάς, χάρη στους ισχυρούς δεσμούς συγγένειας που ενώνουν τα δύο μας χωριά εδώ και πολλές γενιές.
Κι όταν τα λόγια δεν φτάνουν για να πουν τον πόνο, τότε μιλά το τραγούδι. Ένα τραγούδι βγαλμένο από τα χείλη των ντόπιων, από τη στάχτη και τον καπνό εκείνων των ημερών:
«Βγήκα στα Κάτω Αλώνια
κι αγνάντιο στο χωριό•
βλέπω φωτιά στα σπίτια,
λύκους στα πρόβατα,
μεγάλοι εχτροί.»
Ο Κοσμάς δεν είναι για το χωριό μας απλώς ένα άλλο χωριό δίπλα μας στον Πάρνωνα. Είναι συγγένεια. Είναι αίμα ανακατεμένο. Είναι δεκάδες γάμοι, κουμπαριές και οικογένειες που ένωσαν τα δύο χωριά μέσα στα χρόνια. Γι’ αυτό κι ό,τι χτύπησε τον Κοσμά, άγγιξε και τα δικά μας σπίτια, τις δικές μας μνήμες.
Τότε ήταν που οι Γερμανοί κατακτητές, μαζί με ντόπιους συνεργάτες, αποφάσισαν να τιμωρήσουν τους Κοσμίτες για τη συμβολή τους στην Εθνική Αντίσταση. Να τιμωρήσουν ένα χωριό που δεν λύγισε, που στάθηκε με αξιοπρέπεια απέναντι στην Κατοχή.
Πάνω στο βουνό του Πάρνωνα, σ’ αυτό το χωριό όπου η άγρια ομορφιά της ελληνικής φύσης σμίγει με τον ελεύθερο ανθρώπινο στοχασμό, τη λεβεντιά και τους αγώνες του Έθνους μας για ελευθερία και ανεξαρτησία, γράφτηκε άλλη μία μαύρη σελίδα της ιστορίας. Μια σελίδα που βαραίνει για πάντα τη συνείδηση των Γερμανών και των συνεργατών τους.
Σαν σήμερα, πριν από 82 χρόνια, ο Κοσμάς πυρπολήθηκε και καταστράφηκε ολοκληρωτικά. Από τα 505 σπίτια του χωριού, τα 498 παραδόθηκαν στις φλόγες. Σπίτια ανθρώπων που είχαν συγγένεια, δεσμούς και ρίζες και με το δικό μας χωριό. Ο καπνός ανέβηκε στον Πάρνωνα και η σιωπή απλώθηκε σε όλα τα γύρω χωριά.
Τα χρόνια πέρασαν. Όμως το ολοκαύτωμα του Κοσμά καταγράφηκε στην ιστορία και χαράχτηκε βαθιά στη μνήμη. Όχι μόνο των Κοσμιτών, αλλά και όλων όσων μοιράζονται μαζί τους κοινή καταγωγή, κοινές ιστορίες και κοινό πόνο.
Και όσο οι δεσμοί αίματος, οι ιστορίες των παππούδων και οι αφηγήσεις περνούν από γενιά σε γενιά, εκείνο το μαύρο Σαββατοκύριακο θα παραμένει ζωντανό. Όχι για να πληγώνει, αλλά για να θυμίζει και να τιμά.
Σχετικά μ’ αυτά τα χρόνια, αξίζει πραγματικά να σταθεί κανείς λίγο και να ακούσει μια φωνή που τα έζησε. Γι’ αυτό και προτείνουμε στους αναγνώστες να αφιερώσουν χρόνο στη ζωντανή προφορική μαρτυρία της θεια-Ελένης Σαράντη, όπως καταγράφηκε σε μια κουβέντα καρδιάς με τον ανιψιό της Παναγιώτη Κατσίκα.
Μια κουβέντα απλή, μα βαριά από μνήμες. Με λόγια ταπεινά, όπως τα λένε οι άνθρωποι που τα πέρασαν, η θεια-Ελένη ξεδιπλώνει τη ζωή της στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου.
Θυμάται τον εμπρησμό του χωριού, τους Ιταλούς και τους Γερμανούς, τους αντάρτες και τους Χίτες, τη φτώχεια, την πείνα και τον φόβο που δεν έφευγε απ’ τα σπίτια και τις καρδιές. Όλα αυτά άφησαν σημάδια βαθιά πάνω της, σημάδια που δεν σβήνουν εύκολα.
Κι όμως, μέσα απ’ τον πόνο, ξεπροβάλλει η αντοχή της ψυχής. Δεν μιλά μόνο για τα βάσανα, μα και για την επιμονή να σταθεί όρθια, να παλέψει για μια καλύτερη ζωή, για προκοπή και για λίγη χαρά, όπως άξιζε σε όλους.
Η μαρτυρία της μπορεί να ακουστεί ολόκληρη στον παρακάτω σύνδεσμο:
https://archive.istorima.org/interviews/EL-15468
Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026
Σχέδια που σκοτεινιάζουν τα βουνά πάνω από την Καρίτσα
Τις τελευταίες μέρες έρχονται στην επιφάνεια πληροφορίες που δεν μπορούν να αφήσουν κανέναν στην Καρίτσα αδιάφορο. Σύμφωνα με επίσημα σχέδια της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ), φαίνεται πως προχωρά ένας εκτεταμένος σχεδιασμός για την εγκατάσταση αιολικών πάρκων στις κορφές που αγναντεύουν το χωριό μας, ξεκινώντας από το Φεστούτσι στον Κοσμά και απλώνοντας στις γύρω ράχες.
Όπως μας λέει ο Σωτήρης Σκεύης,
πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Μαρίου καθώς και απόγονος της Καρίτσας, τα σχέδια αυτά δεν είναι μικρής
κλίμακας: «Για να πάρετε μία ιδέα για τι καταστροφή μιλάμε, οι άρπαγες έχουν πλάνα να εγκαταστήσουν δύο τεράστια αιολικά πάρκα που θα κινούνται προς δύο κατευθύνσεις ξεκινώντας από την θέση «Σταυρός» 1.240μ. εκεί που υπάρχει το μνημείο της μάχης Φεστουτσίου.»
Το νότιο τόξο, τα βουνά που μας ενώνουν
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το
νότιο τόξο του σχεδιασμού. Πρόκειται για μια συνεχόμενη γραμμή που όλοι
λίγο-πολύ έχουμε περπατήσει, βοσκήσει, σταθεί να αγναντέψουμε. Σύμφωνα με τα
στοιχεία, η χάραξη ξεκινά από το Φεστούτσι και περνά διαδοχικά από: Φεστούτσι
– Μαζαράκι – Ελατιάς – Μεγάλο Βράχο – Μνήματα – Καναλάκια – Καταφύκι – Προφήτη
Ηλία Κουνουπιάς.
Δεν είναι φήμες
Ο Σωτήρης Σκεύης είναι ξεκάθαρος: «Αυτά δεν τα γράφω από το μυαλό μου αλλά από τα σχέδια της ΡΑΕ που έχω στην κατοχή μου, λόγω δικαστικού αγώνα που δίνουμε σαν κοινότητα Μαρίου κατά των καταπατητών της γης μας και έτσι ξέρουμε τα άνομα σχέδια τους.»
Μέσα από αυτή τη διαδικασία έχει
γίνει γνωστό ότι ο συνολικός σχεδιασμός μιλά για περισσότερες από 60
ανεμογεννήτριες, απλωμένες στις δύο κατευθύνσεις.
Ένα έργο, μια γνώριμη ιστορία
Έτσι, φαίνεται να ακολουθείται ένα σενάριο που έχουμε ξαναδεί αλλού: πρώτα
ανακοινώνεται ένας πολύ μεγάλος αριθμός εγκαταστάσεων και, ύστερα από
αντιδράσεις και προσφυγές, παρουσιάζεται μια «μείωση» ως υποχώρηση και λύση.
Όμως για όσους ζουν εδώ, ακόμη
και λιγότερες ανεμογεννήτριες σημαίνουν την ίδια αλλαγή: δρόμους, μπετόν,
παρεμβάσεις που δεν παίρνονται πίσω.
Τι διακυβεύεται
Οι κορφές πάνω από την Καρίτσα
δεν είναι απλώς βουνά. Είναι μέρος της ζωής μας, της μνήμης μας, της συνέχειας
του τόπου. Το αν θα μείνουν όπως τις γνωρίσαμε ή αν θα αλλάξουν για πάντα, δεν
είναι ένα θέμα μακρινό ή θεωρητικό.
Είναι μια υπόθεση
που αφορά όλους μας και που, όπως φαίνεται, θα κριθεί τόσο στα δικαστήρια όσο
και στη στάση που θα κρατήσουμε ως άνθρωποι του τόπου.




.jpg)








