Follow by Email

Συνολικες προβολες

Ο καιρός στο χωριό μας

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2016

Δεκαπέντε χρόνια από το θάνατο της Γιωργίας Κατσάμπη-Καραμανή

«Από αγροτοκόριτσο στα βουνά της Λακωνίας σε αντιπρόσωπος εργατικού σωματείου στην Αυστραλία»

Δεκαπέντε χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από το θάνατο της αγαπημένης Γιωργίας Κατσάμπη-Καραμανή, άφησε την τελευταία της πνοή στο σπίτι της στην Αδελαΐδα της Αυστραλίας το πρωί της 14ης Απριλίου 2001.

Δύο περίπου χρόνια νωρίτερα, τον Ιούνιο του 1999, η Καριτσιώτισσα είχε βραβευτεί με μια ιδιαίτερη διάκριση του συνδικαλιστικού κινήματος της Νότιας Αυστραλίας.
Πρόκειται για μια διάκριση που οπωσδήποτε τιμάει την ίδια, την οικογένειά της και τη γενέτειρα, την Καρίτσα.

Μετά από 18 χρόνια αφοσιωμένης υπηρεσίας στο συνδικαλιστικό κίνημα, η Γιωργία αναγνωρίστηκε επίτιμο μέλος του εργατικού σωματείου Miscellaneous Workers Union. Σύντομο βιογραφικό στο τελευταίο τεύχος του δελτίου του σωματείο συνοπτικά αναφέρει, «από αγροτοκόριτσο στα βουνά της Λακωνίας σε αντιπρόσωπος εργατικού σωματείου για 18 ολόκληρα χρόνια. Αυτή είναι η ζωή της Γιωργίας Καραμανή».

Η Γιωρ­γί­α Κα­ρα­μα­νή, το γένος Κατσάμπη, γεν­νή­θη­κε στις 17 του Μάρ­τη 1949 στην Κα­ρί­τσα Λα­κω­νί­ας. Πρώ­τη κό­ρη του Βαγ­γέ­λη και της Πα­να­γιώ­τας Κα­τσά­μπη, η Γιωρ­γί­α πή­ρε την πρώ­τη της πνο­ή σε έ­να και­ρό που μό­λις εί­χε προ­η­γη­θεί η ξε­νι­κή κα­το­χή της πα­τρί­δας, ο δεύ­τε­ρος πα­γκό­σμιος πό­λε­μος και η τα­ρα­χή του εμ­φύ­λιου σπαραγ­μού. Η πα­τρί­δα ή­ταν κατερειπωμένη και το χω­ριό, η Κα­ρί­τσα, στην φτώ­χεια, φο­βε­ρή φτώ­χεια. Το αν­δρό­γυ­νο Βαγ­γέ­λης και Πα­να­γιώ­τα κα­τα­γό­ταν α­πό φι­λότι­μες και τί­μιες οι­κο­γέ­νειες αλ­λά ό­πως και οι πε­ρισ­σό­τε­ροι χω­ρια­νοί φτωχές, πο­λύ φτω­χές. Ο παπ­πούς, Γιάν­νης Κα­τσά­μπης, που εί­χε πε­θά­νει πέντε χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, λέ­νε 85ά­ρης στα 1944, ή­ταν ξε­νο­τσό­πα­νος σχε­δόν ο­λό­κλη­ρη τη ζω­ή του. Παρ’ όλα αυ­τά ο Βαγ­γέ­λης και η Πα­να­γιώ­τα κε­ντού­σαν ό­νει­ρα μιας ευτυ­χι­σμέ­νης ζω­ής, με πολ­λά παι­διά, μέ­σα σε έ­να χα­ρού­με­νο και στορ­γι­κό σπι­τι­κό.

Η Γιωρ­γί­α σαν πρώ­τη κό­ρη πή­ρε το ό­νο­μα της για­γιάς Γιωρ­γί­ας, το γέ­νος Πή­λιου­ρα, α­πό τον Κο­σμά Κυνουρίας. Σαν πρώ­τη κό­ρη χαι­ρό­ταν ε­ξέ­χου­σα θέ­ση με α­δια­μοίρα­στο εν­δια­φέ­ρον, α­φο­σί­ω­ση και χα­τί­ρια προπαντός από τον μπαμπά.

Μα παρ’ ό­λους τους κό­πους και θυ­σί­ες ο Βαγ­γέ­λης με δυ­σκο­λί­ες έ­βγα­ζε το ψω­μί να ταΐσει την οι­κογέ­νεια του. Έ­τσι το 1958 ό­ταν η Γιωρ­γί­α ή­ταν μό­νον 8 χρό­νων η οι­κο­γέ­νεια χω­ρί­στη­κε. Ο πα­τέ­ρας δέ­χτη­κε την πρό­σκλη­ση του μπάρ­μπα Αρ­γύ­ρη να έρ­θει στην Αυ­στρα­λί­α. Έ­λε­γε για 3-4 χρό­νια, έ­τσι να οι­κο­νο­μή­σει ένα μέτριο κε­φά­λαιο για να α­γο­ρά­σει έ­να κα­λό χω­ρά­φι στο χω­ριό. Να ό­μως που η τύχη τα έ­φε­ρε αλλιώτικα τα πράγ­μα­τα! Πο­λύ γρή­γο­ρα η Αυ­στρα­λί­α γο­ή­τευ­σε το Βαγγέ­λη και γρά­φει στο χω­ριό, «Πο­λυα­γα­πη­μέ­νη μου σύ­ζυ­γος Πα­να­γιώ­τα, δεν μπο­ρώ να αρ­νη­θώ μια τέ­τοια χώ­ρα α­πό το μέλ­λον των παι­διών μας. Σας κά­νω πρό­σκλη­ση να 'ρθεί­τε.» Η Γιωρ­γί­α ακόμη θυμόταν πώς πήδαγε στο κρε­βά­τι από τη χα­ρά της!

Στις 13 του Ο­κτώ­βρη 1961, ο θείος ο Γρη­γό­ρης ο Χα­γιάς στον Πειραιά εί­πε «Κα­λό τα­ξί­δι» και αποχαι­ρέ­τη­σε την α­δελ­φή του την Παναγιώτα και τα τρί­α της παι­διά. Τα­ξί­δε­ψαν με το υ­πε­ρω­κε­ά­νιο «Πα­τρίς» και 20 μέ­ρες αρ­γό­τε­ρα ξα­νά­σμι­ξαν με τον πα­τέ­ρα.

Φθά­νο­ντας ό­μως στην Αυ­στρα­λί­α η 12χρο­νη Γιωρ­γί­α βρή­κε τα πράγ­μα­τα τελεί­ως δια­φο­ρε­τι­κά α­πό ότι τα πε­ρί­με­νε. Στην αρ­χή ή­ταν σαν ζού­γκλα. Δεν μπο­ρού­σε να συνηθίσει τις λα­μα­ρί­νες που έ­βλε­πε α­πά­νω στα σπί­τια, τα αυ­το­κίνη­τα που έ­τρε­χαν, την πα­ρά­ξε­νη γλώσ­σα και ό­λη η οι­κο­γέ­νεια να εί­ναι στοι­βα­χτή σε έ­να δω­μά­τιο.

Πο­λύ νω­ρίς, δεν ή­ταν α­κό­μη 14, η Γιωρ­γί­α μπή­κε για τα κα­λά στο μό­χθο της βιο­πά­λης. Δού­λε­ψε σε πολ­λές δου­λειές. Πρώ­τη δου­λειά το κα­ρα­με­λά­δι­κο στο Γκούντγουντ, με­τά το κλω­στο­ϋ­φα­ντουρ­γεί­ο στο Χάλιφαξ Στρητ, με­τά μπι­σκο­τά­δι­κο, στε­γνο­κα­θα­ρι­στή­ριο και βά­λε. Στις δια­κο­πές συ­μπλή­ρω­νε το ει­σό­δη­μά της με α­γρο­τι­κές δου­λειές ό­πως στον τρύ­γο, στα μπι­ζέ­λια στα κε­ρά­σια … ό­λα στον α­γώ­να για να τα βγάλει πέρα.

Η ί­δια έλεγε η πιο σπου­δαί­α μέ­ρα στην ζω­ή της α­ναμ­φί­βο­λα ήταν η 1η του Μάρ­τη 1969, η­μέ­ρα α­να­πα­ρα­γω­γής πού έ­δω­σε την πρώ­τη πνο­ή στον μο­να­χο­γιό Σα­ρά­ντο ο ο­ποί­ος έ­γι­νε ο λό­γος και ο σκο­πός της ύ­παρ­ξής της.

Δύ­ο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το Φλε­βά­ρη 1972, η Γιωρ­γί­α έ­πια­σε δου­λειά στο πε­ριβάλ­λον που πραγ­μα­τι­κά α­να­δεί­χτη­κε, ε­κεί που έ­δει­ξε τον κα­λύ­τερό της ε­αυ­τό, στο
Κέντρο Τζούλια Φαρ. Ε­κεί η Γιωρ­γί­α γνώ­ρι­σε την κα­λή και ε­μπι­στευ­τική της φί­λη, τη Γε­ρα­κί­τι­σσα Φι­λι­ππί­α Πή­λιου­ρα, α­πό την ο­ποί­α δέ­χτη­κε ά­πειρη συμπαράσταση και α­γά­πη.

Στο
Τζούλια Φαρ η Γιωρ­γί­α έ­παι­ξε η­γε­τι­κό ρό­λο, τό­σο στην α­γά­πη και βοήθεια για τους α­σθε­νείς ό­σο και στο α­γα­πη­τό της σω­μα­τεί­ο, το Miscellaneous Workers Union. Σαν α­ντι­πρό­σω­πος του σω­μα­τεί­ου η Γιωρ­γί­α μπήκε για τα κα­λά στον ερ­γα­τικό α­γώ­να για κα­λύ­τε­ρα με­ρο­κά­μα­τα και βελ­τί­ω­ση στις συνθήκες ερ­γα­σί­ας. Στα τε­λευ­ταί­α 10-15 χρό­νια ό­ταν πή­γαι­νε κα­νείς στο σπί­τι της λες και έ­μπαι­νε στο γρα­φεί­ο του συν­δι­κά­του. Συ­νέ­χεια έ­στρω­ναν σχέ­δια α­γώ­να με συντρόφους της. Συγ­χρό­νως η Γιωρ­γί­α δια­τηρούσε την ε­μπι­στο­σύ­νη της διεύ­θυνσης της Τζούλια Φαρ.

Το 1973 η Γιωρ­γί­α γνώ­ρι­σε και α­γά­πη­σε το πα­λι­κά­ρι από τη Ρό­δο. Το Φλε­βά­ρη του 1974 χό­ρε­ψε το χο­ρό του Ησαΐα με τον Μα­νό­λη Κα­ρα­μα­νή κι έ­τσι ένωσαν τις οι­κο­γέ­νειες τους, τις τύ­χες τους και το μέλ­λον τους σε ι­σό­βιο δε­σμό.

Το 1998 η ακτιβίστρια συνδικαλίστρια άρχισε να αντιμετωπίζει έναν άλλο αγώνα, τον αγώνα για την αποκατάσταση της υγείας της. Ό­πως πά­ντο­τε παράμεινε σί­γου­ρη και θε­τι­κή. Όπως πάντοτε έδειχνε περισσότερη μέριμνα και φροντίδα για τους δικούς της κι για εκείνους που αγαπούσε, παρά για τον ίδιο τον εαυτό της. 


Δυστυχώς τέσσερα χρόνια αργότερα, ανήμερα του Μεγάλου Σαββάτου 2001, η Γιωργία έχασε την τόσο άνιση μάχη.


Αιωνία η μνήμη της!

Δεν υπάρχουν σχόλια: