Δημήτρης
Κατσάμπης
τρισέγγονος της Χρυσούλας Τσεμπελή
και
Στέλιος Χαγιάς
πέμπτης
γενιάς απόγονος της Χρυσούλας Τσεμπελή
⊹₊˚‧︵‿₊⊱·✶·⊰₊‿︵‧˚₊⊹
«Στις 11 Σεπτεμβρίου 1825, η εφτάχρονη Χρυσούλα Τσεμπελή ξέφυγε από τη σκλαβιά, πήρε ολομόναχη τον δρόμο του γυρισμού μέσα σε μια νύχτα γεμάτη τρόμο και έζησε για να γίνει η γενάρχισσα ολόκληρων γενιών Καριτσιωτών.»
⊹₊˚‧︵‿₊⊱·✶·⊰₊‿︵‧˚₊⊹
Η ιστορία της Χρυσούλας Τσεμπελή ξετυλίγεται μέσα σε ίσως τη φοβερότερη μέρα που γνώρισε ποτέ η Καρίτσα. Είναι μια ιστορική παράδοση, όπου τα γεγονότα που σώθηκαν στα γραπτά αρχεία μπλέκονται με τους θρύλους και τις διηγήσεις του χωριού. Στηρίζεται τόσο σε όσα διασώθηκαν στα χαρτιά όσο και στην πλούσια προφορική παράδοση της Καρίτσας, που πέρασε από γενιά σε γενιά, από γονείς και παππούδες σε παιδιά κι εγγόνια, γύρω από το τζάκι τις ατέλειωτες νύχτες του χειμώνα. Στην παλιά Καρίτσα, η πίστη στο αόρατο και στο υπερφυσικό δεν ήταν κάτι ξένο από την καθημερινή ζωή. Ήταν δεμένη μαζί της και βοηθούσε τους χωριανούς να εξηγούν τα μυστήρια της φύσης, τους φόβους της νύχτας, τα γυρίσματα της μοίρας και τον αγώνα για επιβίωση.
Στην καρδιά αυτής της ιστορίας βρίσκεται ένα μικρό κοριτσάκι του χωριού, που γλίτωσε από τη λαίλαπα του Ιμπραήμ Πασά και μαζί από το ενδεχόμενο να περάσει ολόκληρη τη ζωή του στη σκλαβιά. Κατάφερε να βρει τον δρόμο του γυρισμού και το πώς σώθηκε έμεινε ζωντανό στη μνήμη των Καριτσιωτών, περνώντας από στόμα σε στόμα και από γενιά σε γενιά.
⊹₊˚‧︵‿₊⊱·✶·⊰₊‿︵‧˚₊⊹
Το πρωινό της 11ης Σεπτεμβρίου 1825, σαν σήμερα πριν από ακριβώς 201 χρόνια, το πρώτο φως της μέρας απλώθηκε σιγά σιγά πάνω από τα βουνά της Καρίτσας.
Χάιδεψε τις ψηλές ράχες του Πάρνωνα, γλίστρησε στις πλαγιές της Τσούκας και έπεσε πάνω στα πετρόχτιστα σπίτια, μαζεμένα γύρω από τη βρύση και το αλώνι του χωριού. Καπνός ανέβαινε από τις καμινάδες, καθώς οι νοικοκυρές σκάλιζαν τη χόβολη στο τζάκι. Κάπου άνοιξε τρίζοντας μια ξύλινη πόρτα, ένα μουλάρι χτυπούσε ανυπόμονα το πόδι του στο κατώι και από τα μονοπάτια πάνω από το χωριό ακούγονταν κιόλας τα κουδούνια των προβάτων και των γιδιών.
Η εφτάχρονη Χρυσούλα Τσεμπελή ήξερε όλους αυτούς τους ήχους τόσο καλά όσο και τη φωνή της μάνας της.
Ξεχώριζε τη φωνή του κάθε γείτονα, το γάβγισμα του κάθε σκύλου και ήξερε σε ποια σημεία γλιστρούσαν το μονοπάτια ύστερα από τη βροχή. Ήξερε τις πεζούλες όπου οι χωριανοί έσπερναν στάρι και κριθάρι, τα μικρά αμπέλια πίσω από τις ξερολιθιές και τις λιγοστές συκιές και ελιές που έδιναν το βιος της κάθε φαμελιάς.
Η ζωή στην Καρίτσα ήταν δύσκολη, μα κυλούσε με τη γνώριμη τάξη της. Το ψωμί ζυμωνόταν στις ξύλινες σκάφες και ψηνόταν στους φούρνους της αυλής. Το νερό από τη βρύση ερχόταν στο σπίτι με τα σταμνιά. Το μαλλί το έπλεναν, το έγνεθαν και το ύφαιναν σε κουβέρτες και βαριά ρούχα. Τίποτα δεν πήγαινε χαμένο. Τα παιδιά μάθαιναν από μικρά να ταΐζουν τις κότες, να μαζεύουν ξύλα, να προσέχουν τα ζωντανά και να κουβαλούν ό,τι άντεχαν τα χεράκια τους.
Εκείνο το πρωινό, όμως, η γνώριμη τάξη του χωριού έγινε κομμάτια.
Οι πρώτοι πυροβολισμοί ακούστηκαν από το βουνό αντίκρυ από τον Αγιάννη.
Στην αρχή έμοιαζαν σαν πέτρες που χτυπούσαν η μια πάνω στην άλλη. Ύστερα ακούστηκε κι άλλη ομοβροντία, πιο καθαρή και πιο κοντινή, και κατόπιν φωνές που αντιλαλούσαν στις ρεματιές.
Οι άντρες παράτησαν αλέτρια και εργαλεία. Οι τσοπάνηδες κατέβασαν βιαστικά τα κοπάδια στα λαγκάδια. Οι μανάδες φώναζαν τα παιδιά τους. Από τη μεριά που αργότερα ονομάστηκε Μνήματα, ο καπνός από τα ντουφέκια ανέβαινε πάνω από τα δέντρα, καθώς Έλληνες αγωνιστές, που οι σωζόμενες μαρτυρίες συνδέουν με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, αντιστέκονταν στα στρατεύματα του Ιμπραήμ Πασά που προχωρούσαν.
Μερικοί Καριτσιώτες έτρεξαν να βοηθήσουν. Ένας τους δεν θα γύριζε ποτέ ζωντανός. Αργότερα, οι συγχωριανοί του θα έφερναν το κορμί του πίσω στο χωριό πάνω σε μια σκάλα που την είχαν κάνει πρόχειρο φορείο.
«Χρυσούλα!»
Η μάνα της, η Ειρήνη, την άρπαξε από το χέρι.
Δεν υπήρχε καιρός να πάρουν ούτε φαΐ ούτε ρούχα. Ο πατέρας της Χρυσούλας, ο Γεωργάκης, τους έσπρωξε προς το δάσος της Τσούκας, όπου κι άλλοι χωριανοί είχαν κιόλας τρέξει να κρυφτούν κάτω από τα πυκνά δέντρα. Μαζί τους βρισκόταν και η αδερφή του Γεωργάκη, η θεία της Χρυσούλας, που το όνομά της χάθηκε μέσα στον χρόνο.
Μέσα από το δάσος, οι χωριανοί έβλεπαν ανήμποροι τους στρατιώτες του Ιμπραήμ Πασά να μπαίνουν στην Καρίτσα. Καπνοί σηκώνονταν από τα σπίτια. Οι φλόγες ανέβαιναν στις στέγες και περνούσαν μέσα από τις ξύλινες πόρτες. Δεν άργησε η φωτιά να πιάσει και τα δέντρα της Τσούκας.
Ο κόσμος έτρεχε προς όλες τις μεριές.
