Follow by Email

Συνολικες προβολες

Ο καιρός στο χωριό μας

Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

Επικήδειος: Επιστολή του αείμνηστου Αδαμάντιου Μιχ. Μαλαβάζου προς οικείους, συγχωριανούς και φίλους


Με αφορμή το 40ήμερο μνημόσυνο που θα τελεστεί την Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2017 στην Ελληνορθόδοξη Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο Θεμπάρτον της Αδελαΐδας, δημοσιεύουμε τον επικήδειο -επιστολή του αείμνηστου Αδαμάντιου Μαλαβάζου προς οικείους, συγχωριανούς και φίλους - που εκφωνήθηκε από τον π. Διογένη Πατσούρη κατά τη νεκρώσιμη ακολουθία την Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 2017.
 
Γεννήθηκα στις 14 Νοεμβρίου 1924 στους πρόποδες του Ελάτια, το βουνό στο αγαπημένο μου χωριό, την Καρίτσα της Σπάρτης Λακωνίας.  Ήμουνα ένα από τα εννιά παιδιά του μπάρμπα-Μιχαλή και της θεια-Στυλιανής. Παρά το γεγονός ότι γεννήθηκα και μεγάλωσα στη φτώχεια, ήμουνα συγχρόνως καλότυχος να γεννηθώ σε μια οικογένεια που ζούσε με τις αρχές της αγάπης προς το Θεό, το σεβασμό και την εκτίμηση προς τους μεγαλύτερους και πάνω απ’ όλα ο ένας προς τον άλλον. Το όνομα, η υπόληψη και η εκτίμηση της οικογένειας του μπάρμπα-Μιχάλη ήταν το παν κι όλοι ζούσαμε μ’αυτό, κάνοντας μας έτσι, εμένα και τα αδέρφια μου, τους ανθρώπους που γίναμε  και μας θυμόνται.

Η πειθαρχία και η καθοδήγηση στα νεότερά μου χρόνια από τους δυο μου μεγαλύτερους αδερφούς, το Γιάννη και το Γιώργη,  με έκαναν τον άνδρα που έγινα. Ο αδερφός μου ο Γιώργης, ο άτυχος που μας άφησε τόσο νωρίς, μας έκανε περήφανους από τον ηρωισμό του στην Αλβανία, στις μάχες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Θυμάμαι το τελευταίο του αγκάλιασμα και το φιλί του όταν έφευγα για τον στρατό τον Αύγουστο του 1946. Η μνήμη του έμεινε για πάντα στην καρδιά μου από κείνη τη μέρα.
Με δυο μεγαλύτερες αδερφές, την Ευγενία και την Κατερίνα, 18 και 12 χρόνια πιο μεγάλες αντίστοιχα, αισθανόμουν ότι δεν είχα μια, αλλά τρεις μανάδες. Σαν παιδάκι, η αγάπη και η φροντίδα τους δεν ξεχνιέται, με κατάπνιγε.

Η σχέση μου με τις τρεις πιο μικρές αδερφές -τη Μαρία, τη Χριστίνα και την Πολυξένη- ήτανε μιας μεγάλης αγάπης, φροντίδας και σεβασμού έτσι ώστε στο πέρασμα του χρόνου μοιραζόμασταν τα μυστικά μας και ακούγαμε ο ένας τον άλλον τα παράπονα και τους πόνους μας.

Η φήμη και η υπόληψη του πατέρα στο χωριό, στην ευρύτερη Λακωνία κι όχι μόνο εξηγείται από τη λεβεντιά του, την προσωπικότητά του, καθώς και τον ηρωισμό του ως Εύζωνας στους βαλκανικούς πολέμους το 1912 μέχρι το 1914. Ο πατέρας, λόγω στενού δεσμού με το στρατηγό του, τον Κωνσταντίνο (που αργότερα έγινε βασιλιάς Κωνσταντίνος), και το αίμα των συντρόφων του στις διάσημες μάχες ενάντια των Τούρκων και των Βούλγαρων αντιπάλων τον κάνανε να παραμείνει μοναρχικός μέχρι την ημέρα που πέθανε.

Στρατιώτης
Η μάνα, όμως, ήτανε η κολώνα της οικογένειας. Μας δίδαξε την αγάπη και την πίστη προς το Θεό και μ’ αυτή την αρχή να ζούμε τη ζωή μας. Στην αγκαλιά της, η καλή μας μάνα μας δίδαξε την ουσία της χριστιανικής ζωής και πώς να αγαπάμε ο ένας τον άλλον και τους ανθρώπους γύρω μας.
Μεγαλώνοντας σ’ αυτή την περήφανη οικογένεια ήτανε και δύσκολο. Η πείνα και η φτώχεια μας έκανε πιο δυνατούς, αφού κάναμε το καλύτερο με  ό,τι μποράγαμε, με τα σφαχτά και τις ελιές ως κύρια μέσα να τα βγάλουμε πέρα. Όπως και πολλές άλλες οικογένειες, το φαΐ μας ήταν περιορισμένο έτσι τίποτα δεν σπαταλιόταν. Η αγαπητή μάνα το θεωρούσε αμαρτία να μην τρώγαμε όλο το φαγητό όσο άνοστο και να 'τανε. Το ψωμί το λέγαμε ψωμάκι και ο λατρευτός παππούς, ο Γιώργης ο Λάμπρος,  μας έκανε να καταπίνουμε ακόμα και τα κουκούτσια όταν τρώγαμε ελιές.

Αυτή ήτανe η πείνα και η φτώχεια. Θυμάμαι μικρό παιδάκι το μεγαλύτερο αδερφό το Γιάννη να μου λέει είχε φάει τη μισή ζάχαρη από το βάζο και για να μη το ανακαλύψει η μάνα άλλαξε τη ζάχαρη με αλάτι. Ο ίδιος είπε ακόμα ότι θα 'τανε καλό να κρυβόμασταν όταν περνάγανε επισκέπτες γιατί η μάνα σίγουρα θα έβρισκε το αλάτι στο βάζο όταν πήγαινε να κάνει τον καφέ.

Σα μικρό παιδάκι στα τέλη της δεκαετίας του 1920 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930, πήγαινα το σχολείο με όρεξη και λαχτάρα. Δεν μπόραγα να χορτάσω την όρεξή μου να διαβάζω, προπαντός για μακρινά μέρη όπως την Αφρική, τη Σιβηρία, την Αλάσκα και την Αυστραλία. Μου άρεσε πολύ να διαβάζω για τα άγρια ζώα σε αυτά τα μακρινά μέρη και ονειρευόμουνα μια μέρα να τα επισκεφθώ. Ήμουνα επιπλέον και πολύ καλός στα μαθηματικά και ο δάσκαλός μου, ό Πέτρος ο Ρογκάκος, που αναγνώρισε τις σχολικές μου ικανότητες, ζωντάνεψε την όρεξή μου για μάθηση προπαντός στα μαθηματικά και την ανάγνωση σε επίπεδα πέρα από τα χρόνια και την ωριμότητά μου. Τον θυμάμαι στις αρχές του 1938 να παρακαλάει τον πατέρα να με αφήσει να πάω στο γυμνάσιο για να μορφωθώ και να κάνω την οικογένεια περήφανη γι αυτά που πραγματικά πίστευε ότι θα μπόραγα να πετύχω. Δυστυχώς, η άγνοια του πατέρα, ευνόητη κι αν ήτανε, για την ανάγκη για καλή μόρφωση και την αξία της, έδωσε την αναμενόμενη απάντηση στον δάσκαλο ότι δεν θα 'τανε κανένας να φυλάγει τα κατσίκια και να μαζεύει τις ελιές και τί καλό στο κάτω κάτω θα κάνανε τα γράμματα σ’ αυτή την κατάσταση. Όσο μικρή κι αν ήταν η ελπίδα του κ. Ρογκάκου και εμένα να πείσουμε τον πατέρα μου αλλιώς, γίνηκε ακόμη πιο ελάχιστη ένα χρόνο αργότερα, όταν μαζί με του πατέρα το «όχι» για το γυμνάσιο, το «ΟΧΙ» του Ιωάννη Μεταξά στις δυνάμεις του άξονα το 1939 έβαλε τέρμα στα όνειρά μου για γράμματα.

Πρώτα χρόνια στην Αδελαΐδα
Μαζί με το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήρθανε περισσότερες δυσκολίες για όλους στην Ελλάδα. Προσευχόμουνα η χώρα μου να ξεπεράσει τη ναζιστική επίθεση και τις διαφορές που δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα μεταξύ στα διάφορα πολιτικά κόμματα. Στο τέλος του πολέμου, ένας άλλος εφιάλτης έπληξε τη χώρα. Ως 21χρονός, στις 12 Αυγούστου 1946, μαζί με τους καλούς μου φίλους, το Θανάση τον Αντώνη, το Γιάννη το Μαλαβάζο (Πασάκο), τον ξάδελφο μου το Μανόλη το Μαλαβάζο και άλλα δέκα παλικάρια φύγαμε από το χωριό τη νύχτα να παρουσιαστούμε στον Ελληνικό Στρατό στη Σπάρτη για να πάμε στη Βόρεια Ελλάδα να πολεμήσουμε στον αδιανόητο Εμφύλιο, όπου Έλληνας πολεμούσε Έλληνα. Δυο-δυο τη νύχτα παίρναμε το δρόμο για το Γεράκι για να αποφύγουμε τυχόν υποψίες από τους αντάρτες. Καθώς απομακρυνόμασταν με δάκρυα στα μάτια και φόβο στο στομάχι πίσω ακούγαμε τις προσευχές και τα κλάματα από τις μανάδες μας. Προχωρώντας με τον καλό μου φίλο το Θανάση τον Αντώνη, θυμάμαι όταν φτάσαμε στον Άϊ-Νικόλα γύρισα πάλι πίσω για να κοιτάξω για άλλη μια φορά τα θαμπά φανάρια της Καρίτσας να τρεμοσβήνουνε και προσευχόμουνα στην Παναγία να μας ευλογήσει να ξαναγυρίσουμε και να ξαναδούμε το αγαπημένο μας χωριό.

Μετά από περίπου τρεισήμισι χρόνια στον πόλεμο στη Βόρεια Ελλάδα ξαναγύρισα σπίτι στην Καρίτσα στις 18 Νοεμβρίου 1949 μαζί με 12 από τα άλλα 15 παλικάρια που φύγαμε τη νύχτα της 12ης Αυγούστου 1946. Ο απόηχος των δύο πολέμων, ο ένας μετά το άλλον, άφησε την Ελλάδα στη φτώχεια και σε δύσκολη κατάσταση. Όλοι έπρεπε να κάνουμε ό,τι μποράγαμε για να βοηθήσουμε τις οικογένειές μας να τα βγάλουμε πέρα. Η μεταπολεμική ανακατασκευή δημιούργησε ζήτηση ξυλείας για την ανοικοδόμηση των σπιτιών και με αυτό ήρθανε ευκαιρίες για μας που ζούσαμε κοντά σε δάση όπως εκείνα που βρίσκονται στα γύρω βουνά του χωριού μας, στο Μαζαράκι, στου Σουρμπάνου, στο Διάσελο, στη Τσούκα και στον Ελάτια. Με τα πολυαγαπημένα μου ξαδέρφια, τον Κώστα και τον Μανόλη Μαλαβάζο, πηγαίναμε κάθε μέρα εκεί για να κόψουμε και να φορτώσουμε τα μουλάρια μας. Στη δικιά μου την περίπτωση, με το μαύρο μου το μουλάρι, την «Τσιόπρα», φτάναμε τα μεσάνυχτα στα χωριά Γούβες, Σκάλα, Άγιο Ανδρέα και Βρονταμά να πουλήσουμε αυτό το πολύτιμο υλικό.

Ακόμη και μ’ αυτό το σκληρά κερδισμένο επιπλέον εισόδημα, η ζωή ήταν δύσκολη και δε φαινότανε να τελείωνε η φτώχεια που τα μεταπολεμικά χρόνια σκέπαζε την Ελλάδα, ιδιαίτερα τα χωριά. Με την ευλογία του Θεού χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, ο Καναδάς και η Αυστραλία άνοιξαν τις πόρτες τους για μετανάστες και σωθήκαμε απ’ αυτή τη φτώχεια. Πολλοί από τους συγχωριανούς μου, τους Καριτσιώτες, πήρανε την ευκαιρία. Η αδερφή μου η Χριστίνα με το σύζυγό της το Γιάννη τον Κατσάμπη και τον μικρό τους γιο το Δημήτρη, ξεκίνησαν στο τέλος του 1952 και ήτανε οι πρώτοι Καριτσιώτες να φτάσουνε εδώ στην Αδελαΐδα. Τους ακολούθησα κι εγώ το 1954. Όταν έφτασα στη Νότια Αυστραλία δούλεψα για λίγο στο Μάουντ Γκάμπιερ ως πυροσβέστης στο δάσος Μιούρα Φόρεστ με τον πολύ καλό μου φίλο το Διαμαντή το Χαγιά πριν μετακομίσω στην Αδελαΐδα για να ζήσω κοντά στην αδερφή μου και την οικογένειά της.

Τ
Γάαμος 1958
ο 1957 η σύζυγος μου η Βασιλική έφτασε και παντρευτήκαμε τον ίδιο χρόνο.  Αποκτήσαμε το πρώτο μας παιδί, τη Στέλλα, το 1958 και ακολούθησε ο γιος, ο Μιχάλης, το 1962. Με τη Βασιλική μεγαλώσαμε τα παιδιά μας να σέβονται και να αγαπάνε τον κόσμο και να αποδώσουν τις ίδιες αξίες στα παιδιά τους. Μπορώ να πω ότι το πετύχαμε και η αγάπη και η υπερηφάνειά μου για τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου είναι ακαταμέτρητη και παντοτινή.


Η αγάπη μου για την Ελλάδα, ιδιαίτερα τη Σπάρτη και την Καρίτσα, καθώς και η ανάγκη να διατηρούμε επαφή με την πατρίδα ήτανε μεγάλη κι όταν μου δόθηκε η ευκαιρία τιμή μου ήτανε να υπηρετήσω ως πρόεδρος του Παλλακωνικού Συλλόγου της Νότιας Αυστραλίας το 1974 και 1975 και στη συνέχεια γραμματέας το 1976 μέχρι το 1978. Ήτανε επίσης μεγάλη τιμή μου να υπηρετήσω ως πρώτος πρόεδρος της Αδελφότητας Καριτσιωτών της Νότιας Αυστραλίας το 1986. Είμαι ακόμα πολύ περήφανος που ο γιος μου ακολούθησε τα βήματά μου και υπηρέτησε στον Παλλακωνικό Σύλλογο και ως ό σημερινός πρόεδρος της Αδελφότητας Καριτσιωτών. Τα ανίψια μου, ο Βαγγέλης ο Μαλαβάζος και ο Δημήτρη ο Κατσάμπης, καθώς και η εγγονή της αδελφής μου της Κατερίνας, η Κατερίνα Ροζακλή, όλοι υπηρετήσανε στον Παλλακωνικό Σύλλογο.

Νεαρό ανδρόγυνο
Η αγάπη μου για τους συγγενείς μου, καθώς και τους συγγενείς της Βασιλικής μου στην Ελλάδα και εδώ στην Αυστραλία, ήτανε πάντα δυνατή. Έδωσα όρκο στην αδερφή και στον αδερφό μου ότι θα ήμουνα πάντα παρών ως πατέρας για τους ανιψιούς και τις ανιψιές μου στην Αυστραλία. Πάντοτε υπήρχα εκεί για αυτούς, στις χαρές, τις ασθένειες και τις στενοχώριες τους. Ήτανε τιμή μου να είμαι εκεί γι 'αυτούς και για τα ανιψιά της Βασιλικής. Από το βάθος της καρδιάς μου τους ευχαριστώ όλους για το σεβασμό και την αγάπη και την εκτίμηση που μου έδωσαν εδώ και πολλά χρόνια, ήτανε πραγματικά σαν δικά μου παιδιά.

Στην αγαπημένη μου γυναίκα, την Βασιλική, που με άφησε λίγους μήνες πριν από τα 50 χρόνια επέτειο του γάμου μας το 2007, η απώλεια της με άφησε σε κενό και ανήμπορο για πάνω από δέκα χρόνια. Όταν αρρώστησα με τη νόσο του Πάρκινσον, δύο χρόνια μετά το θάνατό της, η υποστήριξη που μου έδινε πάντα μου έλειπε σε αυτή την δύσκολη κατάσταση, όχι μόνο για μένα, αλλά και για τα παιδιά μας. Έχασα την αγάπη της και τώρα ανυπομονώ να βρω τον εαυτό μου στην αγκαλιά της για άλλη μια φορά για πάντα.

Στα δύο μου παιδιά, τη Στέλλα και το Μιχάλη, είμαι περήφανος για σας και για όλα όσα κάνατε για μένα τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια μετά την απώλεια της μητέρας σας. Στην πιο σκοτεινή εποχή, όταν έγινα φυλακισμένος στο σώμα μου, και οι δυο σας σταθήκατε δίπλα μου και με παρηγορούσατε  όσο καλύτερα μπορούσατε. 

Στην κόρη μου τη Στέλλα, σε ευχαριστώ για τα ατέλειωτα πηγαινέλα από το γηροκομείο στα γεύματα των συνταξιούχων και τις επισκέψεις στα σπίτια στους αγαπητούς συγγενείς. Όπως η πολυαγαπημένη μου μάνα ήταν η κολώνα δύναμης και στήριξης όταν μεγάλωνα, έτσι κι εσύ έγινες η ίδια κολώνα για μένα τα δύσκολα χρόνια μετά το θάνατο της μητέρας σας.

Σαββατιανό γεύμα με το γιο Μιχάλη
Στον γιό μου το Μιχάλη, το μόνο που έχω να πω είναι σε ευχαριστώ και πάνω απ' όλα ευχαριστώ το Θεό που είσαι ό γιός μου. Η παρέα σου ήταν πάντα μια ξεκούραση. Περίμενα τα γεύματα τα Σάββατα όπου συζητάγαμε και εσύ άκουγες προσεχτικά τις ιστορίες της ζωής μου, πολλές από τις οποίες περιγράφονται λεπτομερώς σε τούτη δω την επιστολή.

Στα εγγόνια μου, οι αγάπες και οι χαρές εμένα και της γιαγιάς σας!  Σας είδαμε να μεγαλώνετε από μωρά σε ενήλικους ενήλικες που είστε σήμερα, η ευλογία και η αγάπη μου θα είναι πάντα μαζί σας. Ζητάω μόνο ένα πράγμα, να θυμάστε εμένα και τη γιαγιά σας για αυτό που ήμασταν καθώς και την αγάπη μας για σας. Τον Αλέξανδρο, τον ευχαριστώ που μου έφερε τα πρώτα δάκρυα χαράς ενός παππού, τους δυο μου Διαμαντήδες που με κάνουν τόσο περήφανο που έχω τέτοιους εντυπωσιακούς νέους που φέρνουν το όνομά μου, την Βασιλική, το λουλούδι στην καρδιάς μου και της γιαγιάς, και φυσικά το μωρό μας Βασιλάκη το τελευταίο από τα δάκρυα μου από τη χαρά ενός παππού. Την νύφουλα εγγόνα μου, τη Μαρία, την ευχαριστώ που είδα και εγώ την πρώτη χαρά στα εγγόνια μου.

Στον γαμπρό μου το Δημήτρη και στη νύφη μου την Ασπασία, κάθε βράδυ στην προσευχή μου ευχαριστούσα το Θεό που ευλόγησε τις ζωές των παιδιών μου με δύο υπέροχους ανθρώπους σαν εσάς.

Συγχωριανοί μετά από συνεδρίαση της Αδελφότητας Καριτσιωτών.
Τώρα όλοι έχουν αποβιώσει:
Γιάννης Κατσάμπης (1925-2006)
Βαγγέλης Κατσάμπης (1917-2002)
Αδαμάντιος Μαλαβάζος (1924 -2017)
Διαμαντής Χαγιάς (1924-2017)
Σε όλο το προσωπικό του γηροκομείου, σας ευχαριστώ όλους για την πολύτιμη φροντίδα και την υποστήριξη που μου δώσατε τα τελευταία δύο χρόνια, ο Θεός να σας ευλογεί όλους.
Σήμερα ο Θεός με απελευθέρωσε από τον πόνο μου να βρω και πάλι την αιώνια ειρήνη στην αγκαλιά της αγαπημένης μου συζύγου Βασιλικής και των γονέων και των αδελφών μου. Πριν όμως, πιστεύω ότι ο Θεός θα επιτρέψει την τελευταία μου φορά να επισκεφτώ το αγαπημένο μου χωριό την Καρίτσα. Να δω τα παλιά μου τα λημέρια στα βουνά: το Μαζαράκι, την Τσούκα και τον Ελάτια. Να ακούσω τον άνεμο να σφυρίζει μέσα από τα έλατα. Τα χείλη μου να αγγίξουν το κρύο νερό από τη φυσική πηγή στα Καναλάκια. Nα τρέξω όπως έκανα ως παιδί, ξυπόλυτο και πεινασμένο, γύρω από τα χαμόκλαδα στο Διάσελο. Να ανάψω ένα ακόμα κεράκι στον Αγιάννη. Να ακούσω το καμπαναριό της Ευαγγελίστριας πριν ρίξω μια τελευταία ματιά στο σπίτι μου: κει που η αγκαλιά της μάνας μου με καλοδεχότανε όταν έτρεχα παιδάκι να της πω για τα μακρινά μέρη που είχα διαβάσει κείνη τη μέρα στο σκολειό,  κει που οι αγκαλιές και τα δάκρυα με καλωσόρισαν όταν ξαναγύρισα από το στρατό, κει που έφερα για πρώτη φορά την οικογένειά μου από την Αυστραλία το 1972.

Με αυτά, σας αποχαιρετώ!


πατέρας σας, 
o παππούς σας, 
o  μπάρμπας σας, 
ό συμπέθερός σας,
o συγγενής σας, 
o  νονός σας, 
και o φίλος σας.
 
Αδαμάντιος Μαλαβάζος

Δεν υπάρχουν σχόλια: