![]() |
| Τα αξίζουν, κουμπάρα μου! Τα αξίζουν! |
Στα παλιά τα χρόνια στην Καρίτσα, τότε που το ψάρι ήταν
πιο σπάνιο κι από βροχή τον Αύγουστο, ένας κουμπάρος βρέθηκε Κυριακή μεσημέρι
καλεσμένος στου κουμπάρου του.
Το τραπέζι ήταν όπως τα ήξερε το χωριό. Στη μέση του
σοφρά ήταν ακουμπισμένη η μουρχούτα, γεμάτη «λάχανα», όπως έλεγαν τότε όλα τα
άγρια χόρτα. Δίπλα, λίγο ψωμί ζυμωτό, κρασί από το βαρέλι και, μεγάλη
πολυτέλεια, φρέσκα ψάρια που είχε φέρει εκείνο το πρωί ο ψαράς που γύριζε τα
χωριά.
Μόλις κάθισαν, ο κουμπάρος δεν έχασε καιρό. Άφησε τα
λάχανα στην άκρη κι έπεσε στα ψάρια σαν να είχε να δει θάλασσα από τότε που
γεννήθηκε. Ένα, δεύτερο, τρίτο... τα κόκαλα άρχισαν να στοιβάζονται μπροστά
του.
Όποιος τον έβλεπε εκείνη την ώρα θα θυμόταν την παλιά
κουβέντα του χωριού:
— Θέλει μια μουρχούτα να χορτάσει!
Η κουμπάρα τον κοίταξε με μια μικρή ανησυχία και του
λέει γλυκά:
— Κουμπάρε, έχει και λάχανα!
Ο κουμπάρος ούτε που σήκωσε το κεφάλι.
— Ευχαριστώ, κουμπάρα... καλύτερα είναι τα ψάρια!
Η κουμπάρα ξαναμίλησε, αυτή τη φορά με μια παρατήρηση:
— Ναι... αλλά τα ψάρια είναι ακριβά!
Κι εκείνος, χωρίς να χάσει μπουκιά, αποκρίθηκε ατάραχος:
— Τα αξίζουν, κουμπάρα μου! Τα αξίζουν!
Λένε πως το τραπέζι γέλασε τόσο, που για χρόνια, κάθε
φορά που κάποιος άφηνε τα φτωχικά και διάλεγε τον πιο εκλεκτό μεζέ, όλο και
βρισκόταν κάποιος να του πει με νόημα:
— Τα αξίζουν, κουμπάρα μου! Τα αξίζουν!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου