Ένα παλιό χωριανό ανέκδοτο, όπως το έλεγε σαν παραμύθι ο Βαγγέλης Κατσάμπης στα παιδιά του, μαζεμένα γύρω από το αναμμένο τζάκι
Τα παλιά, τα πολύ δύσκολα χρόνια, τότε που η Καρίτσα έπαιρνε σχήμα χωριού
στις απότομες πλαγιές του Νότιου Πάρνωνα, οι πρώτοι Καριτσιώτες δεν είχαν ούτε
πολλά ούτε εύκολα. Είχαν όμως πείσμα.
Γύρω από μια νεροπηγή σήκωσαν κάμποσα πετρόχτιστα, πλακοσκέπαστα χαμόσπιτα. Πιο πάνω, σ’ ένα αγνάντι που το φύλαγε ένας μεγάλος κέδρος σαν άγρυπνος φρουρός, έχτισαν μαντρότοιχο όλο γύρω από τη «Γειτονιά των Αγγέλων». Κι από δίπλα, κοντά σ’ ένα ρουμάνι που σφύριζε ο αγέρας, έστησαν την πολιούχο, την Αγία Παρασκευή.
Σπίτια υπήρχαν. Εκκλησιά υπήρχε. Νεκροταφείο υπήρχε.
Σχολειό; Ούτε για δείγμα.
Ο παπάς που άφησε τα γίδια και κράτησε το πετραχήλι
Όλο το χωριό αγράμματο. Κι ο παπάς μαζί.
Λένε πως άφησε την κλίτσα, τα γίδια και τα
πρόβατα στην Τσούκα και φόρεσε το πετραχήλι για να ποιμάνει στην Αγία
Παρασκευή. Ευλογημένος άνθρωπος. Καλοπροαίρετος. Μα γράμματα δεν ήξερε. Ούτε να
διαβάσει, ούτε να γράψει, ούτε καλά καλά να μετρήσει.
Έψελνε ό,τι θυμόταν νεράκι, λίγο μπερδεμένα,
λίγο ανακατεμένα. Το Ευαγγέλιο το έλεγε απ’ έξω, απ’ όσα κρατούσε από παιδάκι.
Κουτσά στραβά τα κατάφερνε.
Το μεγάλο βάσανο όμως δεν ήταν τα τροπάρια.
Ήταν οι γιορτές.
Πότε πέφτει τ’ Αγιαννιού; Πότε τα Χριστούγεννα; Και το Πάσχα, βρε παιδί μου,
πότε έρχεται το Πάσχα;
Η Μεγάλη Σαρακοστή και τα σαράντα οχτώ κουκιά
Η μεγαλύτερη σκοτούρα ήταν η Σαρακοστή.
Σαράντα οχτώ μέρες από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι το Μεγάλο Σάββατο. Σαράντα οχτώ
μέρες που κυλούσαν αργά σαν ανοιξιάτικο
νεράκι, γιατί όλο το χωριό νήστευε.
Ο παπάς, άνθρωπος πρακτικός, βρήκε λύση.
Την Καθαρά Δευτέρα έβαζε σαράντα οχτώ κουκιά στα μπενίσια του. Κάθε πρωί έπερνε από ένα. Όταν θα έφτανε στο
τελευταίο, θα ήταν Μεγάλο Σάββατο. Τα μεσάνυχτα Χριστός Ανέστη, και την άλλη
μέρα Πάσχα. Τόσο απλά.
Ή έτσι νόμιζε.
Η παπαδιά και η μοιραία χούφτα
Μια μέρα η παπαδιά, καθώς μπάλωνε τα μπενίσια,
βρίσκει τα κουκιά.
«Αα, του αρέσουν του ευλογημένου τα κουκιά»,
λέει η καλή ψυχή.
Και για να τον ευχαριστήσει, του ρίχνει μέσα άλλη μια γερή χούφτα.
Από κείνη τη μέρα ο παπάς έπερνε κάθε πρωί το κουκάκι του και
μετρούσε την αντίστροφη μέτρηση για το Πάσχα. Μόνο που τα κουκιά δεν τελείωναν
ποτέ.
Κι οι Καριτσιώτες;
Νήστευαν. Και ξανά νηστεύαν. Σαράντα οχτώ μέρες και κάμποσες ακόμη. Πόσες;
Κανείς δεν ξέρει. Η πιο μακρόσυρτη Σαρακοστή που γνώρισε ο Νότιος Πάρνωνας.
Τα κόκκινα τσόφλια στο Γεράκι
Ένα πρωινό, πριν καλά καλά φέξει, ο παπάς πήρε το κουκάκι του, καβάλησε το
γαϊδουράκι και τράβηξε για το διπλανό κεφαλοχώρι, το Γεράκι.
Κατηφόρισε από τις Τρόκλες, άναψε κεράκι στον
Άι Νικόλα, έκανε τον σταυρό του στον Άι Γιάννη στο Βαρικό, κι όπως έμπαινε στο Γεράκι έκανε πάλι το σταυρό του μπροστά στον Άι
Θανάση.
Και τότε τα είδε.
Σκόρπια πάνω στο καλντερίμι, φθαρμένα κόκκινα τσόφλια. Λίγο
πιο πέρα, κι άλλα. Και παραπάνω, παντού κατακόκκινα.
Ο παπάς πάγωσε.
Το Πάσχα είχε περάσει. Και στην Καρίτσα ακόμα τρώγανε κουκιά.
Χωρίς δεύτερη σκέψη, γύρισε το γαϊδουράκι και
πήρε τον ανήφορο πίσω. Όχι για δουλειές. Για σωτηρία.
Το μεσημεριάτικο «Χριστός Ανέστη»
Κόντευε μεσημέρι όταν έφτασε στο χωριό. Ο ήλιος έλαμπε από ψηλά, περίπου στη μέση του ουρανού ανάμεσα στην Τσούκα και την Ασφάκα και οι Καριτσιώτες, νηστικοί μα γαλήνιοι, κάθονταν έξω από τα πετρόχτιστα, λες και περίμεναν κάτι που δεν ήξεραν ακόμη.
Ξάφνου η καμπάνα στον μεγάλο κέδρο χτύπησε
αλλιώτικα. Όχι πένθιμα. Όχι γιορτινά. Ανησυχητικά.
Στην Αγία Παρασκευή μαζεύτηκαν όλοι.
Ο παπάς στεκόταν μπροστά στην Ωραία Πύλη. Με τα
καλά του άμφια. Στο χέρι μια μεγάλη λαμπάδα αναμμένη, που έσταζε κερί πάνω στις
πλάκες.
Πήρε βαθιά ανάσα. Έκανε τον σταυρό του.
Και άρχισε, λίγο σπαστά στην αρχή, μα έπειτα με
φωνή που γέμισε το εκκλησάκι:
«Χριστός Ανέστη εκ νεκρών,
θανάτω θάνατον πατήσας…»
Σταμάτησε μια στιγμή. Κοίταξε τον κόσμο του,
τους ανθρώπους του, που είχαν νηστέψει παραπάνω απ’ όσο έπρεπε χωρίς να το
ξέρουν.
Και τότε, σαν να του το ψιθύρισε ο ίδιος ο
άνεμος από το ρουμάνι, ύψωσε τη λαμπάδα και φώναξε:
«Χριστός Ανέστη.
Δεῦτε λάβετε φως.
Πάσχα δω, Πάσχα κει,
Πάσχα και στην Άγια Καρίτσα.»
Ο κόσμος αναστέναξε. Κάποιοι κάναν το σταυρό τους.
Κάποιοι χαμογέλασαν με μάτια βουρκωμένα.
Κι εκείνος ξανάπιασε το τροπάριο, πιο σίγουρος
τώρα:
«…και τοις εν τοις μνήμασι
ζωήν χαρισάμενος.»
Κι έτσι, μεσημέρι, κάτω από το φως του ήλιου
κι όχι του φεγγαριού, η Ανάσταση ήρθε στην Καρίτσα. Όχι με τυμπανοκρουσίες και
νυχτερινά βαρελότα. Μα με μια φωνή τίμια και καθαρή, που μπέρδεψε τα λόγια μα
όχι την πίστη.
Και λένε πως από τότε, όταν μπερδεύονται τα
πράγματα στο χωριό, κάποιος θα πει γελώντας:
«Μην ανησυχείτε. Πάσχα δω, Πάσχα κει, Πάσχα
και στην Άγια Καρίτσα.»
Και
όλα μπαίνουν στη θέση τους.