Μέσα στον καπνό οι φαμελιές χωρίζονταν. Τα παιδιά φώναζαν τις μανάδες τους. Τα ζωντανά, τρομαγμένα από τους πυροβολισμούς και τις φλόγες, ξέφευγαν και σκορπούσαν μέσα στα πουρνάρια.
Εκεί, μέσα στον χαλασμό, η οικογένεια Τσεμπέλη έπεσε στα χέρια του εχθρού.
Στα αρχεία που σώθηκαν αναφέρονται ανάμεσα στους αιχμαλώτους ο Γεωργάκης, η Ειρήνη και η αδερφή του Γεωργάκη. Η μνήμη του χωριού βάζει μαζί τους και τη μικρή Χρυσούλα.
Της έδεσαν τα χέρια με σκοινί. Άλλοι έλεγαν αργότερα πως την ανέβασαν πάνω σε άλογο. Άλλοι πως την έσερναν πίσω του, ώσπου το σκοινί μάτωσε τους καρπούς της και οι πέτρες πλήγωσαν τα πόδια της. Όπως κι αν έγινε, το παιδί απομακρυνόταν από την Καρίτσα μαζί με τους γονείς και τη θεία του, πηγαίνοντας προς μια μοίρα που είχε κιόλας καταπιεί πολλές γυναίκες και παιδιά από τα χωριά της Λακωνίας.
Σκόπευαν να οδηγήσουν τους αιχμαλώτους πρώτα προς τη Μεσσηνία. Από εκεί πολλούς θα τους φόρτωναν σε καράβια και θα τους πουλούσαν σκλάβους σε μακρινούς τόπους, πέρα από τη θάλασσα.
Η Χρυσούλα δεν μπορούσε να τα καταλάβει όλα αυτά. Ένα μόνο καταλάβαινε. Τα βουνά της απομακρύνονταν και μπορεί να μην ξανάβλεπε ποτέ το χωριό της.
Καθώς το άλογο κατέβαινε από ένα απότομο μέρος που το έλεγαν στις Τρόκλες, η Χρυσούλα ένιωσε το σκοινί γύρω από τα χέρια της να λασκάρει.
Τράβηξε σιγά.
Το σκοινί χαλάρωσε λίγο ακόμη.
Κοίταξε προς τη μάνα της. Αν η Ειρήνη κατάλαβε τι προσπαθούσε να κάνει η κόρη της, καμιά διήγηση δεν μας το λέει. Ίσως της έριξε μια τελευταία ματιά. Ίσως, χωρίς να τολμήσει ν’ ανοίξει το στόμα της, της είπε με τα μάτια να τρέξει.
Η Χρυσούλα λευτέρωσε πρώτα το ένα χέρι και ύστερα το άλλο. Στην άκρη ενός απότομου περιβολιού ρίχτηκε από το άλογο. Χτύπησε στη γη, κατρακύλησε ανάμεσα στις πέτρες και τρύπωσε από ένα άνοιγμα της ξερολιθιάς.
Πίσω της ακούστηκαν οι φωνές των στρατιωτών.
«Έπα κάτω! Έπα κάτω!»
«Γύρνα πίσω! Γύρνα πίσω!»
Μα η Χρυσούλα έτρεχε.
Γλίστρησε σε μια ρεματιά, σκαρφάλωσε στην απέναντι όχθη και τραβήχτηκε πάνω σ’ ένα στενό ίσιωμα. Τα αγκάθια τής έγδερναν τα πόδια. Οι πέτρες έκοβαν τις γυμνές της πατούσες. Εκείνη όμως συνέχισε να τρέχει, παίρνοντας το μονοπάτι προς το Μαρί και ύστερα κατεβαίνοντας προς το Κάτω Μαρί.
Όταν πια έσβησαν οι φωνές πίσω της, το παιδί είχε απομακρθνθεί.
Η μέρα έγερνε όταν έφτασε στους νερόμυλους. Πυκνά καλάμια φύτρωναν στις όχθες και το ορμητικό νερό γύριζε τις φτερωτές που έβαζαν σε κίνηση τις βαριές μυλόπετρες. Εκεί έφερναν οι άνθρωποι από τα γύρω χωριά το στάρι τους για να το αλέσουν και να γίνει αλεύρι.
Εδώ σταματούν τα γραπτά στοιχεία και παίρνει τον λόγο η παλιά διήγηση του χωριού.
Ένας μύλος στεκόταν έρημος. Όπως λέει η παράδοση που πέρασε από γενιά σε γενιά στους απογόνους της Χρυσούλας, η εφτάχρονη βρήκε εκεί γεννήματα και κατάφερε να βάλει τον μύλο μπροστά. Άνοιξε το αυλάκι του νερού και άκουσε τη φτερωτή ν’ αρχίζει να γυρίζει και τη βαριά μυλόπετρα να βογκά καθώς ξυπνούσε.
Τότε κάτι βγήκε από τα σκοτάδια.
Δεν ήταν ούτε άνθρωπος ούτε ζώο. Ήταν ένας σατανάς, πλάσμα της νύχτας.
«Πώς σε λένε;» τη ρώτησε.
Η καρδιά της Χρυσούλας πήγαινε να σπάσει, μα δεν του είπε το αληθινό της όνομα.
«Πανωγόμι με λένε», αποκρίθηκε.
Το πλάσμα έγειρε το κεφάλι του.
«Και πόσα γομάρια έχεις;»
«Ένα από τη μια, ένα από την άλλη κι ένα πανωγόμι.»
Το πλάσμα χάθηκε μέσα στο σκοτάδι, μουρμουρίζοντας ξανά και ξανά το παράξενο όνομα.
Η Χρυσούλα τέλειωσε το άλεσμα. Γέμισε τα σακιά και τα φόρτωσε δεξιά κι αριστερά σ’ ένα μουλάρι. Ύστερα σκαρφάλωσε ανάμεσά τους και σκεπάστηκε με ένα μεγάλο χράμι. Κρυμμένο κάτω από το βαρύ υφαντό, το μικρό παιδί έγινε ένα με το φόρτωμα.
Το μουλάρι πήρε τον δρόμο για την Καρίτσα.
Η νύχτα είχε πέσει όταν ξαναφάνηκαν τα πλάσματα. Τώρα ήταν πολλά. Κύκλωσαν το μουλάρι, το χτυπούσαν στα πλευρά και έψαχναν ανάμεσα στα σακιά.
«Να το ένα από τη μια», φώναξε ένα.
«Να και το άλλο από την άλλη.»
«Να και το πανωγόμι. Μα αυτή πού είναι;»
Χτυπούσαν ξανά και ξανά το μουλάρι.
«Πού είναι; Πού είναι;»
Η Χρυσούλα έμενε ακίνητη κάτω από το χράμι. Το μουλάρι ανέβαινε τα πετρωτά μονοπάτια, κατέβαινε στις ρεματιές και ξανανέβαινε. Τα πέταλά του γλιστρούσαν, ξανάβρισκαν το πάτημά τους και συνέχιζαν μέσα στο σκοτάδι.
Όλη τη νύχτα τα πλάσματα ακολουθούσαν.
Κοντά στο χάραμα, καθώς πλησίαζαν σ’ ένα πηγάδι που αγνάντευε την Καρίτσα, λάλησε ένας άσπρος πετεινός από κάπου κοντά στο χωριό.
Τα πλάσματα άρχισαν να χορεύουν.
«Χορέψτε, να χορέψουμε! Άσπρος πετεινός λαλεί!»
Χόρευαν σαν τρελά μέσα στο σκοτάδι που άρχιζε να ξεθωριάζει.
Τότε ακούστηκε κι άλλο λάλημα από το χωριό.
Ένας μαύρος πετεινός είχε αρχίσει να λαλεί.
Τα πλάσματα σταμάτησαν απότομα.
«Μαύρος πετεινός! Φευγάτε! Φευγάτε!»
Και μονομιάς χάθηκαν μέσα στη ρεματιά.
Το μουλάρι συνέχισε μόνο του, κουβαλώντας το κοριτσάκι και το φρεσκοαλεσμένο αλεύρι προς την Καρίτσα.
Όταν η Χρυσούλα ξεπρόβαλε επιτέλους κάτω από το σκέπασμα, το πρώτο φως της αυγής απλωνόταν στα χωράφια. Καπνός κρεμόταν ακόμη πάνω από το χωριό. Σπίτια είχαν καεί ή γκρεμιστεί. Στα μονοπάτια περιφέρονταν τρομαγμένοι χωριανοί και γύρευαν συγγενείς, γείτονες και ζωντανά.
Η Χρυσούλα είχε βρει τον δρόμο του γυρισμού. Η μάνα της και η θεία της, όμως, δεν γύρισαν ποτέ.
Οι χωριανοί θα θυμούνταν την Ειρήνη ως η Σκλαβωμένη. Κανείς δεν έμαθε ποτέ τι απέγιναν εκείνη και η κουνιάδα της.
Και ο πατέρας της Χρυσούλας κατάφερε να ξεφύγει από τη σκλαβιά, αν και καμιά μαρτυρία που σώθηκε δεν μας λέει πώς και πότε γύρισε στην Καρίτσα. Αργότερα ξαναπαντρεύτηκε και απέκτησε άλλα εφτά παιδιά. Πέθανε το 1861.
Η Χρυσούλα έμεινε στο χωριό όπου γεννήθηκε και όπου, στα εφτά της μόλις χρόνια, είχε γλιτώσει από τη λαίλαπα του Ιμπραήμ Πασά. Μεγάλωσε κι έγινε γυναίκα ανάμεσα στα ίδια βουνά, στα ίδια χωράφια και στις ίδιες ρεματιές που είχαν γίνει μάρτυρες της απόδρασής της.
Παντρεύτηκε τον Νικόλαο Αναστασίου Μαλαβάζο, που όλη η Καρίτσα τον ήξερε ως ΚοντοΝικόλα. Μαζί μεγάλωσαν τέσσερις κόρες, τη Μηλιά, την Αδαμαντία, την Παναγιώτα και τη Σουσάνα.
Οι εποχές συνέχισαν τον παλιό τους κύκλο. Έσπερναν και θέριζαν το στάρι. Τα σταφύλια ωρίμαζαν στ’ αμπέλια. Μάζευαν τις ελιές και τις πήγαιναν στο λιοτρίβι. Παιδικές φωνές γέμισαν ξανά τις αυλές και τα σοκάκια του χωριού.
Η Χρυσούλα έζησε αρκετά για να δει τις κόρες της να παντρεύονται και να κάνουν δικές τους φαμελιές. Είδε εγγόνια να μαζεύονται γύρω από το τζάκι και δισέγγονα να τρέχουν στα ίδια μονοπάτια που εκείνη είχε κάποτε περάσει με ματωμένα πόδια.
Στα γεράματά της κανείς δεν την έλεγε πια σκέτο Χρυσούλα. Για τους ανθρώπους της Καρίτσας είχε γίνει η Γριά Μου Μου.
Τι σήμαινε το Μου Μου χάθηκε με τα χρόνια. Ίσως να ήταν ένα όνομα ολότελα δικό της, γεννημένο από κάποια οικογενειακή κουβέντα, μια παιδική φωνούλα ή ένα παλιό περιστατικό του χωριού που ξεχάστηκε. Κι όμως, το όνομα αυτό άντεξε, όταν τόσα άλλα χάθηκαν.
Η Γριά Μου Μου πέθανε το 1913, σε ηλικία ενενήντα πέντε χρονών.
Το κοριτσάκι που οι στρατιώτες του Ιμπραήμ Πασά θέλησαν να πάρουν μαζί τους δεν άφησε πίσω του σιωπή. Άφησε γενιές Καριτσιωτών. Τα Οικογενειακά Δέντρα Νοτίου Πάρνωνα της αποδίδουν περισσότερους από εκατόν πενήντα απογόνους σε εφτά γενιές, με τη φαμελιά της να μεγαλώνει ακόμη και ν’ απλώνεται πολύ πέρα από την Καρίτσα.
Μαζί με τους απογόνους της έζησε και η ιστορία της.
Ένα μέρος της βρίσκεται στα γραπτά αρχεία. Το άλλο πέρασε από στόμα σε στόμα, δίπλα στα χωριάτικα τζάκια, πάνω στ’ αλώνια και κάτω από τον ίσκιο των δέντρων. Η ιστορία φύλαξε τα ονόματα των αιχμαλώτων. Η μνήμη της οικογένειας φύλαξε το τρομαγμένο κοριτσάκι, το σκοινί που λάσκαρε, την απότομη ρεματιά, το φορτωμένο μουλάρι και τον μαύρο πετεινό που με το λάλημά του έδιωξε τα σκοτάδια.
Διακόσια ένα χρόνια αργότερα, η Γριά Μου Μου είναι πολύ περισσότερο από ένα όνομα πάνω σ’ ένα οικογενειακό δέντρο.
Είναι το κοριτσάκι που ξέφυγε.
Η γυναίκα που άντεξε.
Η γενάρχισσα που πέρασε το αίμα και τη μνήμη της σε εφτά γενιές.
Και το μικρό κορίτσι που, ύστερα από τη σκοτεινότερη νύχτα της ζωής του, βρήκε τον δρόμο για το σπίτι.
⊹₊˚‧︵‿₊⊱·✶·⊰₊‿︵‧˚₊⊹
Σημείωμα των συγγραφέων
Ο βασικός ιστορικός κορμός της διήγησης στηρίζεται σε καταλόγους αιχμαλώτων που φυλάσσονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, στα γενεαλογικά στοιχεία των Οικογενειακών Δέντρων Νοτίου Πάρνωνα και σε μεταγενέστερα περιουσιακά αρχεία. Η αιχμαλωσία και η απόδραση της εφτάχρονης Χρυσούλας, καθώς και η συνάντησή της στον νερόμυλο, ανήκουν στην προφορική παράδοση της Καρίτσας. Την ιστορία κατέγραψε ο Στέλιος Χαγιάς από την Κατερίνα Ροζακλή, η οποία την είχε ακούσει από τη Διαμάντω Τούντα, εγγονή της Χρυσούλας. Οι περιγραφές του τοπίου και της καθημερινής ζωής, καθώς και οι διάλογοι, έχουν αναπλαστεί με τη φαντασία, ώστε να ζωντανέψουν τα καταγραμμένα γεγονότα, χωρίς τα επινοημένα στοιχεία να παρουσιάζονται ως βεβαιωμένη ιστορική αλήθεια.
Η Χρυσούλα παντρεύτηκε τον Νικόλαο Αναστασίου Μαλαβάζο, γνωστό ως ΚοντοΝικόλα, και απέκτησαν τέσσερις κόρες:
Μηλιά (1849–1929), που παντρεύτηκε τον Παναγιώτη Ιωάννη Αντώνη
Αδαμαντία (1861–1889), που παντρεύτηκε τον Δημήτριο Ιωάννη Κοντογιάννη και πέθανε στη γέννα
Παναγιώτα (1863–1918), που παντρεύτηκε πρώτα τον Παναγιώτη Σπύρου Χαγιά και αργότερα τον Χρήστο Ιωάννη Μαλαβάζο
Σουσάνα (1864–1919), που παντρεύτηκε τον Γεώργιο Ιωάννη Τσολομίτη

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου