Σελίδες

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Πρώτο Κούρο Χωρίς τον Βασίλη: Ένα χέρι βοήθειας για τον φίλο

«Στα χωριά μας οι φίλοι δε λησμονιούνται. Κι άμα φύγει ένας νοικοκύρης, οι άλλοι στέκουνται δίπλα στην οικογένειά του και συνεχίζουν το έργο του.»

Το φετινό κούρο στα γίδια της οικογένειας του αείμνηστου Βασίλη Κατσάμπη είχε μια ξεχωριστή συγκίνηση. Ήταν το πρώτο χωρίς τον Βασίλη, που έφυγε ξαφνικά από τη ζωή στις αρχές της περσινής χρονιάς, σκορπίζοντας θλίψη στην οικογένειά του, στους φίλους και σε ολόκληρη την Καρίτσα. Άνθρωπος εργατικός και αγαπητός, αγάπησε τον τόπο του, την οικογένειά του και τη στάνη του, αφήνοντας πίσω του τη γυναίκα του Ελένη και τα τρία τους παιδιά να συνεχίσουν το σπιτικό και την παράδοση που κράτησε ζωντανή μια ολόκληρη ζωή.

Ανάμεσα σ’ εκείνους που βρέθηκαν κοντά στην οικογένεια ήταν και ο δικός μας Στέλιος Μαλαβάζος. Παρότι ήρθε από την Αυστραλία πριν μόλις λίγες μέρες, δεν άργησε να ξαναμπεί στους ρυθμούς του χωριού. Μόλις έμαθε πως ήρθε η ώρα για το κούρο, πήγε χωρίς δεύτερη κουβέντα να βάλει ένα χέρι, όπως θα έκανε κάθε καλός φίλος.

Οι φωτογραφίες τον δείχνουν μέσα στο μαντρί, ανάμεσα στους συγγενείς, στους χωριανούς και στα ζωντανά, να βοηθά στο κούρεμα των γιδιών. Εκεί, ανάμεσα στα μαλλιά, στις φωνές και στα πειράγματα της παρέας, η απουσία του Βασίλη ήταν αισθητή. Μα εξίσου αισθητή ήταν και η παρουσία της μνήμης του.

Όπως θυμίζει ο κοντοχωριανός μας Γιάννης Πριφτάκης, η αλληλεγγύη στη ζωή των ποιμένων υπήρχε πάντοτε σε πολλές μορφές. Στον κούρο, όταν κάποιος ξεκινούσε δικό του κοπάδι και οι άλλοι του χάριζαν ένα ζωντανό με την ευχή «να τα χιλιάσει», όταν χτυπούσε αρρώστια το κοπάδι ή όταν οι κτηνοτρόφοι έκαναν σμίχτες για να τα βγάλουν πέρα στις δύσκολες εποχές. Ο κούρος δεν ήταν ποτέ μια απλή αγροτική δουλειά. Ήταν γιορτή, συνεργασία και αλληλοβοήθεια.

Ο Σωτήρης Σκεύης στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία της συμπαράστασης προς την οικογένεια, γράφοντας πως πέρα από τη χειρωνακτική βοήθεια, εκείνο που μετρά περισσότερο είναι να νιώθει κανείς πως δεν είναι μόνος στις δύσκολες στιγμές της ζωής. Και πράγματι, αυτό ήταν το μεγαλύτερο μήνυμα της ημέρας.

Το κούρο τελείωσε όπως τελείωναν πάντα τέτοιες δουλειές στο χωριό: με κουβέντες, αναμνήσεις και την ικανοποίηση πως όλοι έβαλαν το λιθαράκι τους. Μπορεί να έλειπε ο βασικός στύλος της οικογένειας, όπως χαρακτηριστικά σημείωσε ο Γιάννης Πριφτάκης, όμως γύρω από την Ελένη και τα παιδιά στάθηκαν συγγενείς, φίλοι και χωριανοί, αποδεικνύοντας πως οι δεσμοί της Καρίτσας παραμένουν δυνατοί.

Γιατί η καλύτερη τιμή για έναν άνθρωπο δεν είναι τα μεγάλα λόγια. Είναι να συνεχίζονται όσα αγάπησε. Κι όσο υπάρχουν άνθρωποι που στέκονται ο ένας δίπλα στον άλλο, ο Βασίλης θα παραμένει παρών στις μνήμες, στις κουβέντες και στις καρδιές όλων μας.

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

5 Ιουνίου 1944: Η Μαύρη Δευτέρα της Ζούπαινας

«Εκατόν πενήντα έξι σπίτια έγιναν στάχτη και είκοσι δύο αθώες ψυχές χάθηκαν. Η Ζούπαινα πλήρωσε με αίμα το τίμημα του πολέμου και της κατοχής.»

Υπάρχουν μέρες που χαράζονται βαθιά στη μνήμη ενός τόπου και δεν σβήνουν ποτέ, όσος καιρός κι αν περάσει. Για τη Ζούπαινα, τη σημερινή κοινότητα των Αγίων Αναργύρων, μια τέτοια μέρα ήταν η 5η Ιουνίου 1944, ανήμερα του Αγίου Πνεύματος.

Εκείνη τη μαύρη Δευτέρα, το μικρό χωριό στις δυτικές απολήξεις του Πάρνωνα γνώρισε τη φρίκη του ναζισμού. Μέσα σε λίγες ώρες άνθρωποι σφαγιάστηκαν, σπίτια παραδόθηκαν στις φλόγες και οικογένειες ξεκληρίστηκαν. Η Ζούπαινα έγινε ένα ακόμη μαρτυρικό χωριό της Λακωνίας, πληρώνοντας βαρύ τίμημα στα τελευταία και πιο σκληρά χρόνια της γερμανικής κατοχής.

Η μέρα που ήρθε το κακό

Τις πρωινές ώρες της 5ης Ιουνίου 1944, γερμανικά στρατεύματα επέστρεφαν από εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στον Πάρνωνα. Καθώς διέρχονταν από τη Ζούπαινα, δέχθηκαν πυροβολισμό στην έξοδο του χωριού, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί ένας Γερμανός στρατιώτης.

Το γεγονός αυτό στάθηκε η αφορμή για μια ανελέητη πράξη αντιποίνων. Οι ναζί επέστρεψαν στο χωριό με μανία εκδίκησης. Ακολούθησε ένα όργιο βίας που άφησε πίσω του νεκρούς, καμένα σπίτια και ανείπωτο πόνο. Άλλοι κάτοικοι κάηκαν μέσα στα σπίτια τους, άλλοι εκτελέστηκαν, ενώ αρκετοί δέχθηκαν φρικτά χτυπήματα με μαχαίρια.

Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων δεν εξακριβώθηκε ποτέ πλήρως. Οι μαρτυρίες μιλούν για 22 έως 27 νεκρούς. Το ληξιαρχικό αρχείο του χωριού κάηκε και μαζί του χάθηκαν πολύτιμα στοιχεία. Ωστόσο, στα αρχεία της Βουλής των Ελλήνων καταγράφονται τουλάχιστον 21 επιβεβαιωμένα ονόματα μαρτύρων της σφαγής.

Τα θύματα της θηριωδίας

Ανάμεσα στους νεκρούς βρίσκονταν γυναίκες, ηλικιωμένοι και παιδιά. Ολόκληρες οικογένειες ξεκληρίστηκαν μέσα σε λίγες ώρες.

Η θυσία αυτών των ανθρώπων δεν αποτελεί απλώς μια ιστορική καταγραφή. Είναι η ζωντανή μνήμη της Ζούπαινας. Είναι οι γιαγιάδες, οι μανάδες, οι κόρες και οι παππούδες που δεν γύρισαν ποτέ στα σπίτια τους.

Κάθε όνομα αποτελεί μια ξεχωριστή ιστορία ζωής που διακόπηκε βίαια εκείνη την αποφράδα ημέρα.

Οι Μάρτυρες της Ζούπαινας

Η ναζιστική θηριωδία της 5ης Ιουνίου 1944 άφησε πίσω της δεκάδες οικογένειες βυθισμένες στο πένθος. Αν και ο ακριβής αριθμός των θυμάτων δεν κατέστη ποτέ δυνατό να εξακριβωθεί πλήρως, στα αρχεία της Βουλής των Ελλήνων καταγράφονται τα ακόλουθα είκοσι ένα επιβεβαιωμένα θύματα του Ολοκαυτώματος της Ζούπαινας:

• Σοφία Αλεξανδρή
• Παναγιώτα Βλάχου
• Κωνσταντίνος Γεωργίτσος
• Άννα Γεωργίτσου
• Όλγα Γεωργίτσου
• Αντωνία Γεωργίτσου
• Σταμάτα Γεωργίτσου
• Κατήγκω Γεωργίτσου
• Ματούλα Γερασίμου
• Σοφία Γερασίμου
• Σταμάτα Γερασίμου
• Κασσιανή Κωστιάνη
• Γιαννούλα Κωστιάνη
• Κανέλλα Κωστιάνη
• Διαμάντω Κουτσοβίτη
• Αντωνία Κουμουτζή
• Αντωνία Λάσκαρη
• Μεταξία Πολίτη
• Σοφία Πλαγάκη
• Ιωάννης Μπενέκος
• Γαρουφαλιά Μπενέκου

Τα ονόματα αυτά δεν είναι απλώς μια καταγραφή σε κάποιο αρχείο. Είναι άνθρωποι που είχαν οικογένειες, όνειρα και καθημερινές ζωές. Ήταν μανάδες, παιδιά, παππούδες και γιαγιάδες, συγχωριανοί που βρέθηκαν στο δρόμο της ναζιστικής βαρβαρότητας και πλήρωσαν με τη ζωή τους το τίμημα του πολέμου. Η αναφορά των ονομάτων τους αποτελεί ελάχιστο φόρο τιμής και διασφαλίζει ότι η θυσία τους δεν θα λησμονηθεί ποτέ.

Η συγκλονιστική μαρτυρία του Γιώργη Κωστιάνη

Από τις πιο συγκλονιστικές μαρτυρίες που διασώθηκαν είναι εκείνη του Γεωργίου Αθ. Κωστιάνη, ο οποίος ήταν μόλις 22 ετών όταν αντίκρισε την καταστροφή.

Βρισκόταν στη Ζαραφώνα όταν είδε πυκνούς καπνούς να υψώνονται από τη Ζούπαινα.

«Έτρεξα, τα πόδια στο κεφάλι μου», θυμάται χαρακτηριστικά. Όταν έφτασε στη θέση Λοσταρά Στέρνα, αντίκρισε το χωριό να καπνίζει από τη μια άκρη ως την άλλη.

Μπαίνοντας στο χωριό συνάντησε εικόνες φρίκης. Νεκρούς στους δρόμους. Σφαγμένους συγχωριανούς. Σπίτια που ακόμη κάπνιζαν.

Όταν έφτασε στο πατρικό του σπίτι, βρήκε τη μητέρα του, Γιαννούλα, νεκρή στην αυλή.

Λίγο αργότερα άκουσε βογκητά από το κατώι. Εκεί βρήκε τη μικρή αδελφή του, την εντεκάχρονη Κασσιανή, βαριά τραυματισμένη.

Τα λόγια της έμειναν χαραγμένα στη μνήμη του για όλη του τη ζωή:

«Γιώργη, τη σκότωσαν τη μάνα... νερό... νερό, διψάω πολύ!»

Η μικρή δεν κατάφερε να σωθεί.

Την επόμενη μέρα οι χωριανοί έθαψαν τους νεκρούς τους σε ομαδικό τάφο.

«Πού να βρούμε κάσες; Όλα καμένα ήταν», θυμόταν αργότερα ο Γιώργης Κωστιάνης.

Στάχτη και ορφάνια

Το ανθρώπινο κόστος ήταν βαρύ. Είκοσι δύο άνθρωποι σφαγιάστηκαν, ανάμεσά τους παιδιά και γυναίκες, αρκετές σε κατάσταση εγκυμοσύνης.

Εξίσου καταστροφικό ήταν το πλήγμα στο ίδιο το χωριό.

Από τα 210 σπίτια της Ζούπαινας, τα 156 παραδόθηκαν στις φλόγες. Μαζί τους χάθηκαν οικοσκευές, εργαλεία, τρόφιμα, αργαλειοί, προίκες κοριτσιών και οι κόποι μιας ζωής. Ό,τι είχαν δημιουργήσει γενιές ανθρώπων έγινε στάχτη μέσα σε λίγες ώρες.

Για χρόνια μετά το ολοκαύτωμα οι κάτοικοι πάλευαν να ξαναστήσουν τα νοικοκυριά τους. Χωρίς υλικά και χωρίς μέσα, χρησιμοποιούσαν κεραμίδια από στάνες και λόντζες για να στεγάσουν ένα δωμάτιο και να προστατεύσουν τις οικογένειές τους από τον χειμώνα.

Η Ζούπαινα και η Εθνική Αντίσταση

Η Ζούπαινα δεν ήταν ένα τυχαίο χωριό στα χρόνια της Κατοχής.

Αποτελούσε σημαντικό κέντρο αντιστασιακής δράσης στην Ανατολική Λακωνία. Εκεί τυπώνονταν παράνομα έντυπα της Αντίστασης, όπως οι εφημερίδες «Εθνική Δράση», «Αλήθεια», «Αλληλεγγύη» και «Ελεύθερα Νιάτα». Στο χωριό κυκλοφόρησαν επίσης φυλλάδια που συνέγραψε ο Νίκος Μπελογιάννης κατά την παραμονή του στην περιοχή το 1943.

Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη δράση είχε ο ιερέας Χριστόφορος Μπενέκος, ο οποίος σύμφωνα με τις πηγές συντόνιζε τη λειτουργία του παράνομου τυπογραφείου και φύλαγε τον εξοπλισμό του. Για τη δράση του υπέστη διώξεις και βασανισμούς.

Από τη Ζούπαινα προέρχονταν επίσης δύο σημαντικές μορφές της Αντίστασης.

Ο γιατρός Λυκούργος Γιανούκος, γνωστός ως Μετερίζης, που πρωτοστάτησε στις οργανώσεις του ΕΑΜ και αργότερα σκοτώθηκε το 1949.

Και η δασκάλα Αθηνά Μπενέκου, μία από τις πλέον εμβληματικές μορφές της Εθνικής Αντίστασης στη Λακωνία, η οποία εκτελέστηκε στην Τρίπολη το 1948.

Λίγο πριν από την εκτέλεσή της έγραψε τους στίχους που έμειναν στην ιστορία:

«Κι αν σε ρωτήσει η μάνα μου
και πού ’ναι η θυγατέρα μου,
κάθεται σ’ όμορφη πλαγιά
και τραγουδάει τη λευτεριά.»

Η μνήμη που δεν σβήνει

Ογδόντα δύο χρόνια μετά, η μνήμη του Ολοκαυτώματος της Ζούπαινας παραμένει ζωντανή.

Δεν είναι μόνο οι αριθμοί. Δεν είναι μόνο τα καμένα σπίτια και οι καταγραφές των ιστορικών.

Είναι οι ιστορίες των ανθρώπων. Είναι η Γιαννούλα που έμεινε να προστατεύσει το σπίτι και τα τρόφιμα της οικογένειάς της. Είναι η μικρή Κασσιανή που δεν ήθελε να αποχωριστεί τη μητέρα της. Είναι οι γυναίκες που χάθηκαν, οι οικογένειες που έμειναν ορφανές και ένα χωριό που χρειάστηκε χρόνια για να σταθεί ξανά στα πόδια του.

Η Ζούπαινα συγκαταλέγεται στα μαρτυρικά χωριά της πατρίδας μας. Το Ολοκαύτωμα της 5ης Ιουνίου 1944 αποτελεί μία από τις πιο τραγικές σελίδες της ιστορίας της Λακωνίας.

Σήμερα, το χρέος μας δεν είναι μόνο να θυμόμαστε. Είναι να μεταδίδουμε την ιστορική αλήθεια στις νεότερες γενιές, ώστε τα ονόματα των θυμάτων, ο πόνος των επιζώντων και η θυσία της Ζούπαινας να μη χαθούν ποτέ στη λήθη.

Αιωνία τους η μνήμη. 

Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

Μαρτυρικό Χωριό: Ο Άγιος Δημήτριος Ζάρακα θυμάται, η Λακωνία δεν ξεχνά

Ήταν 4 Ιουνίου 1944


Ξημέρωνε σιγά σιγά.

Η κατοχή στην Ελλάδα, κάτω από τη γερμανική μπότα, απλωνόταν ακόμη και στα πιο απομακρυσμένα χωριά της πατρίδας μας.

Ο υπόκωφος θόρυβος των μηχανών των Ναζί ακουγόταν όλο και πιο καθαρά στα πρώτα σπίτια του Αϊ Δημήτρη.

Οι πόρτες και τα παντζούρια των παραθύρων άλλαξαν συνήθεια.

Αντί να δεχτούν το ξημέρωμα, έδωσαν τόπο στο σκοτάδι.

Οι μεγαλύτεροι πήραν στην αγκαλιά τους τα μικρά παιδιά και μούλωσαν στις γωνιές των δωματίων.

Η διαταγή ήταν ξεκάθαρη.

Σκοτώστε και κάψτε.

Γυναικείες φωνές άρχισαν να ακούγονται.

Και αμέσως το κροτάλισμα του όπλου σταματούσε.

Ύστερα ακουγόταν μόνο το παιδικό κλάμα από το διπλανό σπίτι.

Κι εκείνο σταματούσε απότομα, όταν άρχιζε να μιλά η καυτή σφαίρα.

Ο ήλιος δεν τολμούσε να φανεί στον ουρανό.

Ο μαύρος καπνός που έβγαινε από τα σπίτια έγινε εκείνη την ημέρα ο αφέντης του χωριού.

Αγοριών και κοριτσιών.

Γυναικών και αντρών.

Είκοσι ενός ανθρώπων το αίμα κύλησε και έβαψε το χώμα του Αϊ Δημήτρη.

Το χωριό, ένα αποκαΐδι.

Και τα μαύρα ντουβάρια, βουβοί μάρτυρες.

Στέκουν ακόμη και σήμερα και μαρτυρούν τις απάνθρωπες πράξεις του Γερμανού κατακτητή.

Μαρτυρούν τον πόνο.

Μαρτυρούν τη φωτιά.

Μαρτυρούν τον θάνατο.

Μα πάνω απ’ όλα, μαρτυρούν τη μνήμη.

Ήταν 4 Ιουνίου 1944.

Τιμώντας τη Μνήμη

Σήμερα, Κυριακή 7 Ιουνίου, ο Άγιος Δημήτριος Ζάρακα τιμά τη μνήμη των θυμάτων του Ολοκαυτώματος του χωριού, συμπληρώνοντας ογδόντα δύο χρόνια από τη ναζιστική θηριωδία της 4ης Ιουνίου 1944, μία από τις πιο σκοτεινές και τραγικές σελίδες της νεότερης ιστορίας της Λακωνίας.

Με αφορμή την επέτειο, ο Δήμος Ευρώτα και η Δημοτική Κοινότητα Αγίου Δημητρίου καλούν τους πολίτες να συμμετάσχουν στις εκδηλώσεις μνήμης που πραγματοποιούνται σήμερα, αποτίοντας φόρο τιμής στα αθώα θύματα της ναζιστικής βαρβαρότητας που σημάδεψε ανεξίτηλα τον τόπο και τους ανθρώπους του. Η παρουσία όλων αποτελεί έναν ελάχιστο φόρο ευγνωμοσύνης προς εκείνους που έχασαν τη ζωή τους και μια υπόσχεση ότι η θυσία τους δεν θα λησμονηθεί ποτέ.

Η πρώτη επέτειος ως Μαρτυρικό Χωριό

Η φετινή επέτειος αποκτά ξεχωριστή σημασία, καθώς είναι η πρώτη που τελείται μετά την επίσημη αναγνώριση του Αγίου Δημητρίου ως Μαρτυρικού Χωριού της Ελλάδας. Πρόκειται για μια ιστορική δικαίωση που αναγνωρίζει τη θυσία των κατοίκων και τη βαριά παρακαταθήκη που άφησαν στις επόμενες γενιές.

Η αναγνώριση αυτή δεν αποτελεί μόνο τιμή για τους νεκρούς. Αποτελεί και μια έμπρακτη υπενθύμιση ότι η ιστορική μνήμη παραμένει ζωντανή και ότι τα εγκλήματα κατά αμάχων δεν μπορούν ποτέ να σβηστούν από τη συλλογική συνείδηση.

Η μαύρη Κυριακή της 4ης Ιουνίου 1944

Η 4η Ιουνίου 1944 χαράχτηκε ανεξίτηλα στη μνήμη της Λακωνίας. Στο πλαίσιο των σκληρών αντιποίνων που εξαπέλυσε η γερμανική διοίκηση στην Πελοπόννησο μετά την εξόντωση του Γερμανού υποστρατήγου των SS Franz Krech κοντά στους Μολάους, ισχυρές κατοχικές δυνάμεις εισέβαλαν στον Άγιο Δημήτριο.

Οι περισσότεροι άνδρες του χωριού, γνωρίζοντας ότι επίκειται επιδρομή, είχαν καταφύγει στα γύρω βουνά. Στα σπίτια είχαν απομείνει κυρίως γέροντες, γυναίκες και παιδιά. Εκείνη την Κυριακή, ο θάνατος σκέπασε το χωριό.

Είκοσι ένας αθώοι κάτοικοι εκτελέστηκαν εν ψυχρώ. Ανάμεσά τους βρίσκονταν γυναίκες, ηλικιωμένοι, μικρά παιδιά και ακόμη ένα βρέφος. Ήταν ένα προμελετημένο έγκλημα που άφησε πίσω του μόνο θρήνο και σιωπή.

Στάχτη και ερείπια

Η ανθρώπινη τραγωδία συνοδεύτηκε από πρωτοφανή καταστροφή. Σχεδόν ολόκληρος ο Άγιος Δημήτριος παραδόθηκε στις φλόγες. Διακόσια ενενήντα πέντε σπίτια κάηκαν ολοσχερώς, μετατρέποντας το 98% του χωριού σε αποκαΐδια. Η καταστροφή δεν άφησε ανέπαφη ούτε την εκκλησία του χωριού.

Το Ολοκαύτωμα του Αγίου Δημητρίου δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό. Αποτέλεσε μέρος της ισοπεδωτικής πολιτικής αντιποίνων που εφαρμόστηκε σε ολόκληρη την Πελοπόννησο, όταν ο άμαχος πληθυσμός βρέθηκε στο στόχαστρο των κατοχικών δυνάμεων. Οι ίδιες διαταγές οδήγησαν σε εκτελέσεις και καταστροφές σε πολλές περιοχές της χώρας, αφήνοντας πίσω τους εκατοντάδες θύματα.

Από τις στάχτες στην αναγέννηση

Όταν οι γερμανικές δυνάμεις αποχώρησαν, οι κάτοικοι επέστρεψαν από τα γύρω βουνά για να αντικρίσουν έναν τόπο βιβλικής καταστροφής. Πρώτα έθαψαν τους νεκρούς τους και ύστερα άρχισαν τον δύσκολο αγώνα της επιβίωσης.

Με πείσμα, αλληλεγγύη και βαθιά πίστη στον τόπο τους, ξαναέχτισαν τα σπίτια τους, καλλιέργησαν ξανά τη γη τους και κατάφεραν να παραδώσουν στις επόμενες γενιές ένα ζωντανό και περήφανο χωριό. Ο Άγιος Δημήτριος έγινε σύμβολο αντοχής, αξιοπρέπειας και δύναμης ψυχής.

Μια μνήμη κοινή για τα χωριά του Πάρνωνα

Για εμάς τους Καριτσιώτες, ο Άγιος Δημήτριος δεν είναι απλώς ένα γειτονικό χωριό. Είναι ένας τόπος με τον οποίο μας συνδέουν συγγένειες, φιλίες, κοινές παραδόσεις και η ίδια αγάπη για τη λακωνική γη.

Οι μνήμες εκείνου του καλοκαιριού του 1944 δεν ανήκουν μόνο στον Άγιο Δημήτριο. Αποτελούν κομμάτι της κοινής ιστορίας των χωριών του Πάρνωνα και ολόκληρης της Λακωνίας. Μας θυμίζουν το βαρύ τίμημα που πλήρωσαν οι προηγούμενες γενιές για την ελευθερία και την αξιοπρέπεια του τόπου μας.

Το χρέος της μνήμης

Ογδόντα δύο χρόνια μετά, ο Άγιος Δημήτριος δεν ζητά εκδίκηση. Ζητά μνήμη.

Μνήμη για τους είκοσι έναν αθώους νεκρούς. Μνήμη για τα παιδιά που δεν πρόλαβαν να μεγαλώσουν. Μνήμη για τα σπίτια που έγιναν στάχτη και για τις οικογένειες που βρέθηκαν ξαφνικά χωρίς χωριό και χωρίς καταφύγιο.

Η θυσία των κατοίκων του Αγίου Δημητρίου αποτελεί διαρκές σύμβολο αντίστασης, αξιοπρέπειας και αγώνα για την ελευθερία. Ταυτόχρονα, μας υπενθυμίζει την αξία της ειρήνης, της δημοκρατίας και του σεβασμού της ανθρώπινης ζωής.

Τα Καριτσιώτικα Νέα ενώνουν τη φωνή τους με ολόκληρη τη Λακωνία και αποτίουν φόρο τιμής στα αθώα θύματα του Ολοκαυτώματος του Αγίου Δημητρίου Ζάρακα.

Αιωνία τους η μνήμη.