Follow by Email

Συνολικες προβολες

Ο καιρός στο χωριό μας

Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα: Η περιπέτεια του κατεστραμμένου δρόμου μας συνεχίζεται

«Ποσό στοιχίζει να ρίξεις δυο  τσουβάλια πίσσα να το κάμω μόνος μου!» 
Πήτερ Κατσάμπης

Η περιπέτεια του κατεστραμμένου δρόμου της Καρίτσας και η αδράνεια των αρμόδιων αρχών να κάνουν κάτι γι 'αυτό εξακολουθεί να απογοητεύει πολλούς χωριανούς καθώς και απογόνους από το εξωτερικό, τόσο που ένας απ’ αυτούς είναι αποφασισμένος να επιστήσει την προσοχή σ’ όσους ενδιαφέρονται γι αυτή τη δεινή κατάσταση.

Ο Πήτερ Κατσάμπης, Αυστραλογεννημένος απόγονος που επισκέπτεται το χωριό τακτικά, έχει δημοσιεύσει τρία βίντεο με συνοδευτικά σχόλια για να δείξει την έκταση του προβλήματος.

Το συνοδευτικό σχόλιο στο πιο πρόσφατο βίντεο, που αναδημοσιεύουμε στο τέλος, έχει ως εξής:

«Καλησπέρα φίλες και φίλοι από την Καρίτσα Λακωνίας. Εδώ πριν από δύο μήνες στο ίδιο σημείο ανήρτησα ένα βίντεο στο Φέισμπουκ για την κατάσταση του δρόμου που οδηγεί στο χωριό μας και όπως βλέπετε έπειτα από δύο μήνες δεν έχει αλλάξει τίποτα· τα ίδια χάλια, τα ίδια προβλήματα.

«Και ενώ είχα λείψει περίπου τρεις εβδομάδες στη Μακεδονία και είδα έργα παντού από κατάσταση δρόμων και τα λοιπά συντήρησης, εδώ για 10 μέτρα δρόμο ταλαιπωρούνται οι συγχωριανοί μου.

«Τι να πει κανείς; Αθάνατη ελληνική γραφειοκρατία, τα χάλια μας. Τώρα τι θα γίνει; Λένε ότι πρέπει να γίνει δημοπρασία και κολοκύθια, λες και είναι ένα μεγάλο έργο.

«Φαντάσου τώρα να έρχεσαι νύχτα, να μην ξέρεις το δρόμο και να πάθεις κάποια βλάβη; Όπως βλέπετε εδώ μία ωραία γουβίτσα, τι να πει κανείς και όταν θα ‘ρθουν οι βροχές που θα ‘ρθούνε, τι άλλα χάλια θα υποστούμε εδώ; Αυτά για τώρα δεν έχω τίποτα να πω εκτός από αίσχος και ντροπής.

«Και όπως βλέπουμε κυρίες και κύριοι κάτω από το δρόμο είναι βουλωμένες οι σωλήνες και όταν θα βρέξει μεθαύριο, πού θα πάει το νερό; Πάλι τα ίδια χάλια θα έχουμε. Ελπίζω να τα βλέπουν οι αρμόδιοι κει στο Δήμο της Σκάλας γιατί πραγματικά είναι ντροπή και αίσχος να αφήσουμε ένα χωριό έτσι. Και όχι μόνο αυτό το σημείο, υπάρχουν και άλλα σημεία που είναι πολύ επικίνδυνα τα οποία τα χω ανεβάσει κι αυτά να δουν και ο κόσμος. Ούτε στο Τατζικιστάν ή στο Ουγκάντα βλέπεις τέτοια χάλια.

«
Its an absolute joke (Είναι απόλυτη κοροϊδία) όπως λένε και στην Αυστραλία.»

Δε γνωρίζουμε μέχρι σήμερα εάν κάποιος αρμόδιος έχει ανταποκριθεί στο ανησυχητικό θέμα που ο αγανακτισμένος πλέον Πήτερ Κατσάμπης επιλέγει να φέρει στο φως. Σ’ αντίθεση ωστόσο όλο και περισσότεροι ντόπιοι επιδιώκουν να εκφράσουν την άποψή τους με οποιοδήποτε μέσο κοινωνικής συζήτησης έχουν στη διάθεσή τους.

Μία χωριανή γράφει: «Ο δρόμος της Καρίτσας ανήκει στην αρμοδιότητα του Δήμου Ευρώτα. Έχει περάσει μια χρονιά από τα περυσινά φρούρια. Δεν δικαιολογείται αυτό το χάλι !!!!!!»

Άλλος χωριανός σχολιάζει: «Απαράδεκτο αλλά και εμείς όλοι είμαστε απαράδεκτοι να πάμε όλοι μαζί στο δήμαρχο. Μας πετάξανε στη Σκάλα και περιμένουμε να γίνουν έργα στον τόπο μας ε σας λέω όχι τίποτα δεν θα γίνει!»

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εναπόκειται τώρα στις αρμόδιες αρχές να διαψεύσουν τη λαϊκή ρήση «Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα!»


video

Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

Επικήδειος: Επιστολή του αείμνηστου Αδαμάντιου Μιχ. Μαλαβάζου προς οικείους, συγχωριανούς και φίλους


Με αφορμή το 40ήμερο μνημόσυνο που θα τελεστεί την Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2017 στην Ελληνορθόδοξη Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο Θεμπάρτον της Αδελαΐδας, δημοσιεύουμε τον επικήδειο -επιστολή του αείμνηστου Αδαμάντιου Μαλαβάζου προς οικείους, συγχωριανούς και φίλους - που εκφωνήθηκε από τον π. Διογένη Πατσούρη κατά τη νεκρώσιμη ακολουθία την Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 2017.
 
Γεννήθηκα στις 14 Νοεμβρίου 1924 στους πρόποδες του Ελάτια, το βουνό στο αγαπημένο μου χωριό, την Καρίτσα της Σπάρτης Λακωνίας.  Ήμουνα ένα από τα εννιά παιδιά του μπάρμπα-Μιχαλή και της θεια-Στυλιανής. Παρά το γεγονός ότι γεννήθηκα και μεγάλωσα στη φτώχεια, ήμουνα συγχρόνως καλότυχος να γεννηθώ σε μια οικογένεια που ζούσε με τις αρχές της αγάπης προς το Θεό, το σεβασμό και την εκτίμηση προς τους μεγαλύτερους και πάνω απ’ όλα ο ένας προς τον άλλον. Το όνομα, η υπόληψη και η εκτίμηση της οικογένειας του μπάρμπα-Μιχάλη ήταν το παν κι όλοι ζούσαμε μ’αυτό, κάνοντας μας έτσι, εμένα και τα αδέρφια μου, τους ανθρώπους που γίναμε  και μας θυμόνται.

Η πειθαρχία και η καθοδήγηση στα νεότερά μου χρόνια από τους δυο μου μεγαλύτερους αδερφούς, το Γιάννη και το Γιώργη,  με έκαναν τον άνδρα που έγινα. Ο αδερφός μου ο Γιώργης, ο άτυχος που μας άφησε τόσο νωρίς, μας έκανε περήφανους από τον ηρωισμό του στην Αλβανία, στις μάχες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Θυμάμαι το τελευταίο του αγκάλιασμα και το φιλί του όταν έφευγα για τον στρατό τον Αύγουστο του 1946. Η μνήμη του έμεινε για πάντα στην καρδιά μου από κείνη τη μέρα.
Με δυο μεγαλύτερες αδερφές, την Ευγενία και την Κατερίνα, 18 και 12 χρόνια πιο μεγάλες αντίστοιχα, αισθανόμουν ότι δεν είχα μια, αλλά τρεις μανάδες. Σαν παιδάκι, η αγάπη και η φροντίδα τους δεν ξεχνιέται, με κατάπνιγε.

Η σχέση μου με τις τρεις πιο μικρές αδερφές -τη Μαρία, τη Χριστίνα και την Πολυξένη- ήτανε μιας μεγάλης αγάπης, φροντίδας και σεβασμού έτσι ώστε στο πέρασμα του χρόνου μοιραζόμασταν τα μυστικά μας και ακούγαμε ο ένας τον άλλον τα παράπονα και τους πόνους μας.

Η φήμη και η υπόληψη του πατέρα στο χωριό, στην ευρύτερη Λακωνία κι όχι μόνο εξηγείται από τη λεβεντιά του, την προσωπικότητά του, καθώς και τον ηρωισμό του ως Εύζωνας στους βαλκανικούς πολέμους το 1912 μέχρι το 1914. Ο πατέρας, λόγω στενού δεσμού με το στρατηγό του, τον Κωνσταντίνο (που αργότερα έγινε βασιλιάς Κωνσταντίνος), και το αίμα των συντρόφων του στις διάσημες μάχες ενάντια των Τούρκων και των Βούλγαρων αντιπάλων τον κάνανε να παραμείνει μοναρχικός μέχρι την ημέρα που πέθανε.

Στρατιώτης
Η μάνα, όμως, ήτανε η κολώνα της οικογένειας. Μας δίδαξε την αγάπη και την πίστη προς το Θεό και μ’ αυτή την αρχή να ζούμε τη ζωή μας. Στην αγκαλιά της, η καλή μας μάνα μας δίδαξε την ουσία της χριστιανικής ζωής και πώς να αγαπάμε ο ένας τον άλλον και τους ανθρώπους γύρω μας.
Μεγαλώνοντας σ’ αυτή την περήφανη οικογένεια ήτανε και δύσκολο. Η πείνα και η φτώχεια μας έκανε πιο δυνατούς, αφού κάναμε το καλύτερο με  ό,τι μποράγαμε, με τα σφαχτά και τις ελιές ως κύρια μέσα να τα βγάλουμε πέρα. Όπως και πολλές άλλες οικογένειες, το φαΐ μας ήταν περιορισμένο έτσι τίποτα δεν σπαταλιόταν. Η αγαπητή μάνα το θεωρούσε αμαρτία να μην τρώγαμε όλο το φαγητό όσο άνοστο και να 'τανε. Το ψωμί το λέγαμε ψωμάκι και ο λατρευτός παππούς, ο Γιώργης ο Λάμπρος,  μας έκανε να καταπίνουμε ακόμα και τα κουκούτσια όταν τρώγαμε ελιές.

Αυτή ήτανe η πείνα και η φτώχεια. Θυμάμαι μικρό παιδάκι το μεγαλύτερο αδερφό το Γιάννη να μου λέει είχε φάει τη μισή ζάχαρη από το βάζο και για να μη το ανακαλύψει η μάνα άλλαξε τη ζάχαρη με αλάτι. Ο ίδιος είπε ακόμα ότι θα 'τανε καλό να κρυβόμασταν όταν περνάγανε επισκέπτες γιατί η μάνα σίγουρα θα έβρισκε το αλάτι στο βάζο όταν πήγαινε να κάνει τον καφέ.

Σα μικρό παιδάκι στα τέλη της δεκαετίας του 1920 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930, πήγαινα το σχολείο με όρεξη και λαχτάρα. Δεν μπόραγα να χορτάσω την όρεξή μου να διαβάζω, προπαντός για μακρινά μέρη όπως την Αφρική, τη Σιβηρία, την Αλάσκα και την Αυστραλία. Μου άρεσε πολύ να διαβάζω για τα άγρια ζώα σε αυτά τα μακρινά μέρη και ονειρευόμουνα μια μέρα να τα επισκεφθώ. Ήμουνα επιπλέον και πολύ καλός στα μαθηματικά και ο δάσκαλός μου, ό Πέτρος ο Ρογκάκος, που αναγνώρισε τις σχολικές μου ικανότητες, ζωντάνεψε την όρεξή μου για μάθηση προπαντός στα μαθηματικά και την ανάγνωση σε επίπεδα πέρα από τα χρόνια και την ωριμότητά μου. Τον θυμάμαι στις αρχές του 1938 να παρακαλάει τον πατέρα να με αφήσει να πάω στο γυμνάσιο για να μορφωθώ και να κάνω την οικογένεια περήφανη γι αυτά που πραγματικά πίστευε ότι θα μπόραγα να πετύχω. Δυστυχώς, η άγνοια του πατέρα, ευνόητη κι αν ήτανε, για την ανάγκη για καλή μόρφωση και την αξία της, έδωσε την αναμενόμενη απάντηση στον δάσκαλο ότι δεν θα 'τανε κανένας να φυλάγει τα κατσίκια και να μαζεύει τις ελιές και τί καλό στο κάτω κάτω θα κάνανε τα γράμματα σ’ αυτή την κατάσταση. Όσο μικρή κι αν ήταν η ελπίδα του κ. Ρογκάκου και εμένα να πείσουμε τον πατέρα μου αλλιώς, γίνηκε ακόμη πιο ελάχιστη ένα χρόνο αργότερα, όταν μαζί με του πατέρα το «όχι» για το γυμνάσιο, το «ΟΧΙ» του Ιωάννη Μεταξά στις δυνάμεις του άξονα το 1939 έβαλε τέρμα στα όνειρά μου για γράμματα.

Πρώτα χρόνια στην Αδελαΐδα
Μαζί με το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήρθανε περισσότερες δυσκολίες για όλους στην Ελλάδα. Προσευχόμουνα η χώρα μου να ξεπεράσει τη ναζιστική επίθεση και τις διαφορές που δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα μεταξύ στα διάφορα πολιτικά κόμματα. Στο τέλος του πολέμου, ένας άλλος εφιάλτης έπληξε τη χώρα. Ως 21χρονός, στις 12 Αυγούστου 1946, μαζί με τους καλούς μου φίλους, το Θανάση τον Αντώνη, το Γιάννη το Μαλαβάζο (Πασάκο), τον ξάδελφο μου το Μανόλη το Μαλαβάζο και άλλα δέκα παλικάρια φύγαμε από το χωριό τη νύχτα να παρουσιαστούμε στον Ελληνικό Στρατό στη Σπάρτη για να πάμε στη Βόρεια Ελλάδα να πολεμήσουμε στον αδιανόητο Εμφύλιο, όπου Έλληνας πολεμούσε Έλληνα. Δυο-δυο τη νύχτα παίρναμε το δρόμο για το Γεράκι για να αποφύγουμε τυχόν υποψίες από τους αντάρτες. Καθώς απομακρυνόμασταν με δάκρυα στα μάτια και φόβο στο στομάχι πίσω ακούγαμε τις προσευχές και τα κλάματα από τις μανάδες μας. Προχωρώντας με τον καλό μου φίλο το Θανάση τον Αντώνη, θυμάμαι όταν φτάσαμε στον Άϊ-Νικόλα γύρισα πάλι πίσω για να κοιτάξω για άλλη μια φορά τα θαμπά φανάρια της Καρίτσας να τρεμοσβήνουνε και προσευχόμουνα στην Παναγία να μας ευλογήσει να ξαναγυρίσουμε και να ξαναδούμε το αγαπημένο μας χωριό.

Μετά από περίπου τρεισήμισι χρόνια στον πόλεμο στη Βόρεια Ελλάδα ξαναγύρισα σπίτι στην Καρίτσα στις 18 Νοεμβρίου 1949 μαζί με 12 από τα άλλα 15 παλικάρια που φύγαμε τη νύχτα της 12ης Αυγούστου 1946. Ο απόηχος των δύο πολέμων, ο ένας μετά το άλλον, άφησε την Ελλάδα στη φτώχεια και σε δύσκολη κατάσταση. Όλοι έπρεπε να κάνουμε ό,τι μποράγαμε για να βοηθήσουμε τις οικογένειές μας να τα βγάλουμε πέρα. Η μεταπολεμική ανακατασκευή δημιούργησε ζήτηση ξυλείας για την ανοικοδόμηση των σπιτιών και με αυτό ήρθανε ευκαιρίες για μας που ζούσαμε κοντά σε δάση όπως εκείνα που βρίσκονται στα γύρω βουνά του χωριού μας, στο Μαζαράκι, στου Σουρμπάνου, στο Διάσελο, στη Τσούκα και στον Ελάτια. Με τα πολυαγαπημένα μου ξαδέρφια, τον Κώστα και τον Μανόλη Μαλαβάζο, πηγαίναμε κάθε μέρα εκεί για να κόψουμε και να φορτώσουμε τα μουλάρια μας. Στη δικιά μου την περίπτωση, με το μαύρο μου το μουλάρι, την «Τσιόπρα», φτάναμε τα μεσάνυχτα στα χωριά Γούβες, Σκάλα, Άγιο Ανδρέα και Βρονταμά να πουλήσουμε αυτό το πολύτιμο υλικό.

Ακόμη και μ’ αυτό το σκληρά κερδισμένο επιπλέον εισόδημα, η ζωή ήταν δύσκολη και δε φαινότανε να τελείωνε η φτώχεια που τα μεταπολεμικά χρόνια σκέπαζε την Ελλάδα, ιδιαίτερα τα χωριά. Με την ευλογία του Θεού χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, ο Καναδάς και η Αυστραλία άνοιξαν τις πόρτες τους για μετανάστες και σωθήκαμε απ’ αυτή τη φτώχεια. Πολλοί από τους συγχωριανούς μου, τους Καριτσιώτες, πήρανε την ευκαιρία. Η αδερφή μου η Χριστίνα με το σύζυγό της το Γιάννη τον Κατσάμπη και τον μικρό τους γιο το Δημήτρη, ξεκίνησαν στο τέλος του 1952 και ήτανε οι πρώτοι Καριτσιώτες να φτάσουνε εδώ στην Αδελαΐδα. Τους ακολούθησα κι εγώ το 1954. Όταν έφτασα στη Νότια Αυστραλία δούλεψα για λίγο στο Μάουντ Γκάμπιερ ως πυροσβέστης στο δάσος Μιούρα Φόρεστ με τον πολύ καλό μου φίλο το Διαμαντή το Χαγιά πριν μετακομίσω στην Αδελαΐδα για να ζήσω κοντά στην αδερφή μου και την οικογένειά της.

Τ
Γάαμος 1958
ο 1957 η σύζυγος μου η Βασιλική έφτασε και παντρευτήκαμε τον ίδιο χρόνο.  Αποκτήσαμε το πρώτο μας παιδί, τη Στέλλα, το 1958 και ακολούθησε ο γιος, ο Μιχάλης, το 1962. Με τη Βασιλική μεγαλώσαμε τα παιδιά μας να σέβονται και να αγαπάνε τον κόσμο και να αποδώσουν τις ίδιες αξίες στα παιδιά τους. Μπορώ να πω ότι το πετύχαμε και η αγάπη και η υπερηφάνειά μου για τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου είναι ακαταμέτρητη και παντοτινή.


Η αγάπη μου για την Ελλάδα, ιδιαίτερα τη Σπάρτη και την Καρίτσα, καθώς και η ανάγκη να διατηρούμε επαφή με την πατρίδα ήτανε μεγάλη κι όταν μου δόθηκε η ευκαιρία τιμή μου ήτανε να υπηρετήσω ως πρόεδρος του Παλλακωνικού Συλλόγου της Νότιας Αυστραλίας το 1974 και 1975 και στη συνέχεια γραμματέας το 1976 μέχρι το 1978. Ήτανε επίσης μεγάλη τιμή μου να υπηρετήσω ως πρώτος πρόεδρος της Αδελφότητας Καριτσιωτών της Νότιας Αυστραλίας το 1986. Είμαι ακόμα πολύ περήφανος που ο γιος μου ακολούθησε τα βήματά μου και υπηρέτησε στον Παλλακωνικό Σύλλογο και ως ό σημερινός πρόεδρος της Αδελφότητας Καριτσιωτών. Τα ανίψια μου, ο Βαγγέλης ο Μαλαβάζος και ο Δημήτρη ο Κατσάμπης, καθώς και η εγγονή της αδελφής μου της Κατερίνας, η Κατερίνα Ροζακλή, όλοι υπηρετήσανε στον Παλλακωνικό Σύλλογο.

Νεαρό ανδρόγυνο
Η αγάπη μου για τους συγγενείς μου, καθώς και τους συγγενείς της Βασιλικής μου στην Ελλάδα και εδώ στην Αυστραλία, ήτανε πάντα δυνατή. Έδωσα όρκο στην αδερφή και στον αδερφό μου ότι θα ήμουνα πάντα παρών ως πατέρας για τους ανιψιούς και τις ανιψιές μου στην Αυστραλία. Πάντοτε υπήρχα εκεί για αυτούς, στις χαρές, τις ασθένειες και τις στενοχώριες τους. Ήτανε τιμή μου να είμαι εκεί γι 'αυτούς και για τα ανιψιά της Βασιλικής. Από το βάθος της καρδιάς μου τους ευχαριστώ όλους για το σεβασμό και την αγάπη και την εκτίμηση που μου έδωσαν εδώ και πολλά χρόνια, ήτανε πραγματικά σαν δικά μου παιδιά.

Στην αγαπημένη μου γυναίκα, την Βασιλική, που με άφησε λίγους μήνες πριν από τα 50 χρόνια επέτειο του γάμου μας το 2007, η απώλεια της με άφησε σε κενό και ανήμπορο για πάνω από δέκα χρόνια. Όταν αρρώστησα με τη νόσο του Πάρκινσον, δύο χρόνια μετά το θάνατό της, η υποστήριξη που μου έδινε πάντα μου έλειπε σε αυτή την δύσκολη κατάσταση, όχι μόνο για μένα, αλλά και για τα παιδιά μας. Έχασα την αγάπη της και τώρα ανυπομονώ να βρω τον εαυτό μου στην αγκαλιά της για άλλη μια φορά για πάντα.

Στα δύο μου παιδιά, τη Στέλλα και το Μιχάλη, είμαι περήφανος για σας και για όλα όσα κάνατε για μένα τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια μετά την απώλεια της μητέρας σας. Στην πιο σκοτεινή εποχή, όταν έγινα φυλακισμένος στο σώμα μου, και οι δυο σας σταθήκατε δίπλα μου και με παρηγορούσατε  όσο καλύτερα μπορούσατε. 

Στην κόρη μου τη Στέλλα, σε ευχαριστώ για τα ατέλειωτα πηγαινέλα από το γηροκομείο στα γεύματα των συνταξιούχων και τις επισκέψεις στα σπίτια στους αγαπητούς συγγενείς. Όπως η πολυαγαπημένη μου μάνα ήταν η κολώνα δύναμης και στήριξης όταν μεγάλωνα, έτσι κι εσύ έγινες η ίδια κολώνα για μένα τα δύσκολα χρόνια μετά το θάνατο της μητέρας σας.

Σαββατιανό γεύμα με το γιο Μιχάλη
Στον γιό μου το Μιχάλη, το μόνο που έχω να πω είναι σε ευχαριστώ και πάνω απ' όλα ευχαριστώ το Θεό που είσαι ό γιός μου. Η παρέα σου ήταν πάντα μια ξεκούραση. Περίμενα τα γεύματα τα Σάββατα όπου συζητάγαμε και εσύ άκουγες προσεχτικά τις ιστορίες της ζωής μου, πολλές από τις οποίες περιγράφονται λεπτομερώς σε τούτη δω την επιστολή.

Στα εγγόνια μου, οι αγάπες και οι χαρές εμένα και της γιαγιάς σας!  Σας είδαμε να μεγαλώνετε από μωρά σε ενήλικους ενήλικες που είστε σήμερα, η ευλογία και η αγάπη μου θα είναι πάντα μαζί σας. Ζητάω μόνο ένα πράγμα, να θυμάστε εμένα και τη γιαγιά σας για αυτό που ήμασταν καθώς και την αγάπη μας για σας. Τον Αλέξανδρο, τον ευχαριστώ που μου έφερε τα πρώτα δάκρυα χαράς ενός παππού, τους δυο μου Διαμαντήδες που με κάνουν τόσο περήφανο που έχω τέτοιους εντυπωσιακούς νέους που φέρνουν το όνομά μου, την Βασιλική, το λουλούδι στην καρδιάς μου και της γιαγιάς, και φυσικά το μωρό μας Βασιλάκη το τελευταίο από τα δάκρυα μου από τη χαρά ενός παππού. Την νύφουλα εγγόνα μου, τη Μαρία, την ευχαριστώ που είδα και εγώ την πρώτη χαρά στα εγγόνια μου.

Στον γαμπρό μου το Δημήτρη και στη νύφη μου την Ασπασία, κάθε βράδυ στην προσευχή μου ευχαριστούσα το Θεό που ευλόγησε τις ζωές των παιδιών μου με δύο υπέροχους ανθρώπους σαν εσάς.

Συγχωριανοί μετά από συνεδρίαση της Αδελφότητας Καριτσιωτών.
Τώρα όλοι έχουν αποβιώσει:
Γιάννης Κατσάμπης (1925-2006)
Βαγγέλης Κατσάμπης (1917-2002)
Αδαμάντιος Μαλαβάζος (1924 -2017)
Διαμαντής Χαγιάς (1924-2017)
Σε όλο το προσωπικό του γηροκομείου, σας ευχαριστώ όλους για την πολύτιμη φροντίδα και την υποστήριξη που μου δώσατε τα τελευταία δύο χρόνια, ο Θεός να σας ευλογεί όλους.
Σήμερα ο Θεός με απελευθέρωσε από τον πόνο μου να βρω και πάλι την αιώνια ειρήνη στην αγκαλιά της αγαπημένης μου συζύγου Βασιλικής και των γονέων και των αδελφών μου. Πριν όμως, πιστεύω ότι ο Θεός θα επιτρέψει την τελευταία μου φορά να επισκεφτώ το αγαπημένο μου χωριό την Καρίτσα. Να δω τα παλιά μου τα λημέρια στα βουνά: το Μαζαράκι, την Τσούκα και τον Ελάτια. Να ακούσω τον άνεμο να σφυρίζει μέσα από τα έλατα. Τα χείλη μου να αγγίξουν το κρύο νερό από τη φυσική πηγή στα Καναλάκια. Nα τρέξω όπως έκανα ως παιδί, ξυπόλυτο και πεινασμένο, γύρω από τα χαμόκλαδα στο Διάσελο. Να ανάψω ένα ακόμα κεράκι στον Αγιάννη. Να ακούσω το καμπαναριό της Ευαγγελίστριας πριν ρίξω μια τελευταία ματιά στο σπίτι μου: κει που η αγκαλιά της μάνας μου με καλοδεχότανε όταν έτρεχα παιδάκι να της πω για τα μακρινά μέρη που είχα διαβάσει κείνη τη μέρα στο σκολειό,  κει που οι αγκαλιές και τα δάκρυα με καλωσόρισαν όταν ξαναγύρισα από το στρατό, κει που έφερα για πρώτη φορά την οικογένειά μου από την Αυστραλία το 1972.

Με αυτά, σας αποχαιρετώ!


πατέρας σας, 
o παππούς σας, 
o  μπάρμπας σας, 
ό συμπέθερός σας,
o συγγενής σας, 
o  νονός σας, 
και o φίλος σας.
 
Αδαμάντιος Μαλαβάζος

Eulogy: Letter from the late Adamantios Michail Malavazos to family, relatives, fellow villagers and friends

On the occasion of the 40 day memorial service to be held on Sunday 15 October, 2017 at the Greek Orthodox Church of St. George in Thebarton, Adelaide, we publish the Eulogy -Letter by the late Adamantios Malavazos to family, relatives, fellow villagers and friends- delivered by Fr. Diogenis Patsouris during the funeral service on Wednesday 13 September 2017.

I was born on 14th November 1924 on the foothills of mount Elatias  in my beloved village Karitsa, Sparta of Laconia. I was one of nine children of barmpa-Michalis and theia-Styliani. Despite being born and raised in poverty, equally I was blessed to be born in a household that lived by the principles of love of god, respect and honour for our eldest and above all each other. The name, reputation and honour of the household name of barba Michali meant everything and we all respected that and lived by that accordingly making myself and my siblings the people we grew up to be and remembered as.

The discipline and guidance in my younger years by my two older brothers, Giannis and Giorgis made me the man I grew up and became. My brother Giorgis, the unfortunate man who left us at an early age, left us with pride from his heroism in Albania in the battles of the Second World War. I remember his last embrace and kiss when I left for the army in August 1946 and his memory always stayed in my heart from that day.

My two elder sisters, Evgenia and Katerina, 18 and 12 years my senior respectively, felt like I had not one, but three mothers. As a child, their love and care unforgettably smothered me.

My relationship with my younger three sisters - Maria, Christina and Polyxeni - given our closer ages, was one of strong love, care and respect where we shared our secrets and listened to each other’s complaints and woes over the years.

My father’s reputation and respect in the village, across Laconia and beyond was justified by his “levendia”, a persona much borne from his heroic and decorated exploits during the Balkan wars in 1912 to 1914 as an “Evzona”. My father, as a result of this close bond to his general, General Constantine (later to become King Constantine) and the blood of his comrades during the famous battles against Turk and Bulgarian foes remained a monarchist until the day he died.
Our mother, however, was the family's pillar of strength. She taught us the love and faith of God and on this basis to live our lives. In her arms, our good mother taught us the essence of a Christian life and how to love each other and the people around us.

Growing up within this proud family was also difficult. Hunger and poverty made us stronger as we made best with what we could, with our livestock and olives as our main source of subsistence living. As with many families our food was limited and nothing was left to waste, my dear mother considered it a sin to leave any food regardless how inedible it was. Our beloved grandfather Giorgis Lampros would make us also swallow the pip when eating olives.

Such was the hunger and poverty, I remember as a young boy, my older brother Giannis telling me that he ate half the sugar from the jar and to avoid mother noticing anytime soon, he replaced the sugar with salt. He also advised that it would be a good thing to go hiding when visitors came because mother would sooner than expected discover the salt in the jar when reaching for it to make coffee.

As a small child in the late 20s and up to the mid 1930s attending school was my passion, I couldn’t satisfy my appetite for reading, particularly about far-away places like Africa, Siberia, Alaska and Australia. I loved reading about the wild animals in these far-away places and dreamt visiting them one day. I was also very diligent in maths and my school teacher, Petros Rogkakos, who recognised my academic abilities encouraged my appetite for learning by challenging me with maths and reading at levels beyond my years and maturity. I can vividly remember him at the beginning of 1938 pleading with my father to allow me to go to high school to progress my education and make the family proud in what he genuinely believed I could achieve. Unfortunately, my father’s understandable ignorance to the need for a good education and its value delivered the expected response to the teacher that there wouldn’t be anyone to look after the goats and pick the olives so what good would an education do given these realities. Whatever slight chance Mr Rogkakos and I had to convince my father otherwise became even more remote a year later when along with my father’s “no” to progressing my education, Ioannis Metaxas’ “NO” (ΟΧΙ) to the axis forces in 1939 to enter Greece put an end to any dreams I had for an education.

Army Days
Along with World War 2 came more hardship for everyone in Greece and as a teenager during this time I prayed for my country to survive the Nazi onslaught and all the uncertainty that was created in Greece between various political factions. At the end of the war, what came next was a nightmare for all of Greece, as a 21 year old, with no choice, on the 12th August 1946 along with my good friends Thanasis Antonis, Giannis Malavazos (Pashakos), Thanasis Chagias and my cousin Manolis Malavazos and another ten lads we left our village at night to present ourselves to the Greek Army in Sparta to be sent to Northern Greece to fight the unimaginable civil war, where Greek fought Greek. Two at a time we marched off down the road at night towards Geraki to avoid any suspicion from surrounding guerrillas (andartes). As we walked with tears in our eyes and fear in our stomachs we could hear the prayers and screams of our mothers wishing us God’s care and a safe return. As I walked towards Geraki with my good friend Thanasis Antonis, I remember reaching Agios Nikolas when I turned back to look at the flickering lanterns of Karitsa for one more time and praying to Panagia to bless us with a safe return so we could all set our eyes again on our beloved village.
After nearly three and half years fighting in northern Greece, I returned home to Karitsa on the 18th November 1949 along with twelve of the other 15 lads that left on the night of the 12th August 1946. The aftermath of two successive wars left Greece in poverty, and hard times ensued and we all had to do what we could to help our families survive. The post-war re-build created demand for timber to rebuild homes and with this came opportunities for us living near forests such as those found on the surrounding mountains of our village, Mazaraki, Sourmpanou, Diaselo, Tsouka and Elatias. With my much loved cousins Kostas and Manolis Malavazos, we ventured daily into these abundant sources of timber to cut and saw all day and at night load our mules, in my case my pride black mule, “Chobra”, with loads of sawn timber and by midnight arrive at the villages and towns of Gouves, Agios Andreas, Skala and Vrontamas where we sold this much in demand material.

Early days in Adelaide
Even with this hard earned extra income, life was still difficult and there seemed no end to the poverty that had shrouded Greece particularly in the villages during this post-war period. With the blessing of God, countries such as the United States of America, Canada and Australia opened their doors for migration, rescuing us from this poverty. Many of my fellow Karitsiotes took this opportunity, some including my sister Christina with her husband Giannis Katsambis and their young son Dimitris setting off in late 1952 and arriving as the first Karitsiotes here in Adelaide and following them in 1954 I arrived in Adelaide where I worked for a short time in Mount Gambier as a fire fighter in the Mioura Forest with my very good friend Diamantis Chagias before moving to Adelaide to live close to my sister and her Family.

In 1957 my lifelong partner Vasiliki arrived and we married that year having our first child Stella in 1958 followed by our son Michael in 1962. With Vasiliki we raised our children to be respectable and loving people and to bestow those same values on their children. I can say that we succeeded and my love and pride for my children and my grandchildren is immeasurable and eternal.
My love for Greece, particularly Sparti and Karitsa, and the need to maintain a link with the homeland was strong and when given the opportunity I was honoured to become the President of the Pan-Laconian Society of South Australia during 1974 and 1975 and then secretary in 1976 to 1978. Also it was my great honour to serve as the first president of the Karitsa Brotherhood of South Australia in 1986. I am even prouder of the fact that my son followed my footsteps serving in the Pan-Laconian Society and as the current president of the Karitsa Brotherhood and my nephews Vangelis Malavazos and Dimitriσ Katsambis and my sister Katerina’s granddaughter Katerina Rozaklis who all served the Pan-Laconian Society.

Wedding Day 1957
My love for my relatives was always strong, I gave my oath to my sister and brother that I would always be there as a father for my nephews and nieces in Australia and was there for them through happiness, sickness and sadness. It was my honour to be there for them, including my wife’s nephews and nieces. From the depth of my heart I thank them all for the respect and company they gave me over the many years; they were truly like my very own children.

To my beloved wife Vasiliki, who left me only months before our 50th wedding anniversary in 2007. Her passing left me in emptiness and helplessness for over 10 years, when I was diagnosed with Parkinson’s disease two years after her death my health deteriorated and her comfort and support that she always provided me was missing in this trying time, not only for me but also for my children. I missed her caring love and I now look forward to finding myself in her embrace once more for eternity.

Young couple
To both my children Stella and Michael, I can’t be anymore prouder for what you were as young children, as adults and parents and for everything you did for me in the last 10 or so years after your mother’s passing. During my darkest time as I became a prisoner in my own body you both stood by me and comforted me as best you could.

To my daughter Stella thank you for the endless journeys from the nursing home to the pensioners lunches and visits to my beloved relatives’ homes, as was my beloved mother the pillar of strength and support for me when I was growing up, you had become that very same pillar for me during my trying years after your mother’s death.

Saturday lunch with son Michael
To my son Michael, all I can say is thank you and more importantly thank god for being my son. Your company was always comforting and I looked forward to our Saturday lunches where we chatted and you sat and listened intently to the stories of my life, much of which is detailed in this letter.

To my grandchildren, my and your grandmother’s love and joy, where we watched you grow from babies to the adults you are today, my blessing and love will always be with you. I only ask one thing, remember me and your yia yia for what we were and the values and virtues we stood for, love and respect yourselves and everything else will take care of itself.

To my son-law Dimitri and my daughter-in law Aspasia, in my daily prayers I always thanked god for blessed the lives of my children with two fine people like you.

To all the staff at the nursing home, I thank you all for your respectful care and support that you gave me over the last 2 years, god bless you all.


Fellow villagers after a  Brother hood of Karitsa meeting,
now all deceased:
Giannis Katsampis (1925-2006)
Vangelis Katsampis (1917-2002)
Adamantios Malavazos (1924 -2017)
Diamantis Chagias (1924-2017)
Today, god has released me from my pain and before I find everlasting peace in the arms of my beloved wife Vasiliki and my parents and brothers and sisters once again. I trust that god will allow my sole for one last time to visit my birth place Karitsa where I can see my old stomping grounds in the mountains of Mazaraki, Tsouka and Elatia where I can listen to the wind whistling through the pine trees, my lips can touch the cold water from the natural spring at Kanalakia, I can run as I did as a child bare foot and hungry through the trees in Diaselo, to light one more candle at Agios Giannis and hear the church bell of Evangelistra before setting my eyes on my home for the last time, the place which my mother’s hug greeted me as a young boy running from school to tell her of the places far away that I read about that day and the hug and tears that greeted me when I returned from the army and after I returned to visit them for the first time with my family in 1972.


With these words, I say goodbye.

Your father, 
your grandfather, 
your uncle, 
your relative, 
your godfather, 
and your friend.
 
Adamantios Malavazos