Follow by Email

Συνολικες προβολες

Ο καιρός στο χωριό μας

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

Πολιτιστικός Σύλλογος Γερονθρών: Σήμερα... μια θλιβερή επέτειος

Στις 21 Απριλίου 1967, σαν σήμερα, πριν από 44 χρόνια, καταλύθηκε το δημοκρατικό πολίτευμα στην πολύπαθη και ταλαιπωρημένη Ελλάδα. Τότε ξεκίνησε η περίοδος της δικτατορίας, της λεγόμενης «Χούντας των Συνταγματαρχών», που διήρκεσε μέχρι τον Ιούλιο του 1974, μιας περιόδου 7 χρόνων από τις πιο σκοτεινές της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας.

Οι συνέπειες της εξέλιξης αυτής, στην καθημερινή ζωή των Ελλήνων ήταν, όπως γίνεται συνήθως, εντονότερες στους αστικούς πληθυσμούς, και λιγότερο στους αγροτικούς...

 

Περισσότερα...
Πολιτιστικός Σύλλογος Γερονθρών: Σήμερα... μια θλιβερή επέτειος

Κυριακή, 17 Απριλίου 2011

Leonidion.gr: Δημήτρης Γ. Τσολομήτης (1922 -17/4/2011) - Η Ηλεκτρονική πύλη της Νότιας Κυνουρίας

Leonidion.gr: Δημήτρης Γ. Τσολομήτης (1922 -17/4/2011) - Η Ηλεκτρονική πύλη της Νότιας Κυνουρίας


Ο Δημήτρης Γ. Τσολομήτης γεννήθηκε στον Κοσμά το 1922 και πέθανε την Κυριακή των Βαΐων, 17 Απριλίου 2011. 

Τις γυμνασιακές του σπουδές ακολούθησε στο Ε' Γυμνάσιο της Αθήνας και στο Γυμνάσιο Λεωνιδίου πρωτεύουσα τότε της Επαρχίας Κυνουρίας, απ' όπου και αποφοίτησε. Συνέχισε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών).

Από τα 1950 άρχισε, να εργάζεται στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, στην οποία έφτασε στις ανώτατες διευθυντικές βαθμίδες της ιεραρχίας. Συνταξιοδοτήθηκε το Δεκέμβρη του 1984.

Στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος σπούδασε τραπεζική τεχνική. Ασχολήθηκε με τις τραπεζικές συναλλαγές και υπηρέτησε σε Καταστήματα και ειδικότερα στη Διεύθυνση Οργανώσεως της Τράπεζας.

Στη Μονάδα αυτή ειδικεύτηκε σε θέματα οργάνωσης και ανάλυσης διαδικασιών και συστημάτων και ασχολήθηκε με το αντικείμενο αυτό για χρόνια. Έγραψε (μελέτες πάνω σε θέματα οργάνωσης, προγραμματισμού και απλούστευσης των τραπεζικών διαδικασιών. Καταπιάστηκε και συνέβαλε στην έκδοση για πρώτη φορά της κωδικοποίησης των εγκυκλίων της Τράπεζας. Και ασχολήθηκε με την οργάνωση, τον εκσυγχρονισμό και  τις εφαρμογές νέων διαδικασιών στα Καταστήματα της. Ειδικότερα διατέλεσε εισηγητής πάνω σε οργανωτικά, λειτουργικά και διαδικαστικά θέματα στη Σχολή Εκπαίδευσης του προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας και προπαίδευσης των νέων υπαλλήλων της. 

Ήταν από τα πρώτα Στελέχη της Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, που συγκρότησαν στα 1965 τη Διεύθυνση Οργανώσεως, μια πρωτοποριακή  διεύθυνση για τα τότε «Τραπεζικά δεδομένα» με Διοικητή τον Γεώργιο Μαύρο που δημιούργησαν την υποδομή της και ασχολήθηκαν με τον εκσυγχρονισμό των υπηρεσιών και Καταστημάτων της.

Ο Δημήτρης Γ. Τσολομήτης, παράλληλα με την τραπεζική του ενασχόληση, από νέος ασχολήθηκε με τα γράμματα και τη δημοσιογραφία. Ασχολήθηκε με την πατριδογραφία, την έρευνα και τη μελέτη της ιστορίας και λαογραφίας στον Κυνουριακό χώρο.

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

Anecdote: The Great Lent in Saint Karitsa



In the very early years when Karitsa was taking shape as a village in the slopes of Southern Parnon, the first Karitsiotes built a few stone-made, slate-roofed hovels around the main spring, and a bit further up close to a lookout dominated by a big cedar tree they built stonewalls to enclose the cemetery and nearby, next to a patch of scrubland, they built their main church Agia Paraskevi.
 
Something, of course, they they could not possibly imagine even in their wildest dreams, was a school. So all villagers, even the priest, were illiterate.  The priest, they would say, left his shepherd’s crook along with his sheep and goats in Tsouka to take up the priestly stole and look after the flock at Agia Paraskevi.  The blessed man, however, did not know how to read, nor write or even count.  That is why he chanted whatever liturgies he knew by heart or even jumbled up.  As for the Gospel, he preached whatever he recalled from his childhood days.  But, what mattered most was that in one way or another he somehow managed, though the dates of significant religious feasts were always a headache.  He just could not work out the dates for Agianniou, for Christmas or even for Easter. 

The biggest headache of all, needless to say, was the Great Lent, the forty-eight days and nights before Easter, from Kathara Deftera (Clean Monday) to Easter Saturday which passed ever so slowly because the whole village was fasting.  So to count down the passage of the season of lent, on Kathara Deftera the priest used to put forty-eight beans in a pocket of his clericals and eat one every morning.  He figured that when he was down to his last bean Easter Saturday would dawn; at midnight he would announce Christos Anesti (Christ is risen); and, the following day they would be celebrating Easter.
One day, however, as his wife was patching his clericals she noticed the beans in a pocket and thought to herself that since he liked them so much she would add another handful, just to please him. 

Hence, whilst the priest would eat a bean every day to keep track of the countdown to Easter, the poor Karitsiotes endured the hunger pangs of never-ending fasting, forty-eight and some more, no-one knows how many, whole days and nights, of the extended Great Lent. 

And so, one morning, before the crack of dawn, the priest got out of bed, had his daily bean, mounted his donkey and headed for the neighbouring town, Geraki, to attend to some matters.  He moved down through Trokles, a very rocky track, stopped at Agios Nikolas to light a candle, followed the mule track heading for Geraki, passed by Agios Giannis at Variko where he made the sign of the cross and a little while later, as he was coming into Geraki, again crossed himself at Agios Thanasis.  There close by, on the ground, he saw what looked like scattered old red egg shells, a little further on some more, once again red; while further still the red egg shells strewn all over the place made him realise that he had to return to Karitsa with all haste before he was noticed. 

It was almost midday by the time he returned to the village where the locals, despite the hunger pangs of the never-ending fast, were enjoying the wonderful spring sun that Karitsa is blessed with at this time of the year. To call the villagers to Agia Paraskevi the embarrassed priest rang the bell hanging from the big cedar tree.  When the locals came rushing into church, they were agog with curiosity.  Facing them, in front of the alter, dressed in festive liturgical vestments, stood the stunned priest holding a large lit candle, at which point the bewildered parishioners asked, “What’s happening Father?” 

“What could be happening,” he replied and at the stroke of midday began to share the Holy Light to all parishioners one by one whilst chanting:  

(Translated only for meaning)
“Better late than never,
Come receive the Light,
Easter’s here, Easter’s there
Easter’s also in Saint Karitsa!”

Anecdote as related by Vangelis Ioan. Katsampis to his son Giannis
From the collection:

Ανέκδοτο: Πάσχα στην Άγια Καρίτσα

Τα παλιά πολύ δύσκολα χρόνια όταν η Καρίτσα έπαιρνε σχήμα χωριού στις απότομες πλαγιές του Νότιου Πάρνωνα οι πρώτοι Καριτσιώτες χτίσανε κάμποσα πετρόχτιστα και πλακοσκέπαστα χαμόσπιτα γύρω από μια νεροπηγή, και λίγο πιο πάνω, κοντά σε αγνάντι που κυριαρχούσε ένας μεγάλος κέδρος, φτιάξανε μαντρότοιχο να περιφράξουνε νεκροταφείο ενώ παραδώθε, δίπλα σε ένα ρουμάνι, χτίσανε την πολιούχο Αγία Παρασκευή.
Κάτι που βέβαια τα χρόνια κείνα δεν μπορούσαν ούτε καν να φανταστούν ήτανε σχολειό. Έτσι όλο το χωριό, ακόμα και ο παπάς του, ήτανε αγράμματοι.  Ο παπάς, όπως λένε, άφησε την κλίτσια, τα γίδια και τα πρόβατα στην Τσούκα για να φορέσει το πετραχήλι και να προσέχει το ποίμνιο στην Άγια Παρασκευή.  Ο ευλογημένος, όμως, δεν ήξερε να διαβάσει, ούτε να γράψει, ούτε καλά-καλά και να μετρήσει.  Γι αυτό έψελνε ό,τι ήξερε νεράκι, μπερδεμένα και ανακατεμένα.  Όσο για το Ευαγγέλιο έλεγε αυτά που θυμότανε από μικρό παιδάκι.  Έτσι κουτσά στραβά κάπως τα κατάφερνε, αλλά μεγάλο βάσανο ήτανε οι γιορτές: πότε έπεφτε τ’ Αγιαννιού, πότε τα Χριστούγεννα και πότε το Πάσχα;
Μεγαλύτερη σκοτούρα ήταν βέβαια η Σαρακοστή, οι σαράντα οχτώ μέρες και νύχτες πριν το Πάσχα, από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι το μεγάλο Σάββατο, που περνάγανε τόσο αργά γιατί ολόκληρο το χωριό νήστευε.  Έτσι για να μετράει το πέρασμα της νηστείας ανήμερα την Καθαρά Δευτέρα ο παπάς συνήθιζε να βάζει σαράντα οχτώ κουκιά στα μπενίσια του και κάθε πρωί να τρώει από ένα.  Νόμιζε έτσι όταν έφτανε στο τελευταίο κουκάκι θα βρισκότανε στο Μεγάλο Σάββατο, θα έλεγε τα μεσάνυχτα το Χριστός Ανέστη και την επόμενη θα γιορτάζανε το Πάσχα.
Να όμως που μια μέρα, όπως μπάλωνε τα μπενίσια του, η παπαδιά βρήκε τα κουκιά.  «Αα, του αρέσουν του ευλογημένου τα κουκιά,» είπε η έρημη και του έβαλε άλλη μια χούφτα για να τον ευχαριστήσει!
Έτσι, ενώ ο παπάς κάθε μέρα έπαιρνε το πρωινό κουκάκι του για να λογαριάζει την αντίστροφη μέτρηση προς το Πάσχα, οι δόλιοι Καριτσιώτες ξελιγώνονταν στην ατέλειωτη νηστεία, σαράντα οχτώ και κάμποσες ακόμη, κανείς δεν ξέρει πόσες, επιπλέον ολόκληρες μέρες και νύχτες, της παρατεταμένης αυτής Μεγάλης Σαρακοστής.
Και λοιπόν, ένα πρωί, προτού καλά καλά ξημερώσει, σηκώθηκε ο παπάς, πήρε το πρωινό κουκάκι του, καβάλησε το γαϊδουράκι του και τράβηξε για το διπλανό κεφαλοχώρι, το Γεράκι, να τακτοποιήσει κάποιες δουλειές. Κατηφόρισε λοιπόν από τις Τρόκλες, μονοπάτι όλο πέτρες, σταμάτησε να ανάψει ένα κεράκι στο ξωκλήσι του Άϊ-Νικόλα, ακολούθησε το μουλαρόδρομο για το Γεράκι, πέρασε τον Άϊ-Γιάννη στο Βαρικό, όπου έκανε το σταυρό του, και σε λίγο όπως έμπαινε στο Γεράκι έκανε πάλε το σταυρό του μπροστά στον Άϊ-Θανάση.  Εκεί κοντά, χάμου, είδε κάποια φθαρμένα κόκκινα τσόφλια αβγών, λίγο παραπέρα κάμποσα άλλα, κι αυτά κόκκινα, ενώ παραπάνω τα παντού σκορπισμένα κατακόκκινα τσόφλια τον κάνανε να καταλάβει ότι έπρεπε οπωσδήποτε, προτού τον πάρουν χαμπάρι, άρον άρον να ξαναγυρίσει στην Καρίτσα.
Κόντευε μεσημέρι όταν ο δόλιος έφτασε στο χωριό όπου οι χωριανοί παρά τις λιγούρες από τη νηστεία απολαμβάνανε τον υπέροχο ανοιξιάτικο ήλιο που η Καρίτσα χαίρετε αυτή την εποχή του χρόνου. Ντροπιασμένος λοιπόν ο καημένος, να καλέσει τους Καριτσιώτες σε συναγερμό στην Αγία Παρασκευή, χτύπησε την καμπάνα που ήταν κρεμασμένη στον μεγάλο κέδρο. Φτάνοντας στην εκκλησιά οι χωριανοί μείνανε με τα στόματα ανοιχτά.  Μπροστά τους, στην Ωραία Πύλη, ντυμένος με τα άμφια τα γιορτινά κρατώντας μια μεγάλη αναμμένη λαμπάδα άλαλος στεκότανε ο παπάς, όποτε οι παραζαλισμένοι ενορίτες τον ρωτάνε, «Τι τρέχει παππούλη;»
«Τι να τρέχει!» τους απαντάει κι αρχίζει ακριβώς το καταμεσήμερο σε έναν έναν να μοιράζει το Άγιο Φως ψέλνοντας:
«Κάλλιο αργά παρά ποτέ,
Δεύτε λάβετε φως,
Πάσχα δω, Πάσχα κει,
Πάσχα και στην Άγια Καρίτσα!»

Ανέκδοτο όπως το είχε αφηγηθεί ο αείμνηστος Βαγγέλης Ιωάν. Κατσάμπης στο γιο του Γιάννη
Από τη συλλόγή:
http://karitsaeng.tripod.com/readings/anecdotes/

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

Σπύρος Κουτσοβασίλης: «Αντάμωμα Ήχων και Ψυχής» στη Νίκαια

Σπύρος Κουτσοβασίλης
Τραγουδιστής της καλύτερης λαϊκής ορχήστρας στη Λακωνία



Μετά την επιτυχία της πρώτης μουσικής παράστασης στο «ΠΕΤΡΙΝΟ» του Δημοτικού Πολιτιστικού Πολυχώρου «Μάνος Λοίζος», στη Νίκαια, ο συμπατριώτης Σπύρος Κουτσοβασίλης, γιος του Μιχάλη από το Γεράκη και της Αυγερινής (γένος Λάμπρου από την Καρίτσα) εμφανίζεται για μία ακόμη βραδιά, και για ένα άλλο «Αντάμωμα Ήχων και Ψυχής», σήμερα Σάββατο 2 Απριλίου!

Υπόσχεται να ταξιδέψει πάλι το ακροατήριο, με τη γνήσια φωνή του, στους ωκεανούς της έντεχνης και λαϊκής ελληνικής μουσικής!

Ο Σπύρος είναι μια από τις πιο ωραίες λαϊκές φωνές, και έχει πια καταξιωθεί ως ο τραγουδιστής της καλύτερης λαϊκής ορχήστρας στη Λακωνία, της «Παλίρροιας»!

Στο Γεράκι και στην Καρίτσα τον καμαρώνουνε! Όπως καμαρώνουνε και τον άλλο Γερακίτη, το νεαρό Γιώργο Ζήτσα του Νικολάου, μέλος του συγκροτήματος, που κι αυτός έχει παλαίες ρίζες από την Καρίτσα, ο οποίος τραγουδάει και παίζει μπουζούκι εξαιρετικά! Η παρέα τους συμπληρώνεται από τρεις επιπλέον δεξιοτέχνες οργανοπαίχτες Νίκο Ανεμοδουριώτη, Νίκο Γάλλο, και Ηλία Καππάκο.

Η παράσταση θα λάβει χώρα στη Θηβών 245, στη Νίκαια!
Ώρα έναρξης: 10.30μ.μ.
Τηλέφωνο για κράτηση: 6973039620


Παρακάτω, δελεαστικό δείγμα της μουσικής και στοίχους της Παλίρροιας από την παρουσίαση του CD 20 Χρόνια Πορείας Στη Λακωνία. Τραγουδάνε: Αθηνά Κοκκόλη, Κώστας Παπαγεωργίου και Σπύρος Κουτσοβασίλης, οι δύο τελευταίοι ντόπιοι Γερακίτες. Ο Κώστας έχει το καφενείο στην πλατεία και ο Σπύρος εμπορικό δίπλα στην πλατεία.